Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 51 - 100, σε σύνολο 362
E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ
Αρμόδιο πρόσωπο επίβλεψης των εργασιών διαχείρισης αμιάντου
Ορισμός 1: Όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 4 (Προσωπικό των Ε.Α.Κ.), παρ. 5 (Ο τεχνικός υπεύθυνος της Ε.Α.Κ., ο τεχνικός ασφάλειας και ο ιατρός εργασίας σε κάθε έργο, τα αρμόδια πρόσωπα επίβλεψης των εργασιών σε κάθε χώρο εργασίας και οι εργαζόμενοι που εκτελούν τις εργασίες διαχείρισης αμιάντου πρέπει, πριν την ανάληψη των καθηκόντων τους, να έχουν εκπαιδευτεί καταλλήλως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης.) της παρούσας απόφασης.

Άρνηση εύλογων προσαρμογών
Ορισμός 1: Για τα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση νοείται ως διάκριση.

Αρχή εποπτείας αγοράς
Ορισμός 1: Η αρχή ή οι αρχές κάθε κράτους μέλους που είναι αρμόδιες για την πραγματοποίηση της εποπτείας αγοράς στην επικράτεια του.

Αρχικές δοκιμές (αρχικοί έλεγχοι)
Ορισμός 1: Είναι οι δοκιμές που γίνονται πριν την έναρξη της παραγωγής οποιουδήποτε τύπου σκυροδέματος. Περιλαμβάνουν την παρασκευή δοκιμαστικών αναμιγμάτων, σκοπός των οποίων είναι να διαπιστωθεί ότι το παραγόμενο σκυρόδεμα συμμορφώνεται προς όλες τις απαιτήσεις της προδιαγραφής του σκυροδέματος. Ο αριθμός αναμιγμάτων, η διαδικασία και τα κριτήρια ελέγχου αναφέρονται στα Κεφάλαια Β5.4 και Β6.4 για το εργοστασιακό και εργοταξιακό σκυρόδεμα αντίστοιχα.

Ασφαλισμένοι
Ορισμός 1: Τα πρόσωπα που υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής ή από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος ή αυτοαπασχόληση ή την άσκηση αγροτικού επαγγέλματος.

Άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ)
Ορισμός 1: Τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ιδίως θεσμικά, περιβαλλοντικά ή εμπόδια κοινωνικής συμπεριφοράς, δύναται να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους.

Αυτοαπασχολούμενος
Ορισμός 1: Κάθε άτομο, εκτός εργοδοτών και εργαζομένων όπως αυτοί ορίζονται στο άρθ.2 (§4 & 5) (βλέπε εκπρόσωπος των εργαζομένων και τόπος εργασίας) του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996), το οποίο με την επαγγελματική του δραστηριότητα συμβάλλει στην εκτέλεση του έργου.

Αυτοαπασχολούμενος οδηγός
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο, η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του οποίου συνίσταται στην εκτέλεση, επ' αμοιβή, οδικών μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων, κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, βάσει κοινοτικής αδείας ή άλλης επαγγελματικής αδείας για την πραγματοποίηση των μεταφορών αυτών, το οποίο έχει την ελευθερία να εργάζεται αυτόνομα και δεν συνδέεται με εργοδότη με σύμβαση εργασίας ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή ιεραρχικής εργασιακής σχέσης, το οποίο είναι ελεύθερο να οργανώνει τις σχετικές δραστηριότητες, του οποίου το εισόδημα εξαρτάται άμεσα από τα πραγματοποιούμενα κέρδη και το οποίο έχει την ελευθερία, ατομικά ή μέσω συνεργασίας με άλλους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς, να έχει εμπορικές σχέσεις με διάφορους πελάτες.

Αυτοκίνητο αναδευτήρας
Ορισμός 1: Αυτοκίνητο το οποίο φέρει κεκλιμένο αναδευτήρα ελεύθερης πτώσης, ο οποίος μπορεί να εκτελεί 26 στροφές/λεπτό ή και περισσότερες, και διατηρεί την ομοιομορφία του σκυροδέματος κατά την διάρκεια μεταφοράς.

