Skip to main content
Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, αναδιάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση συστήματος εθελοντισμού πολιτικής προστασίας, αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού και άλλες διατάξεις
Σχετικά Κείμενα
Attachment Size
ΦΕΚ 27Α_2020 1.26 MB
ΜΕΡΟΣ Α΄: ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΥΚΛΟΥ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ

1. Στον Εθνικό Μηχανισμό συστήνεται Εθνική Βάση Δεδομένων Κινδύνων, Απειλών και Απωλειών Καταστροφών σε εθνικό επίπεδο, εφεξής καλούμενη «Εθνική Βάση Δεδομένων». Στην Εθνική Βάση Δεδομένων περιλαμβάνονται αναγνωρισμένοι κίνδυνοι και απειλές, όπως αυτοί έχουν καθοριστεί από τον επιχειρησιακό Εθνικό Σχεδιασμό Πολιτικής Προστασίας. Την ενημέρωση και επικαιροποίηση της Εθνικής Βάσης Δεδομένων αναλαμβάνει η Γενική Διεύθυνση Συντονισμού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, στην οποία εισηγούνται οι αρμόδιοι φορείς που είναι υπεύθυνοι για την εκτίμηση ή τη διαχείριση ενός κινδύνου.

2. Ειδικότερα, η Εθνική Βάση Δεδομένων περιλαμβάνει, ιδίως,:
α. Τους αναγνωρισμένους κινδύνους και απειλές, που ενεργοποιούν τον κύκλο καταστροφών.
β. Τους φορείς και τα συστήματα διαχείρισης και εκτίμησης κινδύνων και συμβάντων όλου του κύκλου καταστροφών.
γ. Τα υφιστάμενα Π.Δ.Ε.Α..
δ. Τους αρμόδιους φορείς που, ανάλογα με τον κίνδυνο ή την απειλή, εισηγούνται την οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση πολιτών.
ε. Τα δεδομένα απωλειών από καταστροφές.

3. Για την κατάρτιση, συμπλήρωση ή τροποποίηση της Εθνικής Βάσης Δεδομένων ο αρμόδιος, για την εκτίμηση ή διαχείριση κινδύνων ή συμβάντων, φορέας, υποχρεούται να υποβάλει προς τη Γενική Διεύθυνση Συντονισμού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας αίτημα καταχώρισης του υπό κρίση κινδύνου για την ενημέρωση της Εθνικής Βάσης Δεδομένων, καταθέτοντας αιτιολογημένη έκθεση. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει χωρικό και χρονικό προσδιορισμό της πιθανότητας εκδήλωσης του κινδύνου και εκτίμηση της έκτασης των συνεπειών και απωλειών σε ανθρώπινες ζωές, φυσικό κεφάλαιο, περιουσίες και υποδομές.

4. Η Γενική Διεύθυνση Συντονισμού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας αξιολογεί τα ανωτέρω υποβληθέντα προς καταχώριση, συμπλήρωση ή τροποποίηση αιτήματα και εισηγείται αιτιολογημένα την αποδοχή ή μη, αυτών. Για την υποστήριξη της αίτησης δύναται να κληθούν και εκπρόσωποι του αιτούντος φορέα.

5. Ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας υποβάλλει εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος το σχέδιο της Βάσης Δεδομένων στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος και το εγκρίνει.

6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια που αφορά στο είδος των στοιχείων απωλειών, τη χωρική και χρονική ανάλυση των στοιχείων, τη διαδικασία συλλογής τους, τις δυνατότητες και υποχρεώσεις γνωστοποίησης και διάθεσης των στοιχείων και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με την ίδια απόφαση ορίζεται η ένταση και έκταση των συμβάντων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την καταχώριση των ανωτέρω δεδομένων στην Εθνική Βάση Δεδομένων.

1. Η ανάλυση κινδύνων και απειλών, όπως περιλαμβάνονται στην Εθνική Βάση Δεδομένων, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εκπόνηση και υλοποίηση τόσο των Γενικών Σχεδίων Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών, εφεξής Γενικών Σχεδίων, όσο και για την κατάρτιση του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας στο πλαίσιο της Εθνικής Πολιτικής Μείωσης Κινδύνου Καταστροφών. Σύμφωνα με την ανάλυση του προηγούμενου εδαφίου καθορίζεται και το πλαίσιο των κατευθύνσεων και οδηγιών του Εθνικού Μηχανισμού, τόσο προς τα όργανα και τους φορείς που έχουν την ευθύνη του επιχειρησιακού σχεδιασμού, όσο και προς τους πολίτες.

2. Μετά την υλοποίηση του Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας σχεδιάζεται και πραγματοποιείται πρόγραμμα εκπαίδευσης και ασκήσεων για κάθε κίνδυνο με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων.

3. Τα Γενικά Σχέδια καταρτίζονται κεντρικά από τη Διεύθυνση Σχεδιασμού Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών της Γενικής Διεύθυνσης Συντονισμού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και εγκρίνονται από τον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. Τα αντίστοιχα Περιφερειακά και Τοπικά Σχέδια καταρτίζονται από την Αυτοτελή Διεύθυνση Πολιτικής Προστασίας των Περιφερειών και τα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων, αντίστοιχα.

