Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 301 - 350, σε σύνολο 362
E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ
Πυροφραγμός
Ορισμός 1: Διαχωριστικό στοιχείο από άκαυστα ή χαμηλού βαθμού αναφλεξιμότητας υλικά, που αποκόπτει οικοδομικό διάκενο ή σωλήνα ή γεμίζει αρμούς και χάσματα δομικών στοιχείων, ώστε να εμποδίζεται η διέλευση καπνού και φλογών μέσα απ’ αυτά.

Σεξουαλική παρενόχληση
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Διατάξεις που προβλέπουν κυρώσεις για την επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς εφαρμόζονται ως ισχύουν.

Σήμα δια χειρονομιών
Ορισμός 1: Κίνηση ή/και θέση των βραχιόνων ή/και των χεριών σύμφωνα με κωδική μορφή για την καθοδήγηση ατόμων που εκτελούν χειρισμούς οι οποίοι ενέχουν υπαρκτό ή πιθανό κίνδυνο για τους εργαζομένους.

Σήμα διάσωσης ή βοήθειας
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει ενδείξεις σχετικές με τις εξόδους κινδύνου ή τα μέσα βοήθειας ή διάσωσης.

Σήμα Ισότητας
Ορισμός 1: Τίτλος που χορηγείται από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων στις επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ως επιβράβευση για την εφαρμογή πολιτικών ίσης μεταχείρισης και ίσων ευκαιριών των εργαζόμενων γυναικών και ανδρών.

Σήμα υποχρέωσης
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που ορίζει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Σήμανση
Ορισμός 1: Η επίθεση επί του εξοπλισμού ορατής, ευανάγνωστης και ανεξίτηλης σήμανσης CΕ όπως ορίζεται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ, συνοδευόμενης από την αναγραφή της εγγυημένης στάθμης ακουστικής ισχύος.

Σήμανση CE
Ορισμός 1: Σήμανση διά της οποίας ο κατασκευαστής δηλώνει ότι το εκρηκτικό συμμορφώνεται προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης.

Σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας
Ορισμός 1: Κάθε σήμανση η οποία, αναφερόμενη σε ένα ορισμένο αντικείμενο, δραστηριότητα ή κατάσταση, παρέχει μια ένδειξη ή οδηγίες σχετικά με την ασφάλεια ή/και την υγεία κατά την εργασία, ανάλογα με την περίπτωση, μέσω πινακίδας, χρώματος, φωτεινού ή ηχητικού σήματος, προφορικής ανακοίνωσης ή σήματος δια χειρονομιών.

Σηματωρός
Ορισμός 1: Το άτομο που δίνει τα σήματα με χειρονομίες.

Σκάφος
Ορισμός 1: Το πλοίο ή το βοηθητικό ναυπήγημα κατά την έννοια των άρθρων 3 και 4 αντίστοιχα του Ν.Δ. 187/1973    (Α ́ 261) «Περί Κωδικός Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» όπως ισχύει, το οποίο δύναται να εξυπηρετηθεί ασφαλώς από το πλησίον του πρατηρίου, διαθέσιμο κρηπίδωμα ή προβλήτα παραβολής, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση ύπαρξης εντός της λιμενολεκάνης απαιτούμενου χώρου (κύκλος ελιγμών) για την κίνησή του, από και προς το κρηπίδωμα - προβλήτα, χωρίς να παρεμποδίζεται η λειτουργικότητα του λιμένα.

Σκόνη (κονιορτός)
Ορισμός 1: Στερεά σωματίδια αιωρούμενα στον αέρα, παραγόμενα με μηχανικές μεθόδους ή με στροβιλισμό.