Αυτοκίνητο μεταφοράς χωρίς ανάδευση
Ορισμός 1: Φορτηγό αυτοκίνητο το κιβώτιό του οποίου πρέπει να είναι επενδεδυμένο με μη απορροφητικό υλικό, π.χ. λαμαρίνα, να μην επιτρέπει τη διαφυγή νερού ή κονίας, να διαθέτει θυρίδα ελεγχόμενης εκφόρτωσης και να μπορεί να καλυφθεί για την προστασία του σκυροδέματος από ξένα υλικά.

Αυτοκλειόμενο κούφωμα
Ορισμός 1: Κούφωμα το οποίο είναι εξοπλισμένο με κατάλληλο μηχανισμό επαναφοράς του στην κλειστή θέση.

Αυτοσυμπυκνούμενο σκυρόδεμα
Ορισμός 1: Είναι σκυρόδεμα πολύ μεγάλης ρευστότητας που αυτοσυμπυκνώνεται και αυτοεπιπεδώνεται χωρίς μηχανικά μέσα, με τη βοήθεια του ίδιου βάρους του.

Αυτοτελώς απασχολούμενοι
Ορισμός 1: Τα   πρόσωπα   που   ασκούν ανεξάρτητο επάγγελμα για το οποίο υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΑ.

Βαθμίδα επαγγελματικών προσόντων
Ορισμός 1: Διαβάθμιση επαγγελματικών προσόντων εντός μιας κατηγορίας ή ειδικότητας.

Βεβαίωση επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Η  βεβαίωση του άρθρου 25 παρ. 5 του Ν. 4186/2013   , όπως αντικαταστάθηκε από την περ.8 της παρ.1 του άρθρου 11 του Ν. 4229/2014    (Α ́ 8), που λαμβάνουν οι απόφοιτοι προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης.

Βεβαίωση καταλληλότητας
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία η αρμόδια Αρχή πιστοποιεί ότι ένας τύπος μηχανήματος έργων που δεν υπάγεται σε διαδικασία έγκρισης τύπου, τηρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις προκειμένου να εκδοθεί δελτίο ταξινόμησης και να χορηγηθεί άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας για τον σκοπό ταυτοποίησης του μηχανήματος. Η βεβαίωση καταλληλότητας δεν είναι προσωποπαγής.

Βία στην εργασία
Ορισμός 1: Επιθετική συμπεριφορά, σωματική, ψυχολογική ή λεκτική βία λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, εντός εργασιακού χώρου, κατά τη διάρκεια και εξ αφορμής της εργασίας.

Βιομηχανικά όργανα παρακολούθησης και ελέγχου
Ορισμός 1: Τα  όργανα  παρακολούθησης  και ελέγχου  που  έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για βιομηχανική ή επαγγελματική χρήση.

Βοηθητικές εργασίες με αμίαντο
Ορισμός 1: Οι εργασίες οι οποίες αφενός συνδέονται με τις εργασίες διαχείρισης αμιάντου και αφετέρου εκτιμάται ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσής τους οι εργαζόμενοι δύναται να εκτεθούν  σε  σκόνη  αμιάντου  ή  αμιαντούχων  υλικών  [συναρμολόγηση  και  αποσυναρμολόγηση  σταθερών ικριωμάτων, συντήρηση αντλιών τύπου NPU (Negative Pressure Unit) στο χώρο εκτέλεσης εργασιών διαχείρισης αμιάντου, καθαρισμός του χώρου εργασίας και του εξοπλισμού εργασίας, εργασίες αποκλεισμού της περιοχής που θα εκτελεστούν οι εργασίες διαχείρισης αμιάντου, συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση μονάδας απορρύπανσης και σύνδεση/αποσύνδεση αυτής με την αποκλεισμένη περιοχή διαχείρισης αμιάντου.

Βραχεία αποκατάσταση
Ορισμός 1: Περιλαμβάνει δράσεις μετά από μία καταστροφή με στόχο την αποκατάσταση ή τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης κατά τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά την εκδήλωσή της.

