Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 251 - 300, σε σύνολο 678
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Εξακρίβωση ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία το Κράτος μέλος πιστοποιεί, μετά από δοκιμές, ότι κάθε μηχάνημα ή κάθε στοιχείο κατασκευής ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της παρούσας και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Εξάπλωση
Ορισμός 1: Είναι ένα μέτρο εργασιμότητας που εκφράζεται με τη μέση διάμετρο σε cm, που αποκτά μια κωνική στήλη νωπού σκυροδέματος, η οποία μορφώθηκε επάνω στην τράπεζα εξάπλωσης, έπειτα από ορισμένο αριθμό κύκλων ανύψωσης και ελεύθερης πτώσης του ενός άκρου της τράπεζας (EΛΟΤ ΕΝ 12350.05).

Εξαρτώμενος ΗΗΕ
Ορισμός 1: Ο ΗΗΕ που χρειάζεται ηλεκτρικά ρεύματα ή ηλεκτρομαγνητικά πεδία για να επιτελέσει μία τουλάχιστον από τις σκοπούμενες λειτουργίες του.

Εξέταση τύπου ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ο αναγνωρισμένος για το σκοπό αυτό από Κράτος μέλος Οργανισμός διαπιστώνει, μετά από δοκιμές, και βεβαιώνει ότι ένας τύπος μηχανήματος ή/και στοιχείο κατασκευής ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Εξίδρωση
Ορισμός 1: Είναι η ανάδυση νερού στην επιφάνεια του μόλις διαστρωμένου σκυροδέματος.

Έξοδος
Ορισμός 1: Έξοδος δια της οποίας παρέχεται δυνατότητα διαφυγής από ένα πυροδιαμέρισμα προς άλλο πυροδιαμέρισμα που βρίσκεται στον ίδιο όροφο ή από έναν όροφο κτιρίου προς όροφο γειτονικού κτιρίου που ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη και βρίσκεται στην ίδια περίπου στάθμη.

Έξοδος κινδύνου
Ορισμός 1: Είναι το άνοιγμα εισόδου που οδηγεί σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής, σε μια οδό ή κατευθείαν σ' έναν υπαίθριο ασφαλή χώρο από τον κίνδυνο της φωτιάς ή και του καπνού.

Έξοδος κινδύνου
Ορισμός 1: Άνοιγμα εισόδου σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής, ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο.

Εξοπλισμός
Ορισμός 1: Βλέπε εξοπλισμός προς χρήση σε εξωτερικούς χώρους.

Εξοπλισμός ατομικής προστασίας
Ορισμός 1: Κάθε εξοπλισμός τον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να φορά ή να φέρει κατά την εργασία, για να προστατεύεται από ένα ή περισσότερους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και κάθε συμπλήρωμα ή εξάρτημα του εξοπλισμού που εξυπηρετεί αυτό το σκοπό.

Εξοπλισμός διατρήσεων
Ορισμός 1: Το μηχάνημα που χρησιμοποιείται σε εργοτάξια για διατρήσεις οπών με:
-  κρουστική διάτρηση,
-  περιστροφική διάτρηση,
-  περιστροφική κρουστική διάτρηση.
Ο εξοπλισμός διατρήσεων παραμένει στάσιμος κατά τη διάτρηση. Είναι δυνατόν να είναι αυτοπροωθούμενος, από μία θέση εργασίας στην άλλη. Στον αυτοπροωθούμενο εξοπλισμό διατρήσεων περιλαμβάνεται ο στερεωμένος σε φορτηγά, τροχοφόρα πλαίσια, ρυμουλκά οχήματα, ερπυστριοφόρα οχήματα, πέδιλα ολίσθησης (ελκόμενα από βαρούλκο). Εξοπλισμός διατρήσεων στερεωμένος σε φορτηγά, ελκυστήρες και ρυμουλκά, ή σε τροχοφόρο βάση, είναι δυνατόν να μετακινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα καθώς και στο δημόσιο οδικό δίκτυο.

Εξοπλισμός εργασίας
Ορισμός 1: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία.