4. Στα Περιφερειακά και Τοπικά Σχέδια των Περιφερειών και των Δήμων, όπως αυτά ορίζονται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 των άρθρων 20 και 21 του παρόντος, αντίστοιχα, συμπεριλαμβάνονται Ειδικά Σχέδια για την προληπτική οργανωμένη απομάκρυνση των πολιτών, τα οποία καταρτίζονται με τη συνδρομή των κατά τόπους αρμόδιων αστυνομικών, πυροσβεστικών, υγειονομικών και λιμενικών αρχών.
Ειδικότερα, τα ανωτέρω σχέδια περιλαμβάνουν, ιδίως,:
α. Διαδικασίες για τη λήψη απόφασης οργανωμένης απομάκρυνσης πολιτών για λόγους προστασίας της ζωής ή της υγείας τους, από εν εξελίξει ή από επαπειλούμενο κίνδυνο ή απειλή.
β. Εναλλακτικές οδεύσεις απομάκρυνσης και μέτρα εξασφάλισής της, όπως ενδεικτικά η προσωρινή μονοδρόμηση οδών διπλής κατεύθυνσης.
γ. Τρόπους και δυνατότητες μεταφοράς πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης μέσων μαζικής μεταφοράς.
δ. Διαδικασίες για την ενημέρωση του κοινού πριν και κατά τη διάρκεια της οργανωμένης απομάκρυνσης, συμπεριλαμβανομένων και των ατόμων με κινητικές δυσκολίες ή ειδικές ανάγκες.
ε. Δράσεις για την εύρεση θέσεων κατάλληλων χώρων υποδοχής, προσωρινής καταφυγής, στέγασης και παροχής διοικητικής μέριμνας.

Η εκτίμηση της επικινδυνότητας όλων των φάσεων του κύκλου καταστροφών καθορίζει τη στρατηγική που πρόκειται να ακολουθηθεί, το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό, τα υλικά και μέσα για την αντιμετώπιση των καταστροφικών φαινομένων και των επιπτώσεών τους και συντελείται, αμέσως μετά την αρχική κινητοποίηση με ευθύνη της Ομάδας Πρώτης (1ης) Απόκρισης. Ενημερώνονται άμεσα, δια του Π.Ε.ΚΕ.Π.Π., ο κατά τόπο Περιφερειακός Συντονιστής Πολιτικής Προστασίας, ο οποίος ενημερώνει τον Επικεφαλής Π.Δ.Ε.Α., τους προέδρους των Τ.Ε.Σ.Ο.Π.Π. (σε επίπεδο Δήμου) ή Π.Ε.Σ.Ο.Π.Π. (σε επίπεδο Περιφέρειας) και το Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ..

1. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης πολιτικής προστασίας συντρέχει σε περίπτωση συντελεσθείσας φυσικής και τεχνολογικής καταστροφής ευρείας κλίμακας στον πληθυσμό και στις υποδομές, για την αντιμετώπιση της οποίας δεν επαρκούν οι άμεσα διαθέσιμοι πόροι, μέσα και υλικά των φορέων διαχείρισης σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο και απαιτείται η λήψη έκτακτων μέτρων αποκατάστασης ορισμένης χρονικής διάρκειας, έτσι όπως ορίζεται στο κείμενο θεσμικό πλαίσιο, από τις κατευθυντήριες οδηγίες, τις εγκυκλίους και τις κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, αναφορικά με την κήρυξη περιοχών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης πολιτικής προστασίας. Τυχόν ειδικότερα ζητήματα που δεν συμπεριλαμβάνονται στα ανωτέρω, ρυθμίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του εκάστοτε συναρμόδιου Υπουργού.

2. Η κήρυξη μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης πολιτικής προστασίας από φυσικές, τεχνολογικές και λοιπές καταστροφές αίρεται αυτοδικαίως με την πάροδο εξαμήνου, δύναται δε να ανανεώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, ύστερα από βεβαίωση των κατά περίπτωση αρμόδιων αποκεντρωμένων οργάνων πολιτικής προστασίας ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι κήρυξης, καθώς και με ειδική αιτιολογία για τους λόγους για τους οποίους οι επιπτώσεις από τις καταστροφές δεν έχουν ακόμη αντιμετωπισθεί.

1. Λόγω επαπειλούμενου κινδύνου ή προειδοποίησης για εκδήλωση αυξημένης διακινδύνευσης συμβάντων φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών, ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας δύναται να κηρύσσει τις επαπειλούμενες περιοχές σε Κατάσταση Ειδικής Κινητοποίησης Πολιτικής Προστασίας.

2. Στην Κατάσταση Ειδικής Κινητοποίησης Πολιτικής Προστασίας λαμβάνονται μέτρα ορισμένης χρονικής διάρκειας, αντίστοιχα με εκείνα της κήρυξης μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης Πολιτικής Προστασίας.