Γνωστοποίηση
Ορισμός 1: Ως γνωστοποίηση ορίζεται η υποχρεωτική διαδικασία με την οποία ο ενδιαφερόμενος ενημερώνει εκ των προτέρων την αρμόδια αρχή για την έναρξη λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας, την οποία προτίθεται να ασκήσει σε ορισμένο χώρο ή εγκατάσταση, χωρίς να απαιτείται εκ των προτέρων έλεγχος.

Δείγμα σκυροδέματος
Ορισμός 1: Μια μικρή ποσότητα σκυροδέματος που έχει ληφθεί σύμφωνα με το ΕΛΟΤ ΕΝ 12350.01 και είναι αντιπροσωπευτική του υπό έλεγχο φορτίου σκυροδέματος. Από κάθε δείγμα σκυροδέματος παρασκευάζονται ένα ή δύο ή τρία συμβατικά δοκίμια, όπως ορίζεται στα επιμέρους κεφάλαια αυτού του Κανονισμού, τα οποία ελέγχονται ως προς την αντοχή τους σε θλίψη. Η συμβατική αντοχή σε θλίψη του δείγματος fi προκύπτει από τον μέσο όρο των συμβατικών αντοχών σε θλίψη των δοκιμίων αυτών. Στην περίπτωση λήψης ενός δοκιμίου από το δείγμα σκυροδέματος, η συμβατική αντοχή σε θλίψη του δείγματος συμπίπτει με τη συμβατική αντοχή σε θλίψη του δοκιμίου.

Δευτερεύουσα δραστηριότητα βάσει των ακαθάριστων εσόδων έτους 2018
Ορισμός 1: Ο δευτερογενής ΚΑΔ επιχείρησης - εργοδότη όπου τα ακαθάριστα έσοδα ενεργού, κατά την 20/3/2020, όπως αυτά προκύπτουν από την αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2018, είναι μεγαλύτερα από τα ακαθάριστα έσοδα που αντιστοιχούν στον κύριο ΚΑΔ στις 20/3/2020.

Δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ
Ορισμός 1: Η δήλωση που έχει εκδώσει ο κατασκευαστής σύμφωνα με το άρθρο 16.

Διάθεση στην αγορά
Ορισμός 1: Η πρώτη φορά κατά την οποία εξοπλισμός πλοίων διατίθεται στην αγορά της Ένωσης.

Ορισμός 2: Η πρώτη φορά κατά την οποία εκρηκτική ύλη καθίσταται διαθέσιμη στην ενωσιακή αγορά.

Ορισμός 3: Η διάθεση για πρώτη φορά, μέσα στην Κοινότητα, επ' ανταλλάγματι ή δωρεάν, μηχανήματος ή ημιτελούς μηχανήματος για διανομή ή χρήση.

Ορισμός 4: Η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ε.Ε. (ενωσιακή αγορά).

Ορισμός 5: Η πρώτη φορά κατά την οποία ΗΗΕ κυκλοφορεί στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαθεσιμότητα στην αγορά
Ορισμός 1: Κάθε προσφορά εξοπλισμού πλοίων στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν.

Ορισμός 2: Προσφορά εκρηκτικής ύλης για διανομή ή χρήση στην ενωσιακή αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν.

Ορισμός 3: Κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην κοινοτική αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν.

Ορισμός 4: Κάθε προσφορά ΗΗΕ για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν.

Διαθεσιμότητα υποκατάστατου
Ορισμός 1: Η ικανότητα ενός υποκατάστατου να παραχθεί και να παραδοθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα συγκριτικά με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την παραγωγή και παράδοση των ουσιών του παραρτήματος ΙΙ.

Διακινδύνευση
Ορισμός 1: Οι πιθανές ανθρώπινες, υλικές ή περιβαλλοντικές απώλειες σε καθορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίες είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού κινδύνων, συνθηκών τρωτότητας και ανεπάρκειας ικανότητας ή κατάλληλων μέτρων για τη μείωση των δυνητικών αρνητικών συνεπειών.

Διάκριση
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος προσώπου για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Διάκριση λόγω νομιζόμενων χαρακτηριστικών
Ορισμός 1: Η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση ενός προσώπου  που  εικάζεται  ότι  διαθέτει  συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.  

Διάκριση λόγω σχέσης
Ορισμός 1: Η  λιγότερη  ευνοϊκή μεταχείριση ενός προσώπου λόγω της στενής του σχέσης με πρόσωπο ή πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.

Διανομέας
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, πλην του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα, το οποίο καθιστά διαθέσιμο εξοπλισμό πλοίων στην αγορά.

Ορισμός 2: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, άλλο από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά διαθέσιμο ένα προϊόν στην αγορά.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, άλλο από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά ένα εκρηκτικό διαθέσιμο στην αγορά.

Διαπίστευση
Ορισμός 1: Η διαπίστευση, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 2: Διαπίστευση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 3: (κατά την έννοια που αποδίδεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008) Βεβαίωση από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ότι ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις που έχουν τεθεί με εναρμονισμένα πρότυπα και, όπου είναι εφαρμοστέο, τις τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που καθορίζονται στα αντίστοιχα τομεακά συστήματα, για να εκτελεί μια συγκεκριμένη δραστηριότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

Διάρκεια ζωής
Ορισμός 1: Είναι η χρονική περίοδος, κατά την οποία η επιτελεστικότητα του σκυροδέματος στην κατασκευή θα τηρηθεί σε ένα επίπεδο συμβατό με την εκπλήρωση των απαιτήσεων επιτελεστικότητας του δομήματος, με την προϋπόθεση ότι αυτό συντηρείται κατάλληλα. Σχετίζεται με τη διάρκεια ζωής σχεδιασμού κατά ΕΛΟΤ ΕΝ 1990.

Διατάξεις ασφαλείας
Ορισμός 1: Διατάξεις οι οποίες διασφαλίζουν ότι η πίεση εξόδου, η οποία ορίζεται στις υπουργικές αποφάσεις Δ3/Α ́/οικ.6598/20-03-2012 (ΦΕΚ 976/Β́/2012) και Δ3/Ά/17013/22-08-2006 (ΦΕΚ 1552/Β́/2006) υπουργική απόφαση, δεν θα υπερβεί τις καθορισμένες τιμές.

Διεθνείς νομικές πράξεις
Ορισμός 1: Οι διεθνείς συμβάσεις, αποφάσεις και εγκύκλιοι του ΔΝΟ για την εφαρμογή των εν λόγω συμβάσεων, σύμφωνα με την επικαιροποιημένη τους έκδοση, και τα πρότυπα δοκιμών.

Διεθνείς συμβάσεις
Ορισμός 1: Οι ακόλουθες συμβάσεις, καθώς και τα οικεία πρωτόκολλα και κώδικες υποχρεωτικής εφαρμογής, που εκδίδονται υπό την αιγίδα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ), οι οποίες έχουν τεθεί σε ισχύ και καθορίζουν ειδικές απαιτήσεις για την έγκριση από το κράτος της σημαίας του εξοπλισμού που πρόκειται να τοποθετηθεί σε πλοία: — η σύμβαση του 1972 για τους διεθνείς κανονισμούς για την πρόληψη των συγκρούσεων στη θάλασσα (Colreg), — η Διεθνής σύμβαση του 1973 για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία (Marpol), — η Διεθνής σύμβαση του 1974 για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (Solas).

Διεθνές πρότυπο
Ορισμός 1: Πρότυπο το οποίο έχει εκδοθεί από διεθνή φορέα τυποποίησης.

Διεθνής φορέας τυποποίησης
Ορισμός 1: Ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO), η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC) και η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU).

Δίκτυο δομών
Ορισμός 1: Για την εφαρμογή των διατάξεων του Πρώτου Μέρους (άρθρα 1 έως 30) τα Συμβουλευτικά Κέντρα Γυναικών, οι Ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών και η 24ωρη πανελλαδική τηλεφωνική γραμμή SOS 15900, αποτελούν «Δίκτυο Δομών.».

Δοκίμιο του έργου
Ορισμός 1: Είναι το δοκίμιο που έχει τις διαστάσεις του συμβατικού δοκιμίου, αλλά το οποίο παρέμεινε δίπλα στο έργο και συντηρήθηκε όπως αυτό, για τον έλεγχο της συντήρησης και της εν γένει προόδου της σκλήρυνσης.