Εξοπλισμός πασσαλόπηξης
Ορισμός 1: Ο εξοπλισμός εγκατάστασης και εξαγωγής των πασσάλων, δηλαδή κρουστικές σφύρες, δονητές ή στατικές συ-σκευές ώθησης/έλξης των πασσάλων ενός συνόλου μηχανημάτων και εξαρτημάτων για την εγκατάσταση ή την αφαίρεση πασσάλων, ο οποίος περιλαμβάνει:
- συγκρότημα πασσαλόπηξης που αποτελείται από φέρον μηχάνημα (ερπυστριοφόρο, επί τροχών ή τροχιών, ελεύθερα κινούμενο εξάρτημα αρχικής τοποθέτησης, σύστημα αρχικής τοποθέτησης ή καθοδήγησης), 
- εξαρτήματα, δηλαδή κεφαλές πασσάλων, κράνη, λαμαρίνες, οδηγούς, συστήματα περίσφιξης, συσκευές για την μετακίνηση των πασσάλων, αντιθορυβικά πετάσματα και συσκευές απορρόφησης των κρούσεων και των κραδασμών, μονάδες παροχής ενεργείας/γεννήτριες και συστήματα ανύψωσης του προσωπικού ή εξέδρες.

Εξοπλισμός πλοίων
Ορισμός 1: Ο εξοπλισμός που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 3.

Εξοπλισμός προς χρήση σε εξωτερικούς χώρους ή εξοπλισμός
Ορισμός 1: Κάθε μηχανή η οποία είτε είναι αυτοκινούμενη είτε είναι δυνατόν να κινηθεί και η οποία, ανεξαρτήτως της(των) κινητήριας(-ων) διάταξης(-εων) της, προορίζεται, ανάλογα με τον τύπο της, να χρησιμοποιείται στο ύπαιθρο και συμβάλλει στην έκθεση σε θορύβους από το περιβάλλον. Η χρήση εξοπλισμού σε χώρο που δεν επηρεάζει ή επηρεάζει αμελητέα τη μετάδοση του ήχου (για παράδειγμα κάτω από τέντες, κάτω από υπόστεγα προστασίας από βροχή ή εντός οικοδομών) θεωρείται ως χρήση στο ύπαιθρο. Στον ανώτερο εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται και ο εξοπλισμός χωρίς κινητήρα, για βιομηχανική ή περιβαλλοντική εφαρμογή, ο οποίος προορίζεται, ανάλογα με τον τύπο του, να χρησιμοποιείται σε εξωτερικούς χώρους και συμβάλλει στην έκθεση σε θορύβους από το περιβάλλον. Όλοι οι ανωτέρω τύποι εξοπλισμού καλούνται στο εξής «εξοπλισμός».

Εξορυκτικές δια γεωτρήσεων βιομηχανίες
Ορισμός 1: Όλες οι βιομηχανίες οι οποίες, α. εξορύσσουν ορυκτές ύλες δια γεωτρήσεων ή/και β. προβαίνουν στην αναζήτηση κοιτασμάτων με σκοπό την εξόρυξη με τη μέθοδο αυτή ή/και γ. προετοιμάζουν τις εξορυχθείσες ύλες για την πώληση με εξαίρεση τις δραστηριότητες μεταποίησης των πρώτων υλών.

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων.

Ορισμός 2: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όχι απαραίτητα ο εμπορικός αντιπρόσωπος, εγκατεστημένο στην Κοινότητα, το οποίο έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να διεκπεραιώνει, εξ ονόματος του, όλες ή ορισμένες από τις υποχρεώσεις και διατυπώσεις που συνδέονται με τις Κοινοτικές Οδηγίες.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ε.Ε., που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματος του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετικών με τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή υπό την οικεία ενοριακή νομοθεσία.

Ορισμός 4: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων.

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει λάβει από κατασκευαστή γραπτή εντολή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων.

Εξουσιοδοτημένος Οργανισμός
Ορισμός 1: Ο Οργανισμός που είναι εξουσιοδοτημένος από την Ελληνική Κυβέρνηση να παρέχει τις προβλεπόμενες από την εκάστοτε κείμενη νομοθεσία, υπηρεσίες σε υπό ελληνική σημαία πλοία και στις διαχειρίστριες εταιρείες αυτών.