3. Οι ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις, κριτήρια, διαδικασίες, λοιπά τεχνικά ζητήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας.

1. Η οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση πολιτών από μια περιοχή (ολική ή μερική) αποτελεί προληπτικό μέτρο πολιτικής προστασίας και οργανώνεται για την προστασία της ζωής και της υγείας των πολιτών, όταν τεκμηριωμένα μία περιοχή εκτιμάται ότι, απειλείται από εξελισσόμενη ή επικείμενη καταστροφή και ο κίνδυνος λόγω της παραμονής των πολιτών σε αυτή είναι σοβαρός.

2. Η απόφαση για την οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση πολιτών λαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 29 και σύμφωνα με το κείμενο θεσμικό πλαίσιο, τις κατευθυντήριες οδηγίες, εγκυκλίους και κανονιστικές πράξεις της διοίκησης αναφορικά με αυτή και το οποίο παραμένει σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Τυχόν ειδικότερα ζητήματα, που δεν συμπεριλαμβάνονται στα ανωτέρω, ρυθμίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και των εκάστοτε συναρμόδιων Υπουργών, μετά από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄: ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ

1. Στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας συστήνεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, Επιτροπή Εκτίμησης Κινδύνου η οποία, ανεξάρτητα από την κήρυξη κάποιας περιοχής σε Κατάσταση Ειδικής Κινητοποίησης Πολιτικής Προστασίας, μπορεί να χαρακτηρίζει, ως κατεπείγοντα και άμεσης υλοποίησης, προληπτικής φύσεως έργα ή εργασίες των Δήμων ή Περιφερειών ή της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας ή οποιουδήποτε άλλου αρμόδιου φορέα του Δημοσίου που διακρίνονται σε:
α. έργα ή εργασίες καθαρισμού,
β. έργα ή εργασίες αντιπλημμυρικής θωράκισης μικρής κλίμακας,
γ. έργα ή εργασίες διάνοιξης αντιπυρικών ζωνών,
δ. έργα ή εργασίες συντήρησης δασικού οδικού δικτύου,
ε. έργα ή εργασίες για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας,
στ. έργα ή εργασίες ανάσχεσης ή αποκατάστασης διάβρωσης εδαφών βασικών οδικών δικτύων ή αντιστήριξης πρανών ή αποτροπής κατολισθητικών φαινομένων και
ζ. έργα ή εργασίες που αφορούν σε αναγκαίες επιχειρησιακά κτιριακές υποδομές του Εθνικού Μηχανισμού, η. έργα ή εργασίες άμεσης αντιμετώπισης κινδύνων από φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές, κατ΄ εφαρμογή των προβλεπόμενων στα Γενικά Σχέδια Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Διαχείρισης Συνεπειών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας.

2. Στην Επιτροπή της παραγράφου 1 συμμετέχουν με τους αναπληρωτές τους:
α. ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, ως Πρόεδρος,
β. ο Διοικητής του Συντονιστικού Οργάνου Πολιτικής Προστασίας,
γ. ο Γενικός Διευθυντής Συντονισμού,
δ. ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, ε. ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών,
στ. ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
ζ. ένας εκπρόσωπος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας,
η. ο Περιφερειακός Διοικητής χωρικής ενότητας του έργου,
θ. ένας εκπρόσωπος της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας (ΕΝ.Π.Ε.) όταν πρόκειται για έργο της Περιφέρειας ή της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Ε.) όταν πρόκειται για έργο Δήμου.

3. Σε περίπτωση που ένα έργο ή εργασία, έχει χαρακτηριστεί ως κατεπείγον και άμεσης υλοποίησης, η εκτέλεσή του ακολουθεί τις διαδικασίες των άρθρων 25 και 26 του παρόντος κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης και η έγκριση τυχόν περιβαλλοντικών όρων και λοιπών αδειοδοτικών απαιτήσεων πραγματοποιείται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων και Περιβάλλοντος της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών.

4. Οι ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις, κριτήρια, διαδικασίες, λοιπά τεχνικά ζητήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος καθορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας.

ΜΕΡΟΣ Β΄: ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΑΠΟΣΤΟΛΗ - ΔΡΑΣΕΙΣ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

1. Οι Εθελοντές Πολιτικής Προστασίας, που υπηρετούν ως υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., κρατικών Ν.Π.Ι.Δ., Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού ή εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα και κινητοποιηθούν, απασχοληθούν ή αξιοποιηθούν με την ιδιότητά τους ως Εθελοντές στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, δικαιούνται υποχρεωτικής, ισόχρονης άδειας απουσίας από την κύρια απασχόλησή τους, η οποία δεν συνυπολογίζεται στον συνολικό χρόνο της προβλεπόμενης κανονικής ετήσιας άδειας. Για τη λήψη της εν λόγω άδειας, απαιτείται η χορήγηση βεβαίωσης του κατά τόπο Περιφερειακού Συντονιστή Πολιτικής Προστασίας, στην οποία θα περιγράφονται με σαφήνεια ο χρόνος απασχόλησης και η φύση των ανατεθειμένων καθηκόντων.