Δομικό Στοιχείο
Ορισμός 1: Κάθε στοιχείο που είναι σταθερά ενσωματωμένο στο κτίριο (ή στο δομικό έργο ή κατασκευή) κατά τρόπο μόνιμο. Το σύνολο των δομικών στοιχείων απαρτίζουν το δομικό έργο ή κτίριο ή κατασκευή. Τα δομικά στοιχεία διαχωρίζονται σε φέροντα και μη φέροντα, ανάλογα με το αν προορίζονται ή όχι να παραλαμβάνουν τις ασκούμενες πάνω στο κτίριο δράσεις, όπως αυτές καθορίζονται από τη στατική μελέτη του κτιρίου.

Έγκαιρη προειδοποίηση
Ορισμός 1: Η παροχή έγκαιρης ειδοποίησης και επαρκούς πληροφόρησης, μέσω των αρμόδιων φορέων, που δίνει τη δυνατότητα δρομολόγησης συγκεκριμένων δράσεων για την αποφυγή ή τη μείωση των επιπτώσεων του κινδύνου και την προετοιμασία για αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Έγκριση
Ορισμός 1: Ως έγκριση ορίζεται κάθε πράξη της αρμόδιας αρχής ή διοικητική διαδικασία που αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη λειτουργίας μιας οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένο χώρο ή εγκατάσταση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και εκ των προτέρων έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές. Δεν αποτελεί έγκριση, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, η πράξη, άδεια, προϋπόθεση ή διαδικασία που απαιτείται για την πρόσβαση και την άσκηση επαγγέλματος από φυσικό πρόσωπο.

Έγκριση τύπου
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία η αρμόδια Αρχή πιστοποιεί ότι ένας τύπος μηχανήματος έργων, οχήματος ειδικής κατηγορίας, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής μονάδας τηρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις. Η έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Εθνική έγκριση τύπου
Ορισμός 1: Η διαδικασία έγκρισης τύπου που ορίζεται από την ελληνική νομοθεσία και η οποία ισχύει μόνο στο έδαφος της Ελλάδας. Η εθνική έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Εθνική Πολιτική Μείωσης Κινδύνου Καταστροφών
Ορισμός 1: Σχέδιο ενεργειών που καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τους τελικούς και ενδιάμεσους στόχους για τη μείωση της διακινδύνευσης από καταστροφές, καθώς και τους αντίστοιχους δείκτες αξιολόγησης και τα χρονοδιαγράμματα. Περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες, διαδικασίες και τα προγράμματα που αφορούν όλες τις φάσεις του κύκλου καταστροφών και ειδικότερα την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση, αποκατάσταση, καθώς και την ανατροφοδότηση του σχεδιασμού σε τοπικό και εθνικό επίπεδο για τη μείωση του κινδύνου και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας.

Εθνική τεχνική βιομηχανική νομοθεσία
Ορισμός 1: Αμιγώς εθνικό νομοθετικό/κανονιστικό πλαίσιο για βιομηχανικά προϊόντα ή για υπηρεσίες σχετικές με αυτά, σε τομείς που δεν καλύπτονται από ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

Εθνικό πρότυπο
Ορισμός 1: Πρότυπο που έχει εκδοθεί από εθνικό φορέα τυποποίησης.

Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης
Ορισμός 1: Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 2: (κατά την έννοια που αποδίδεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008) Ο μόνος οργανισμός κράτους μέλους που εκτελεί τη διαπίστευση επί τη βάσει εξουσίας που του παρέχει το κράτος αυτό. Εάν εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αποδεικνύει ως αποτέλεσμα διαδικασίας αξιολόγησης από ομότιμους, ότι πληροί τις απαιτήσεις του σχετικού εναρμονισμένου προτύπου (ΕΝ ISO/IEC 17011 σήμερα), τεκμαίρεται ότι πληροί τις απαιτήσεις για τους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης που θέτει ο Κανονισμός 765/2008/ΕΚ.

Ορισμός 3: Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.