Εξωτερική απόσταση ασφαλείας
Ορισμός 1: Η ελάχιστη απόσταση που απαιτείται μεταξύ των τυχόν κτηρίων εκτός του Σταθμού και των επικίνδυνων στοιχείων του Σταθμού για την αποφυγή ατυχημάτων.

Εξωτερικό κλιμακοστάσιο
Ορισμός 1: Κλιμακοστάσιο του οποίου η μία τουλάχιστον πλευρά είναι ανοικτή προς το ύπαιθρο.

Εξωτερικός διάδρομος διαφυγής
Ορισμός 1: Διάδρομος του οποίου η μία τουλάχιστον κατακόρυφη επιμήκης επιφάνεια είναι ανοικτή προς το ύπαιθρο. (Η επιφάνεια αυτή θεωρείται ανοικτή ακόμα και αν περιέχει στηθαίο).

Εξωτερικός έλεγχος ποιότητας σκυροδέματος
Ορισμός 1: Είναι ο έλεγχος που διενεργείται από τον Κύριο του Εργου ή τον επιβλέποντα, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωση του σκυροδέματος, που παραλαμβάνεται στο έργο με βάση αυτόν τον Κανονισμό. Γίνεται: α) σύμφωνα με τα κριτήρια συμμόρφωσης εξωτερικού ελέγχου (ταυτοποίησης) του Κεφ. Γ1.2 εφόσον πρόκειται για εργοστασιακό σκυρόδεμα με πιστοποίηση ελέγχου παραγωγής, β) σύμφωνα με τα κριτήρια συμμόρφωσης εξωτερικού ελέγχου του Κεφ. Γ1.3, εφόσον πρόκειται για εργοστασιακό σκυρόδεμα χωρίς πιστοποίηση ελέγχου παραγωγής και γ) σύμφωνα με τα κριτήρια συμμόρφωσης εξωτερικού ελέγχου του Κεφ. Γ1.4, εφόσον πρόκειται για εργοταξιακό σκυρόδεμα, με δοκίμια που λαμβάνονται από τον Κύριο του Εργου ή τον επιβλέποντα σύμφωνα με το Κεφ. Γ1.1.

Επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης
Ορισμός 1: Συστήματα που δεν διέπονται από την Οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (EEL 6 της 10.1.1979), και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του αν η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική.

Επανειλημμένη επιβολή κυρώσεων για παρόμοιες παραβάσεις
Ορισμός 1: Η επιβολή στην ίδιο ελεγχόμενο τόπο εργασίας (όπως έδρα, παράρτημα, υποκατάστημα κτλ) τριών (3) τουλάχιστον διοικητικών κυρώσεων που αφορούν διαφορετικούς χρονικά ελέγχους για ίδιες παραβάσεις κατά την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία  διενέργειας  του  ελέγχου.  Τυχόν  αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης δεν επηρεάζει τον παραπάνω υπολογισμό.  

Επεξεργασία
Ορισμός 1: Οιαδήποτε δραστηριότητα μετά την παράδοση των ΑΗΗΕ (απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού) σε μονάδα απορρύπανσης, αποσυναρμολόγησης, τεμαχισμού, αξιοποίησης ή προετοιμασίας για διάθεση, καθώς και οιαδήποτε άλλη ενέργεια εκτελείται για την αξιοποίηση και/ή τη διάθεση των ΗΗΕ.

Επιβλέπων
Ορισμός 1: Είναι το νομικό ή φυσικό πρόσωπο, σύμφωνα με την κείμενη Νομοθεσία και τη Κατηγορία Εκτέλεσης Έργου (ΕΛΟΤ ΕΝ 13670 και ΕΛΟΤ ΕΝ 1990), που συνεπικουρούμενο από τον εργοδηγό, παραλαμβάνει το σκυρόδεμα και ελέγχει τα χαρακτηριστικά του (πυκνότητα ή φαινόμενο βάρος, κάθιση, % περιεκτικότητα αέρα), ελέγχει και υπογράφει το δελτίο αποστολής και το Έντυπο παραλαβής του σκυροδέματος, επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης, την αρτιότητα των ξυλοτύπων και την εκτέλεση της σκυροδέτησης (διάστρωση, συμπύκνωση και συντήρηση) και μεριμνά για την παρασκευή, σήμανση και συντήρηση των συμβατικών δοκιμίων ή των δοκιμίων έργου, μέχρις ότου αποσταλούν στο εργαστήριο.