2. Ο χρόνος συμμετοχής στις δράσεις της προηγούμενης παραγράφου λογίζεται ως χρόνος απασχόλησης στην κύρια εργασία του Εθελοντή, με όλα τα εργασιακά δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, πλην της υποχρέωσης καταβολής αμοιβής από τον εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή, οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και του εργαζομένου Εθελοντή καλύπτονται, από τον φορέα κύριας απασχόλησης του, για Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., κρατικά Ν.Π.Ι.Δ. ή Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού και από τον κρατικό προϋπολογισμό, στην περίπτωση απασχόλησής του στον ιδιωτικό τομέα.

1. Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του παρόντος, δύναται να εγγράφει στον προϋπολογισμό της, ειδική πίστωση ενίσχυσης των ενταγμένων στο Μ.Ε.Ο.Π.Π. Εθελοντικών Οργανώσεων σε υλικά, εξοπλισμό και μέσα. Η ανωτέρω πίστωση εγκρίνεται κατόπιν υποβολής σχεδίου δράσης από τις Εθελοντικές Οργανώσεις, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας ύστερα από εισήγηση της Διεύθυνσης Εθελοντισμού και Εκπαίδευσης και λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμικότητα, ενεργητικότητα και συμμετοχή σε δράσεις της Οργάνωσης, σύμφωνα με τα τηρούμενα στοιχεία στο Ε.Μ.Ε.Π.Π..

2. Οι Εθελοντικές Οργανώσεις δύναται να καταστούν δικαιούχοι, μέσω της Γ.Γ.Π.Π., ευρωπαϊκών προγραμμάτων και χρηματοδοτικών πρωτοκόλλων, στα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης, για απόκτηση εξοπλισμού και πραγματοποίηση εκπαίδευσης.

3. Οι Εθελοντικές Οργανώσεις που ενισχύονται από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας δεν δύναται να λάβουν έτερους πόρους από άλλους φορείς του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Είδη ρουχισμού και υπόδησης δύνανται να παραχωρούνται σε αυτούς από ίδιους πόρους των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού.

4. Στις περιπτώσεις λύσεως ή διαγραφής των Εθελοντικών Οργανώσεων από το Μ.Ε.Ο.Π.Π., οι ανωτέρω χρηματικά αποτιμητέες ενισχύσεις επιστρέφονται, με ευθύνη των οργάνων διοίκησής των οργανώσεων, αναλογικά και σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.

5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στη διαδικασία ενίσχυσης των Εθελοντικών Οργανώσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

1. Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 36 του ν. 3801/ 2009 (Α΄ 163), η παράγραφος 7 αναριθμείται σε 8 και προστίθεται νέα παράγραφος 7, η οποία έχει ως εξής: «7. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας επιτρέπεται η κατ΄ εξαίρεση οδήγηση και χειρισμός από Εθελοντές Πολιτικής Προστασίας μελών Εθελοντικών Οργανώσεων Πολιτικής Προστασίας ενταγμένων στο Μ.Ε.Ο.Π.Π., πυροσβεστικών οχημάτων, υδροφόρων και λοιπών οχημάτων, τα οποία φέρουν κρατικές πινακίδες - πινακίδες Μηχανήματος Έργου (ΜΕ) - πινακίδες Αγροτικού Μηχανήματος (ΑΜ) ή οποιεσδήποτε άλλες συμβατικές πινακίδες και ανήκουν στους Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, για την αντιμετώπιση φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών ή άλλων λοιπών απειλών. Οι ανωτέρω Εθελοντές προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, αμισθί, άνευ έτερης αποζημίωσης ή άλλου τυχόν επιδόματος. Για τη ρύθμιση ζητημάτων που ανακύπτουν συνεπεία τροχαίων ατυχημάτων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 976/1979 (Α΄ 236). Για την έκδοση της ως άνω απόφασης οι ανωτέρω Εθελοντές απαιτείται: α. Να διαθέτουν την ανάλογη άδεια οδήγησης, ενδεικτικά, αναφερόμενων των αδειών Β, Γ, Ε. β. Να έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία το ειδικό Σχολείο του Κέντρου Εκπαίδευσης της Εθνικής Σχολής Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων της Γ.Γ.Π.Π., έχοντας λάβει την οικεία βεβαίωση χειρισμού πυροσβεστικών οχημάτων-μηχανημάτων. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Εθνικής Σχολής Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας δύναται να εκδίδει απόφαση έγκρισης οδήγησης και χειρισμού των παραπάνω οχημάτων, τα οποία πρέπει να πληρούν όλες τις κατά νόμο αναγκαίες προϋποθέσεις κυκλοφορίας και χρήσης, κατόπιν σχετικής εισήγησης των Επιτροπών των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 13 του π.δ. 62/2018 (Α΄ 121). Οι ήδη πιστοποιημένοι, μέσω της Πυροσβεστικής Ακαδημίας, Εθελοντές Πολιτικής Προστασίας, και μέχρι την έναρξη λειτουργίας της ως άνω Σχολής, δύνανται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας να οδηγούν και να χειρίζονται πυροσβεστικά οχήματα που φέρουν οποιασδήποτε κατηγορίας πινακίδες (κρατικές, ΜΕ, ΑΜ) σύμφωνα με την ανάλογη κατηγορία διπλώματος που κατέχουν».