Σοβαρότητα της παράβασης
Ορισμός 1: O βαθμός βαρύτητας της παράβασης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Στερεό χύδην φορτίο
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε φορτίο, εκτός υγρού ή αερίου, που αποτελείται από ένα συνδυασμό σωματιδίων, κόκκων ή οποιωνδήποτε μεγαλύτερων τεμαχίων υλικού γενικά ομοιόμορφης σύνθεσης, το οποίο φορτώνεται απευθείας στους χώρους φορτίου ενός πλοίου χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μορφή συγκράτησης.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

Σύμβαση μελέτης
Ορισμός 1: Το επίσημο έγγραφο με το οποίο καθορίζονται: - ο σκοπός της σύμβασης δηλαδή το αντικείμενο της μελέτης. - ο τρόπος και ο τόπος προσφοράς των υπηρεσιών του μελετητή. - οι όροι με τους οποίους ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών. - το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης. Με την έννοια σύμβαση καλύπτονται όλα τα συμβατικά τεύχη που μπορεί να περιλαμβάνουν π.χ. τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, τιμολόγιο, χρονοδιάγραμμα, κτλ.

Σύμβολο ή εικονοσύμβολο
Ορισμός 1: Κάθε εικόνα που περιγράφει μια κατάσταση ή συνιστά μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και η οποία χρησιμοποιείται πάνω σε μια πινακίδα ή μια φωτεινή επιφάνεια.

Συντονισμός
Ορισμός 1: Η οργάνωση, προτεραιοποίηση και παρακολούθηση των απαιτούμενων δράσεων, καθώς και η εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας, της εφαρμογής των κανόνων επιχειρησιακής δράσης και της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για την επίτευξη κοινού σκοπού.

Σύστημα κατάσβεσης
Ορισμός 1: Σύστημα που έχει σχεδιαστεί για τη δυναμική σταθεροποίηση, μείωση ή εξάλειψη του ρυθμού εξάπλωσης της φλόγας ή έκλυσης θερμότητας ή συνεπαγόμενης παραγωγής αερίων καύσης.

Σχέδια Ισότητας
Ορισμός 1: Σύνολο ολοκληρωμένων και αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων, τα οποία εκπονούνται από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, καθώς και από επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζονται ύστερα από ανάλυση της υφιστάμενης κοινωνικής πραγματικότητας, θέτουν συγκεκριμένους στόχους, στρατηγικές και πρακτικές για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και περιλαμβάνουν προβλέψεις για την υιοθέτηση αποτελεσματικών συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης των καθορισμένων στόχων και υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, η οποία τα διαβιβάζει προς την Επιτροπή Ισότητας της Βουλής.

Σχεδιάγραμμα διαφυγής
Ορισμός 1: Σχέδιο όπου απεικονίζονται τα αναγκαία στοιχεία διαφυγής που δύναται να περιλαμβάνουν τις απαιτούμενες πληροφορίες εκκένωσης, διάσωσης και πρώτης επέμβασης.

Τελική έξοδος
Ορισμός 1: Είναι η κατάληξη μιας όδευσης διαφυγής από κτίριο, που οδηγεί σε οδό ή ανοικτό χώρο ασφαλή από τον κίνδυνο της φωτιάς ή/και του καπνού.

Τελική έξοδος
Ορισμός 1: Η έξοδος κινδύνου στον όροφο εκκένωσης του κτιρίου όπου καταλήγουν οι οδεύσεις διαφυγής και η οποία οδηγεί απ’ ευθείας εκτός του κτιρίου σε ασφαλή υπαίθριο χώρο που συνέχεται με κοινόχρηστο χώρο της πόλης ή του οικισμού.

Τεχνική προδιαγραφή
Ορισμός 1: Έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά προϊόντος, διεργασίας ή υπηρεσίας, κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1025/2012.

Ορισμός 2:

Τεχνικός ασφάλειας
Ορισμός 1: Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996)  jsp  , του Π.Δ. 70/1990 (ΦΕΚ 31/Α`/14.3.1990)  jsp  και του Ν. 1568/1985 (ΦΕΚ 177/Α`/18.10.1985).