Επιθεώρηση κλειστού χώρου
Ορισμός 1: Ο έλεγχος και η πραγματοποίηση μετρήσεων σ' έναν κλειστό χώρο και όχι η εκτέλεση εργασιών σ' αυτόν.

Επικίνδυνα εμπορεύματα σε στερεά χύδην μορφή
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε υλικό, εκτός υγρού ή αερίου, που αποτελείται από ένα συνδυασμό σωματιδίων, κόκκων ή οποιωνδήποτε μεγαλύτερων τεμαχίων υλικού, γενικά ομοιόμορφης σύνθεσης, το οποίο καλύπτεται από τον Κώδικα IMDG και φορτώνεται απευθείας στους χώρους φορτίου ενός πλοίου χωρίς ενδιάμεση μορφή συγκράτησης και περιλαμβάνει τέτοια υλικά φορτωμένα σε φορτηγίδα ή σε πλοίο που μεταφέρει φορτηγίδες.

Επικίνδυνα χημικά προϊόντα
Ορισμός 1: Χημικές ενώσεις, μίγματα ή διαλύματα σε στερεά, υγρά ή αέρια κατάσταση, που μπορεί να είναι επικίνδυνα για την ανθρώπινη ζωή (ενδεικτικά αναφέρονται τοξικά, ασφυξιογόνα, καυστικά, εύφλεκτα).

Επικίνδυνη ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Μια ατμόσφαιρα που περιέχει μια σημαντική ποσότητα εύφλεκτου αερίου σε μια περιεκτικότητα ικανή για ανάφλεξη, είναι συνώνυμο με το εκρηκτικό μίγμα αερίου και αέρα, το οποίο ορίζεται σαν μίγμα εύφλεκτων αερίων με αέρα υπό ατμοσφαιρικές συνθήκες και στο οποίο, μετά την ανάφλεξη η καύση απλώνεται διάχυτα στο επόμενο μίγμα. Σημείωση: Ο όρος αναφέρεται αποκλειστικά στον κίνδυνο που προέρχεται από την ανάφλεξη. Όταν ο κίνδυνος μπορεί να προέλθει από άλλες αιτίες όπως είναι η τοξικότητα, η ασφυξία ή η ραδιενέργεια, αυτό πρέπει να αναφέρεται ιδιαίτερα.

Επικίνδυνη ζώνη
Ορισμός 1: Κάθε ζώνη εντός ή και πέριξ του εξοπλισμού εργασίας στην οποία εκτιθέμενος ο εργαζόμενος υπόκειται σε κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια ή την υγεία του.

Επικίνδυνη περιοχή
Ορισμός 1: Μια περιοχή στην οποία υπάρχει ή μπορεί να υπάρχει επικίνδυνη ατμόσφαιρα.

Επικίνδυνο είδος
Ορισμός 1: Η συσκευασμένη επικίνδυνη ουσία. Οι επικίνδυνες ουσίες πρέπει να ευρίσκονται σε ένα κατάλληλο είδος συσκευασίας περιλαμβανομένων στον όρο αυτό των διαφόρων καλυμμάτων, περιβλημάτων και των μονάδων.

Επικίνδυνος χώρος
Ορισμός 1: Χώρος υψηλού βαθμού κινδύνου του κτιρίου ή χώρος που λόγω της υψηλής εγκατεστημένης ισχύος έχει αυξημένο κίνδυνο έναρξης φωτιάς.

Επίπεδα δράσης (AL)
Ορισμός 1: Τα λειτουργικά όρια που καθορίζονται με σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας κατάδειξης της συμμόρφωσης με τις σχετικές ELV ή, όπου απαιτείται, προκειμένου να ληφθούν τα σχετικά μέτρα προστασίας ή πρόληψης κατά το παρόν προεδρικό διάταγμα.