2. Μετά το τέλος του εδαφίου β΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 47 του ν. 4250/2014 (Α΄ 74), προστίθεται εδάφιο γ΄ ως ακολούθως: γ.«Η ανωτέρω αναβλητική αίρεση δεν εφαρμόζεται για τους Εθελοντές Πολιτικής Προστασίας στους οποίους έχει χορηγηθεί η κατ΄ εξαίρεση άδεια οδήγησης και χειρισμού οχημάτων και μηχανημάτων της παραγράφου 7 του άρθρου 36 του ν. 3801/2009, η διάρκεια της οποίας δύναται να ισχύει για το χρονικό διάστημα ισχύος της ιδιότητας του Εθελοντή Πολιτικής Προστασίας, υπό την ταυτόχρονη προϋπόθεση ότι η ανάλογη άδεια οδήγησης είναι σε ισχύ».

3. Με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος δύνανται να παραχωρούνται δωρεάν, κατά χρήση αποσυρθέντα οχήματα του Π.Σ. σε ενταγμένες Εθελοντικές Οργανώσεις στο Μ.Ε.Ο.Π.Π. οι οποίες υποστηρίζουν τη δράση της Δασοπυρόσβεσης. Το κόστος λειτουργίας, συντήρησης και ασφάλισης του παραχωρηθέντος εξοπλισμού, όπως και κάθε άλλο προκύπτον κόστος, καλύπτεται από τις οικείες Εθελοντικές Οργανώσεις. Σε περίπτωση λύσης ή διάλυσης των Εθελοντικών Οργανώσεων ή διαγραφής τους από το Μ.Ε.Ο.Π.Π., τα ως άνω οχήματα επιστρέφουν υποχρεωτικά στο Π.Σ. με ευθύνη των οργάνων διοίκησής τους.

ΜΕΡΟΣ Γ΄: ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Το Τμήμα Υγείας και Ασφάλειας είναι αρμόδιο για:
α. Την παρακολούθηση και τον έλεγχο της τήρησης των μέτρων σχετικά με την ασφάλεια και υγεία εργαζομένων στον χώρο εργασίας, τη διαρκή ενημέρωση για νέες εξελίξεις και την άμεση συμβολή στην υλοποίησή τους.
β. Την παρακολούθηση και λήψη μέτρων σε περίπτωση ατυχημάτων που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της εργασίας και την υγειονομική διαχείρισή τους.
γ. Την ανάλυση των στατιστικών δεδομένων που προκύπτουν από πάσης φύσεως ατυχήματα σχετιζόμενα με το πυροσβεστικό έργο και τη σύνταξη μελετών, εισηγήσεων και προτάσεων για την αναβάθμιση του παρεχόμενου πλαισίου υγείας και ασφάλειας.
δ. Την έκδοση των αναγκαίων διαταγών και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου και των προβλεπόμενων μέτρων για την προαγωγή της υγείας και ασφάλειας των υπαλλήλων στον χώρο εργασίας.
ε. Τη μελέτη των συνθηκών και την εκτίμηση του κινδύνου στον χώρο εργασίας, την υποβολή προτάσεων και μέτρων για τη βελτίωση και εξασφάλιση της υγείας και ασφάλειας του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος.
στ. Τη συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς σε θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.
ζ. Την κατάρτιση, σε συνεργασία με το Τμήμα Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης, προγραμμάτων εκπαίδευσης του προσωπικού και τη διαρκή ενημέρωσή του σε θέματα υγείας και ασφάλειας κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής δραστηριότητας.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, ρυθμίζονται θέματα προστασίας της υγείας και ασφάλειας του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Μακρά αναρρωτική άδεια είναι η κατάσταση του πυροσβεστικού προσωπικού που τίθεται προσωρινώς εκτός υπηρεσίας ένεκα νοσήματος ή τραύματος, ύστερα από γνωμάτευση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του Πυροσβεστικού Σώματος.

1. Η τήρηση των ατομικών βιβλιαρίων των υπαλλήλων γίνεται ηλεκτρονικά.

2. Τα ατομικά βιβλιάρια αποτελούν απόρρητα έγγραφα και απαγορεύεται να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου αυτών τρίτα πρόσωπα. Αντίγραφα ή αποσπάσματα χορηγούνται, εφόσον ζητηθεί, σε δικαστικές αρχές ή σε συλλογικά όργανα της διοίκησης, για τη διεύρυνση υπόθεσης που εκκρεμεί σε αυτές.

3. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την έκδοση των ηλεκτρονικών ατομικών βιβλιαρίων των υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος εκδίδονται πυροσβεστικές διατάξεις ή κανονιστικές πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται:
α. Προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα παθητικής και ενεργητικής πυροπροστασίας για την πρόληψη και καταστολή των πυρκαγιών στις επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις κάθε δραστηριότητας.
β. Προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας σε οικοπεδικούς και λοιπούς ακάλυπτους χώρους, στις δασικές, αγροτικές και συναφείς εκτάσεις.
γ. Διοικητικές διαδικασίες και δικαιολογητικά έγκρισης μελετών ενεργητικής πυροπροστασίας και χορήγησης πιστοποιητικού (ενεργητικής) πυροπροστασίας, η απαίτηση εφοδιασμού με πιστοποιητικό (ενεργητικής) πυροπροστασίας και η χρονική διάρκεια ισχύος του ανάλογα με τη φύση της δραστηριότητας, καθώς και κάθε άλλη ειδικότερη διαδικασία που απαιτείται για τη χορήγηση των ανωτέρω εγγράφων.
2. Οι πυροσβεστικές διατάξεις εγκρίνονται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
3. Η Πυροσβεστική Αρχή δύναται να επιβάλει στους παραβάτες των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας πυροπροστασίας, διοικητικό πρόστιμο από διακόσια (200) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό υπαιτιότητας του δράστη, τον βαθμό άμεσης συμμόρφωσης, τις επιπτώσεις στο ευρύ κοινό, το μέγεθος και τη διάρκεια της ενδεχόμενης πυροσβεστικής επιχείρησης. Τα πρόστιμα του προηγούμενου εδαφίου δύναται να επαυξάνονται στο διπλάσιο σε περίπτωση υποτροπής εντός διαστήματος ενός (1) έτους. Η Πυροσβεστική Αρχή δύναται επίσης, πριν την εφαρμογή των κυρώσεων των προηγούμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου, εφόσον κρίνει ότι οι συντελούμενες παραβάσεις είναι ήσσονος σημασίας, να προβαίνει σε συστάσεις και χορήγηση αποκλειστικής προθεσμίας για άρση της παράβασης. Τα ποσά των διοικητικών προστίμων εισπράττονται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Η Πυροσβεστική Αρχή, εφόσον διαπιστώσει ότι υφίσταται άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια, δύναται να επιβάλει απευθείας διοικητικά μέτρα, όπως προσωρινή ή οριστική παύση ή αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης ή εγκατάστασης μέσω της σφράγισης αυτής με τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών.
4. Τα ειδικότερα θέματα σχετικά με τον τρόπο, τον τύπο και τη διαδικασία επιβολής και είσπραξης των προστίμων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παραγράφου 3 του παρόντος, καθορίζονται με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος ή με πυροσβεστική διάταξη, η οποία εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη και Οικονομικών.
5. Ο έλεγχος για την εφαρμογή των πυροσβεστικών διατάξεων, των κανονισμών πυροπροστασίας και γενικά της νομοθεσίας πυρασφάλειας, καθώς και η επιβολή των κυρώσεων και διοικητικών μέτρων ανήκει στα πυροσβεστικά όργανα, τα οποία υποχρεούνται να διευκολύνουν οι ιδιοκτήτες ή εκμεταλλευόμενοι τις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις ή οι εργοδότες κατά την έννοια της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 3850/2010    (Α΄ 84), όπως κάθε φορά ισχύει, σε όλες τις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα που αφορούν. Σε περίπτωση άρνησης ή παρεμπόδισης του ασκούμενου ελέγχου, από τον ιδιοκτήτη - εκμεταλλευτή της επιχείρησης - εγκατάστασης ή άρνησης με οποιονδήποτε τρόπο από τον ιδιοκτήτη - εκμεταλλευτή της επιχείρησης χορήγησης στα αρμόδια πυροσβεστικά όργανα κάθε στοιχείου - εγγράφου απαραίτητου για τη διεξαγωγή του ελέγχου, τα πυροσβεστικά όργανα δύνανται να ζητήσουν τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας και παρουσία της πραγματοποιείται ο έλεγχος, ενώ στον ιδιοκτήτη - εκμεταλλευτή δύνανται να επιβάλλονται οι κυρώσεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Για τον έλεγχο των επιχειρήσεων και εγκαταστάσεων που αφορούν δημόσια θεάματα, η είσοδος των πυροσβεστικών οργάνων είναι ελεύθερη.
6. Κανονιστικές πράξεις που θεσπίζουν απαιτήσεις ή δικαιολογητικά, που σχετίζονται με την επιβολή και τήρηση των μέτρων και μέσων ενεργητικής πυροπροστασίας, το πιστοποιητικό (ενεργητικής) πυροπροστασίας και τη διάρκεια ισχύος του και κάθε άλλη ή ειδικότερη διαδικασία του παρόντος άρθρου, και δεν προβλέπονται ή απαιτούνται από πυροσβεστικές διατάξεις, συνυπογράφονται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη μετά από σύμφωνη γνώμη του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος.
7. Την ευθύνη για την τοποθέτηση, τη συντήρηση και την καλή λειτουργία όλων των προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων και μέσων πυροπροστασίας στις επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις έχει ο ιδιοκτήτης ή ο εκμεταλλευτής τους.
8. Για την υποβολή καταγγελίας που αφορά επιχειρήσεις-εγκαταστάσεις και λοιπές δραστηριότητες του παρόντος, καταβάλλεται από τον καταγγέλλοντα παράβολο, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη.

1. Τα διατιθέμενα στην αγορά κατασβεστικά μέσα και υλικά υπόκεινται, πέραν των άλλων ελέγχων και σε έλεγχο καταλληλότητας, σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία. Ο έλεγχος αυτός διενεργείται από το Γενικό Χημείο του Κράτους και το Πυροσβεστικό Σώμα. Στους παραβάτες επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο.

2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζονται τα θέματα συνεργασίας των υπηρεσιών της προηγούμενης παραγράφου, τα αρμόδια για τον έλεγχο όργανα, ο τρόπος ελέγχου και η διαδικασία, το ύψος, τα αρμόδια όργανα και η διαδικασία επιβολής του προστίμου, η διαδικασία και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την καταχώριση σε Μητρώο των κατασβεστικών υλικών και μέσων, η διαδικασία ελέγχου της φυσικοχημικής τους συμπεριφοράς, οι όροι και προϋποθέσεις καταλληλότητας, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την αποτροπή ενδεχόμενων βλαβών στον ανθρώπινο οργανισμό και το περιβάλλον.

3. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται η συγκρότηση, η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας Επιτροπών από Αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος, που έχουν την ιδιότητα του τεχνικού επιστήμονα για την αξιολόγηση υλικών και μέσων πυροπροστασίας ώστε να γίνονται αποδεκτά κατά την άσκηση της προληπτικής πυροπροστασίας, που διενεργείται από τα Γραφεία Πυρασφάλειας των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών.

1. Στο άρθρο 104 του Π.Δ. 210/1992    (Α΄ 99), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 10, η οποία έχει ως εξής: «10. Στις γυναίκες πυροσβεστικούς υπαλλήλους χορηγείται, κατόπιν βεβαίωσης του θεράποντος ιατρού, ειδική άδεια με αποδοχές μίας (1) ημέρας κατ΄ έτος, προκειμένου να υποβληθούν σε ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο».

2. Το άρθρο 116 του Π.Δ. 210/1992    αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 116 Ασθενείς ελεύθεροι υπηρεσίας

1. Οι ασθενείς μπορούν ύστερα από γνωμάτευση του υπηρεσιακού γιατρού να αφεθούν ελεύθεροι υπηρεσίας στις εξής περιπτώσεις:
α. Μέχρι τρεις (3) ημέρες, εφόσον η πάθησή τους δικαιολογεί την αποχή από τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα.
β. Μέχρι τρεις (3) ακόμη ημέρες, αν δεν έχουν αποθεραπευθεί από την πάθηση για την οποία αρχικά αφέθηκαν ελεύθεροι υπηρεσίας.
γ. Μέχρι τρεις (3) ακόμη ημέρες, αν μετά την πάροδο των προηγούμενων ημερών ελευθερίας από την υπηρεσία δεν αποθεραπεύθηκαν ή αρρώστησαν από διαφορετική πάθηση.
δ. Αν οι ασθενείς, μετά την πάροδο των έξι (6) ή εννέα (9) ημερών, αντίστοιχα, δεν αποθεραπευθούν, ο υπηρεσιακός γιατρός μεριμνά για την παραπομπή τους σε Νοσοκομείο ή στην Επιτροπή αναρρωτικών αδειών, εφόσον για την πάθησή τους δεν απαιτείται νοσηλεία.

2. Τα όρια των έξι (6) ή εννέα (9) ημερών υπολογίζονται κατά περίπτωση, είτε η αποχή είναι συνεχής, είτε τμηματική, μέσα σε έναν μήνα από την έναρξη της πρώτης αποχής.

3. Όσοι εξέρχονται από το νοσοκομείο με ένδειξη χορήγησης αναρρωτικής άδειας, θεωρούνται ελεύθεροι υπηρεσίας από την ημέρα εξόδου τους, για πέντε (5) ημέρες, οπότε και παρουσιάζονται στην επιτροπή αναρρωτικών αδειών. Όταν στο εξιτήριο του νοσοκομείου αναγράφεται ότι ο ασθενής μπορεί να παραμείνει ελεύθερος υπηρεσίας, ο ασθενής μπορεί να παραμείνει ελεύθερος υπηρεσίας μέχρι έξι (6) ημέρες.

4. Οι ασθενείς ελεύθεροι υπηρεσίας απαγορεύεται να απομακρύνονται από την οικία τους χωρίς δικαιολογημένη αιτία. Για δικαιολογημένη απομάκρυνση από την περιφέρεια της υπηρεσίας τους, που είναι η κατοικία τους απαιτείται άδεια του προϊσταμένου της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν, που χορηγείται ύστερα από γνωμάτευση του υπηρεσιακού γιατρού».

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 122 του Π.Δ. 210/1992    (Α΄ 99) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η παραπάνω επιτροπή έχει ως αρμοδιότητα να χορηγεί στο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος που πάσχει από μία ή περισσότερες παθήσεις τις εξής αναρρωτικές άδειες:
α. Μέχρι δεκαπέντε (15) ημέρες αρχικά.
β. Μέχρι δεκαπέντε (15) ημέρες ακόμα σε περίπτωση μη αποθεραπείας ή άλλης ασθένειας.
γ. Σε περίπτωση που η πάθηση του ασθενή απαιτεί την παραμονή του σε αναρρωτική άδεια πέραν του χρόνου των τριάντα (30) ημερών, δύναται να χορηγηθεί αναρρωτική άδεια συνολικά μέχρι εξήντα (60) ημέρες. Αν η πάθηση του ασθενή απαιτεί περαιτέρω παραμονή σε αναρρωτική άδεια, αυτή θα αξιολογείται από την Αναθεωρητική Επιτροπή του Στρατού. Η αναρρωτική άδεια μπορεί να διανυθεί και στην αλλοδαπή ύστερα από έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τις άδειες του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος. Οι επιστρέφοντες από αναρρωτικές άδειες εκτός των μακρών υποχρεούνται να παρουσιάζονται στον εκτελούντα την Υγειονομική Υπηρεσία γιατρό, ο οποίος αποφαίνεται εάν είναι ικανοί να αναλάβουν υπηρεσία ή όχι.
δ. Σε περίπτωση που για την ίαση ή αποθεραπεία πάθησης ασθενούς δεν κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση αναρρωτικής άδειας, με απόφαση της οικείας Επιτροπής, τίθεται αυτός σε ελαφρά υπηρεσία, για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μήνες, συνολικά ή τμηματικά. Το ίδιο δικαίωμα έχει και η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή Πυροσβεστικού Σώματος για τις περιπτώσεις που παραπέμπονται σε αυτήν και για χρονικό διάστημα μέχρι τρείς (3) μήνες, συνολικά ή τμηματικά. Υπάλληλος του πυροσβεστικού προσωπικού που τίθεται σε ελαφρά υπηρεσία εκτελεί όλες τις υπηρεσίες και τα καθήκοντα που επιτρέπει η κατάσταση της υγείας του, εκτός από υπηρεσίες εξόδων πυρκαγιάς».

ΜΕΡΟΣ Δ΄: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Όταν πρόκειται να συναφθούν συμβάσεις από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εκτιμώμενης αξίας μεγαλύτερης των τριάντα εκατομμυρίων (30.000.000) ευρώ, οι οποίες, εν όψει της φύσης ή του αντικειμένου τους, απαιτούν την υποστήριξη της αναθέτουσας αρχής από εξειδικευμένους συμβούλους οποιασδήποτε ειδικότητας, όπως, ιδίως, τεχνικού, νομικού, οικονομικού και συμβούλου οργάνωσης, επιτρέπεται η ανάθεση των εν λόγω υπηρεσιών συμβούλων έναντι συνολικής αμοιβής μέχρι των ορίων των περιπτώσεων β΄ και γ΄, κατά περίπτωση, του άρθρου 5 του ν. 4412/2016 με προσφυγή σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης και με ανάρτηση της πρόσκλησης του καλούμενου φορέα στην ιστοσελίδα της αναθέτουσας αρχής.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 22 του ν. 4139/2013 (Α΄ 74) αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Οι εγκεκριμένοι φορείς του άρθρου 51, καθώς και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού μπορεί να λειτουργούν Χώρους Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ). Στους Χώρους Εποπτευόμενης Χρήσης παρέχονται υπηρεσίες για την ασφαλέστερη χρήση ναρκωτικών ουσιών και τη μείωση της βλάβης και των αρνητικών συνεπειών που συνδέονται με τη χρήση ναρκωτικών. Σκοπός λειτουργίας των ΧΕΧ είναι η προαγωγή της υγείας των ενεργών χρηστών, η προστασία της δημόσιας υγείας, η μείωση του επιπολασμού των μολυσματικών ασθενειών στον πληθυσμό των τοξικοεξαρτημένων, η πρόληψη και η έγκαιρη παρέμβαση για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, η μείωση της δημόσιας όχλησης, η κινητοποίηση των χρηστών και η προετοιμασία τους για ένταξη σε προγράμματα θεραπείας. Οι Χώροι Εποπτευόμενης Χρήσης δύναται να λειτουργούν και υπό τη μορφή κινητών μονάδων. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των ΧΕΧ, τα θέματα στελέχωσης και στέγασης, η δημιουργία, η τήρηση και η λειτουργία του Μητρώου Καταγραφής Ληπτών Υπηρεσιών τους, το είδος, ο τύπος και οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των κινητών μονάδων και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Οι Χώροι Εποπτευόμενης Χρήσης λειτουργούν, ύστερα από άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Η κατοχή και η χρήση ναρκωτικών ουσιών από τα άτομα που λαμβάνουν τις υπηρεσίες των ΧΕΧ και εντός των παραπάνω Εποπτευόμενων Χώρων Χρήσης δεν αποτελεί άδικη πράξη.».