Τεχνικός υπεύθυνος Ε.Α.Κ.
Ορισμός 1: 'Οπως προσδιορίζεται στα άρθρα 4 (Προσωπικό των Ε.Α.Κ.), 5 (Προσόντα τεχνικού υπεύθυνου), 6 (Αρμοδιότητες και καθήκοντα του τεχνικού υπευθύνου των Ε.Α.Κ.) της παρούσας απόφασης.

Τηλεργασία
Ορισμός 1: Είναι μια μορφή οργάνωσης ή/και εκτέλεσης εργασίας που χρησιμοποιεί τεχνολογίες πληροφορικής, βάση μίας σύμβασης ή σχέσης εργασίας, όπου μια εργασία που θα μπορούσε επίσης να εκτελεστεί στις εγκαταστάσεις του εργοδότη εκτελείται κανονικά εκτός αυτών των εγκαταστάσεων.

Τομεακά συστήματα διαπίστευσης
Ορισμός 1: Ένα σύστημα διαπίστευσης της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, το οποίο βασίζεται σε σχετικό πρότυπο για συγκεκριμένο προϊόν, διεργασία, υπηρεσία κ.λπ. και σε πρόσθετες απαιτήσεις για τον συγκεκριμένο τομέα και/ή σε συγκεκριμένη νομοθεσία.

Τόπος εργασίας
Ορισμός 1: Kάθε χώρος όπου βρίσκονται ή μεταβαίνουν οι εργαζόμενοι εξαιτίας της εργασίας τους και που είναι κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη.

Τρωτότητα
Ορισμός 1: Οι συνθήκες που καθορίζονται από φυσικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες ή διεργασίες που αυξάνουν την ευπάθεια μιας κοινωνίας στις επιπτώσεις των κινδύνων.

Υπαίθριο εμπορικό κατάστημα
Ορισμός 1: Κάθε υπαίθριος χώρος κτιρίων, που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου 1 της παρούσας, καθώς και κάθε περιφραγμένο, μη στεγασμένο ή με υπόστεγο εμπορικό κατάστημα, όπως έκθεση και πώληση μηχανοκίνητων οχημάτων, σκαφώνκαι οικοδομικών υλικών. Στα υπαίθρια καταστήματα δεν εντάσσονται το λιανικό εμπόριο σε κινητές εγκαταστάσεις (πάγκους), ή σε συγκεκριμένους χώρους αγοράς,όπως υπαίθριο στάσιμο και πλανόδιο εμπόριο, λαϊκές αγορές, λιανικό εμπόριο τροφίμων, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, ενδυμάτων, υποδημάτων και άλλων ειδών σε υπαίθριους πάγκους ή κιόσκια και αγορές, εκθέσεις βιβλίων, λουλουδιών ή άλλων δραστηριοτήτων.

Υπαιτιότητα
Ορισμός 1: Ο βαθμός ευθύνης για την τέλεση της παράβασης.  

Υπεύθυνος εγκατάστασης
Ορισμός 1: Eίναι το άτομο που έχει την ικανότητα, κατάλληλη εκπαίδευση, γνώση και εμπειρία, να επιβλέπει ή να εκτελεί την εργασία που έχει αναλάβει με ασφαλή και σωστό τρόπο.

Ορισμός 2: O ιδιοκτήτης ή ο εκμεταλλευόμενος την εγκατάσταση ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του.

Υπεύθυνος συντήρησης
Ορισμός 1: Φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει την οριζόμενη από το νόμο άδεια για την ανάληψη της εκτέλεσης και συντήρησης έργων αυτής της κατηγορίας.

Υπεύθυνος της επιχείρησης ή εγκατάστασης
Ορισμός 1: Ο ιδιοκτήτης, εκμεταλλευτής, εργοδότης ή άλλος κατά νόμο υπεύθυνος της επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Υπόγεια
Ορισμός 1: Είναι τα καταστήματα που η κύρια ή/και βοηθητική δραστηριότητά τους, αναπτύσσεται σε χαμηλότερη στάθμη από τον κατώτερο όροφο εκκένωσης του κτιρίου.

Υψηλά AL
Ορισμός 1: Είναι τα επίπεδα που σχετίζονται με τις «ELV με επιπτώσεις στην υγεία».

Φορέας άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας
Ορισμός 1: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ασκεί συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα σε συγκεκριμένο χώρο.

Φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο το οποίο εκμεταλλεύεται ή διευθύνει την εγκατάσταση ή στο οποίο έχουν μεταβιβασθεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις αποφασιστικές αρμοδιότητες σε οικονομικά θέματα όσον αφορά την τεχνική λειτουργία της εγκατάστασης.

Φορέας επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Το Κέντρο Δια Βίου Μάθησης του άρθρου 17 παρ. 1 περίπτ. γ) του Ν. 4186/2013   .

Φορέας Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής
Ορισμός 1: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής και στο όνομα του οποίου εκδίδεται η άδεια εγκατάστασης ή υποβάλλεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 γνωστοποίηση».

Φορητά και απλά μέσα πυροπροστασίας
Ορισμός 1: Οι πυροσβεστήρες (φορητοί, τροχήλατοι, αυτοδιεγειρόμενοι), τα φωτιστικά σώματα ασφαλείας, οι απλοί φορητοί ανιχνευτές εκρηκτικών μιγμάτων, το αυτόματο σύστημα καταιονισμού ύδατος μέχρι έξι κεφαλές καταιονητήρων συνδεδεμένο απ΄ ευθείας στο εσωτερικό υδραυλικό δίκτυο ύδατος του κτιρίου, τα πυροσβεστικά ερμάρια με εύκαμπτους ελαστικούς σωλήνες, οι σταθμοί (ερμάρια) εργαλείων και μέσων κ.α.

Φορτίο INF
Ορισμός 1: Νοείται το συσκευασμένο πυρηνικό καύσιμο που έχει υποστεί ακτινοβόληση, πλουτώνιο και απόβλητα υψηλής ραδιενέργειας που μεταφέρονται ως φορτίο σύμφωνα με την κατηγορία 7 του Κώδικα IMDG.

Φωτεινό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που εκπέμπεται από συσκευή αποτελούμενη από διαφανή ή διαφώτιστα υλικά, φωτιζόμενα από το εσωτερικό ή από πίσω, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζεται, από μόνη της, ως φωτεινή επιφάνεια.

Χαμηλά AL
Ορισμός 1: Όσον αφορά τα μαγνητικά πεδία, είναι τα επίπεδα που σχετίζονται με τις «ELV με αισθητηριακές επιπτώσεις».

Χαμηλά AL και υψηλά AL
Ορισμός 1: Όσον αφορά τα ηλεκτρικά πεδία, είναι τα επίπεδα που σχετίζονται με τα συγκεκριμένα μέτρα προστασίας ή πρόληψης που ορίζονται στο παρόν προεδρικό διάταγμα.

Χειριστής
Ορισμός 1: Ο εργαζόμενος που είναι επιφορτισμένος με τη χρήση εξοπλισμού εργασίας.   

Ορισμός 2: Ο παραλήπτης του σήματος με χειρονομίες.

Χειρωνακτική διακίνηση φορτίων
Ορισμός 1: Κάθε μετατόπιση ή στήριξη φορτίου από ένα ή περισσότερους εργαζόμενους, όπως η ανύψωση, η απόθεση, η ώθηση, η έλξη ή η μετακίνηση φορτίου, η οποία λόγω των χαρακτηριστικών της ή εξαιτίας δυσμενών εργονομικών συνθηκών, περιέχει κινδύνους ιδίως για τη ράχη και την οσφυϊκή χώρα των εργαζόμενων.

Χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας
Ορισμός 1: Κάθε δραστηριότητα σχετική με τον εξοπλισμό εργασίας, όπως η θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας, η χρήση, η μεταφορά, η επισκευή, η μετατροπή, ο προληπτικός έλεγχος και η συντήρηση, συμπεριλαμβανομένου και του καθαρισμού.