Επισκευή
Ορισμός 1: Η επιδιόρθωση και η αποκατάσταση της κατασκευαστικής ή της λειτουργικής ακεραιότητας μερών, καθώς και των κύριων και βοηθητικών συστημάτων του πλοίου που έχουν υποστεί βλάβη ή φθορά, εφόσον δεν συνεπάγονται ριζικές μεταβολές στην αρχική σχεδίαση και τη λειτουργία του.

Επισκευή – Συντήρηση
Ορισμός 1: Σύνολο συστηματικών ενεργειών που αποσκοπούν στην επιδιόρθωση εξοπλισμού ή στη δημιουργία κατάλληλων τεχνικών συνθηκών, προκειμένου να επιβραδυνθεί ο ρυθμός φθοράς του και να διασφαλιστεί η προβλεπόμενη λειτουργία του.

Επιτήρηση λειτουργίας
Ορισμός 1: Ο έλεγχος προκειμένου η εγκατάσταση να διατηρείται σε ετοιμότητα και να διασφαλίζεται η καλή λειτουργία της, καθώς και ο εντοπισμός αναγκών για τεχνική επέμβαση.

Επιφάνεια Εξαερισμού
Ορισμός 1: Ο εξαερισμός του χώρου πάνω από το φορτίο.

Επιφανειακή εξάπλωση της φλόγας
Ορισμός 1: Η διάδοση του μετώπου της φλόγας από την πηγή ανάφλεξης κατά μήκος της επιφάνειας του δομικού στοιχείου.

Επιχειρήσεις Αφαίρεσης − Κατεδάφισης Αμιάντου (Ε.Α.Κ.)
Ορισμός 1: Οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν την εκτέλεση εργασιών διαχείρισης αμιάντου και συγκεκριμένα:
α) Ε.Α.Κ. τύπου Α: νοούνται εκείνες οι Ε.Α.Κ. που ασχολούνται με κάθε είδους εργασίες σε όλα τα είδη αμιαντούχων υλικών (εύθρυπτα και μη εύθρυπτα).
β) Ε.Α.Κ. τύπου Β: νοούνται εκείνες που ασχολούνται με εργασίες μόνο σε μη εύθρυπτα αμιαντούχα υλικά.

Επιχείρηση
Ορισμός 1: Κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, εγκατάσταση και εργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσεται.

Εποπτεία
Ορισμός 1: Οι ενέργειες που πραγματοποιούνται από δημόσια αρχή προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι οικονομικοί φορείς, οι εγκαταστάσεις και τα προϊόντα συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία και δεν θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή άλλες πτυχές προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.
Στην  εποπτεία  συμπεριλαμβάνονται  ο  σχεδιασμός,  προγραμματισμός και η διενέργεια ελέγχων, η παροχή κατευθυντήριων οδηγιών και πληροφόρησης, τα μέτρα που λαμβάνονται για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης και την άμεση προστασία του δημοσίου συμφέροντος, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται στην περίπτωση παραβίασης της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας.
Την εποπτεία για τη διαπίστωση της ενιαίας και ορθής εφαρμογής της παρούσας, έχει το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη μέσω του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος.

Εποπτεία της αγοράς
Ορισμός 1: Οι δραστηριότητες που διενεργούν και τα μέτρα που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσουν ότι ο ΗΗΕ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος και δεν θέτει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή άλλες προστατευόμενες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος.

Εργαζόμενος
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθητευόμενων, εκτός από το οικιακό υπηρετικό προσωπικό.

Ορισμός 2: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθητευόμενων, ο οποίος χρησιμοποιεί τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής του εργασίας, οθόνη οπτικής απεικόνισης.

Ορισμός 3: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων.

Ορισμός 4: Κάθε πρόσωπο το οποίο προστατεύεται με την ιδιότητα του εργαζομένου, δυνάμει της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας και πρακτικής.

Εργαζόμενος µε ακτινοβολίες
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο εργαζόμενο σε ελεγχομένη περιοχή.

Εργαζόμενος μερικής απασχόλησης
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.

Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση ή σχέση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου και η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος.