Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

 

Σχετικό έγγραφο :

  • Εγκ. οικ. 12370/22.4.2013    «Όσον αφορά τις διατάξεις για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία (ΑΥΕ) οι οποίες περιλαμβάνονται στο ν. 4144/2013»

 

Τροποποιήθηκε από :

  • N. 4554/2018, (ΦΕΚ 130/Α/18.7.2018)    «Ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις - Αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας - Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων - Επιτροπεία ασυνόδευτων ανηλίκων και άλλες διατάξεις»
  • N. 4491/2017, (ΦΕΚ 152/Α/13.10.2017)    «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου - Εθνικός Μηχανισμός Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και άλλες διατάξεις»
  • N. 4490/2017, (ΦΕΚ 150/Α/11.10.2017)    «Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα, διατάξεις εφαρμογής και λοιπές διατάξεις»
  • N. 4488/2017, (ΦΕΚ 137/Α/13.9.2017)    «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις»
  • N. 4430/2016, (ΦΕΚ 205/Α/31.10.2016)    «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ανάπτυξη των φορέων της και άλλες διατάξεις»
  • Ν. 4369/2016, (ΦΕΚ 33/Α/27.2.2016)    «Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, βαθμολογική διάρθρωση θέσεων, συστήματα αξιολόγησης, προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων (διαφάνεια − αξιοκρατία και αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης) και άλλες διατάξεις»
  • Ν. 4331/2015, (ΦΕΚ 69/Α/2.7.2015)    «Μέτρα για την ανακούφιση των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ), την απλοποίηση της λειτουργίας των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και συναφή ασφαλιστικά ζητήματα και άλλες διατάξεις»
  • Ν. 4316/2014, (ΦΕΚ 270/Α/24.12.2014)    «Ίδρυση παρατηρητηρίου άνοιας, βελτίωση περιγεννητικής φροντίδας, ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας και άλλες διατάξεις»
  • Ν. 4251/2014, (ΦΕΚ 80/Α/1.4.2014)    «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις»
  • Ν. 4225/2014, (ΦΕΚ 2/Α/7.1.2014)    «Αναβάθμιση και βελτίωση των μηχανισμών είσπραξης των ασφαλιστικών φορέων, πρόστιμα για την ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας»
  • Ν. 4237/2014, (ΦΕΚ 36/Α/12.2.2014)    «Ρύθμιση θεμάτων της ΑΔΜΗΕ Α.Ε. και άλλες διατάξεις»
  • Ν. 4224/2013, (ΦΕΚ 18/Α/31.12.2013) Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου και άλλες επείγουσες διατάξεις»

 

Σχετικά Κείμενα
Συνημμένο Μέγεθος
ΦΕΚ 88Α_13 460.24 KB
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΡΙΑΔΝΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΖΗΜΙΟΓΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ −ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ

Η Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) καθίσταται εντός των χωρικών ορίων δικαιοδοσίας της εκ παραλλήλου αρμόδια για την ενέργεια των ελέγχων, που προβλέπονται και ενεργούνται από τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ –ΕΤΑΜ και το ΣΕΠΕ.

Τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, το ΣΕΠΕ και η Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) − εντός των χωρικών ορίων δικαιοδοσίας της − σε περιπτώσεις ειδικής βαρύτητας και ενδιαφέροντος, είναι αρμόδια για την ενέργεια των ελέγχων που προβλέπονται στη περί πτωση στ ́ της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951    (Α ́ 179), που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν. 2556/1997    και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 3232/2004    .

1. Τα έγγραφα, βιβλία, πιστοποιητικά και πάσης φύσεως άδειες, καθώς και κάθε στοιχείο, που με οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή υπουργικής απόφασης προβλέπεται ότι επιδεικνύεται υποχρεωτικά στα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ − ΕΤΑΜ και ΣΕΠΕ, επιδεικνύονται υποχρεωτικά και στους αξιωματικούς της Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.), στο πλαίσιο των ελέγχων που θα ενεργούνται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

2. Τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε., ύστερα από τη διενέργεια του ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 14, υποχρεούνται να συντάξουν και στη συνέχεια να υποβάλουν τη σχετική έκθεση, με τα αποτελέσματα του ελέγχου, στις υπηρεσίες, που είναι κατά περίπτωση αρμόδιες για την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων. Οι σχετικές κυρωτικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου κοινοποιούνται υποχρεωτικά και στην ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε..

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζεται και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. Επίσης με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζεται ο τρόπος ενημέρωσης, η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της εργασιακής και ασφαλιστικής νομοθεσίας μεταξύ της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του π.δ. 9/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:«Η Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας (ΥΠ.Ο.Α.) έχει ως αποστολή την πρόληψη, έρευνα και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων και ιδίως αυτών που τελέστηκαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου και της εθνικής οικονομίας γενικότερα, ή εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και την έρευνα, πρόληψη και καταστολή της αδήλωτης και της ανασφάλιστης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν συνιστούν αξιόποινες πράξεις.»

1. Αν κατά τη διενέργεια ελέγχου από τους Επιθεωρητές του ΣΕΠΕ ή από οποιοδήποτε άλλο ελεγκτικό όργανο και μετά τη διαβίβαση του δελτίου ελέγχου τους στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ. προς διασταύρωση, διαπιστώνεται, ότι κάποιος απασχολείται με οποιαδήποτε μορφή απασχόλησης σε εργοδότη, χωρίς ο τελευταίος να τον έχει δηλώσει νομίμως στις αρμόδιες αρχές, ενώ και από την ανωτέρω διασταύρωση προκύπτει ότι είναι επιδοτούμενος άνεργος, επιβάλλονται στον εργοδότη, πλέον των προβλεπομένων στο άρθρο 25 του Ν. 3996/2011    και πάντως σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 24 του ίδιου νόμου, οι κάτωθι διοικητικές κυρώσεις:
α. πρόστιμο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για
κάθε απασχολούμενο επιδοτούμενο άνεργο ή
β. πρόστιμο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για
κάθε απασχολούμενο επιδοτούμενο άνεργο, όταν έχει προηγηθεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον ίδιο εργοδότη.Κατά της πράξης επιβολής προστίμου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 3996/2011    .

1. Στο άρθρο 17 του Ν. 3996/2011    προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής:
«15. Επιθεωρητές Εργασίας των οποίων η κινητή περιουσία ζημιώνεται ή καταστρέφεται ολοσχερώς ή εν μέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή εξ αφορμής αυτής δικαιούνται αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο. Αν το αντικείμενο που καταστράφηκε ή υπέστη φθορές ήταν ασφαλισμένο, αξίωση αποζημίωσης κατά του Δημοσίου υπάρχει μόνο για το επιπλέον της ασφαλιστικής αποζημίωσης ποσό. Υποκατάσταση της ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας στα δικαιώματα του ασφαλισμένου για το καταβληθέν ποσό του ασφαλίσματος αποκλείεται.»

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι Επιθεωρητές Εργασίας υποχρεούνται κατά τη
διενέργεια των ελέγχων τους να συμπληρώσουν ειδικά για το σκοπό αυτόν Δελτία Ελέγχου, που έχουν τη μορφή τυποποιημένων εντύπων ή αντίστοιχων ηλεκτρονικών εφαρμογών, στα οποία αναγράφονται όλα τα στοιχεία των παραβάσεων, καθώς και υποδείξεις προς συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία.»

3. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του Ν. 3996/2011    καταργείται.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (Σ.Ε.Π.Ε.), ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.) ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΣΩΜΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 68 του Ν. 3863/2010    αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η εκάστοτε αναθέτουσα αρχή, δηλαδή το Δημό
σιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), οι φορείς και οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τις οικείες διατάξεις, η οποία (αρχή) αναθέτει απευθείας ή προκηρύσσει διαγωνισμό για την ανάθεση παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης, υποχρεούται να ζητά από τις εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης (εργολάβοι) να αναφέρουν στην προσφορά τους, εκτός των άλλων, τα εξής:
α) Τον αριθμό των εργαζομένων που θα απασχοληθούν στο έργο.
β) Τις ημέρες και τις ώρες εργασίας.

γ) Τη συλλογική σύμβαση εργασίας στην οποία τυχόν
υπάγονται οι εργαζόμενοι.
δ) Το ύψος του προϋπολογισμένου ποσού που αφο
ρά τις πάσης φύσεως νόμιμες αποδοχές αυτών των εργαζομένων.
ε) Το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών με βάση τα
προϋπολογισθέντα ποσά.
στ) Τα τετραγωνικά μέτρα καθαρισμού ανά άτομο,
όταν πρόκειται για καθαρισμό χώρων. Οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης (εργολάβοι) υποχρεούνται, με ποινή αποκλεισμού, να εξειδικεύουν σε χωριστό κεφάλαιο της προσφοράς τους τα ως άνω στοιχεία. Στην προσφορά τους πρέπει να υπολογίζουν εύλογο ποσοστό διοικητικού κόστους παροχής των υπηρεσιών τους, των αναλώσιμων, του εργολαβικού τους κέρδους και των νόμιμων υπέρ Δημοσίου και τρίτων κρατήσεων. Επιπροσθέτως, υποχρεούνται να επισυνάπτουν στην προσφορά αντίγραφο της συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία τυχόν υπάγονται οι εργαζόμενοι.»

2. Στο άρθρο 68 του Ν. 3863/2010    προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:
«2.α) Οι πράξεις επιβολής προστίμου που επιβάλλονται
σε βάρος εταιρειών παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης καταχωρούνται στο αντίστοιχο «Μητρώο Παραβατών Εταιρειών Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισμού ή/και Φύλαξης» που τηρείται στη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
β) Η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται, αμέσως μετά
τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών, να υποβάλει γραπτό αίτημα προς τη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για τη χορήγηση πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτουν όλες οι πράξεις επιβολής προστίμου που έχουν εκδοθεί σε βάρος εκάστου των υποψήφιων εργολάβων. Το πιστοποιητικό αποστέλλεται στην αναθέτουσα αρχή μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή του αιτήματος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να προχωρήσει στη σύναψη της σύμβασης.
γ) Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποκλείσει από τη
σύναψη της σύμβασης τις υποψήφιες εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης λόγω διάπραξης σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος. Ως σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα νοείται ιδίως:
αα) Η επιβολή
σε βάρος της υποψήφιας εταιρείας, μέσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της προσφοράς, τουλάχιστον δύο (2) πράξεων επιβολής προστίμου από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας συνολικού ύψους τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, καθεμιά από τις οποίες χαρακτηρίζεται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας κατ’ εφαρμογή της Υ.Α. 2063/Δ1 632/2011    ή οποιασδήποτε διάταξης ρυθμίσει μελλοντικά το περιεχόμενο των παραβάσεων «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας,
ββ) η κήρυξη ως έκπτωτης της υποψήφιας
εταιρείας κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 7 του παρόντος, μέσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της προσφοράς,
γγ) η επιβολή της κύρωσης της προσωρινής
διακοπής της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατ’ εφαρμογή της παρ. 1Β του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    , μέσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της προσφοράς.
δ) Για το χρονικό διάστημα που δεν καλύπτεται από
το «Μητρώο Παραβατών Εταιρειών Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισμού ή/και Φύλαξης» οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης προσκομίζουν υποχρεωτικά ένορκη βεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου αυτών ενώπιον συμβολαιογράφου, περί μη επιβολής σε βάρος τους πράξης επιβολής προστίμου για παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας.»

3. Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αναριθμούνται σε παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7, και 8 και η παράγραφος 3, όπως αναριθμήθηκε, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Στη σύμβαση που συνάπτει η εκάστοτε αναθέτουσα
αρχή με τους εργολάβους περιλαμβάνονται τα στοιχεία α ́ έως στ ́ της πρώτης παραγράφου, καθώς και ειδικός όρος για την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου. Όταν δεν αναγράφονται τα ανωτέρω στοιχεία και όροι, η σύμβαση είναι άκυρη και απορρίπτεται η δαπάνη πληρωμής.»

4. Η παράγραφος 5, όπως αναριθμήθηκε, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Όταν οι υπηρεσίες ή οι επιτροπές παρακολούθη
σης καλής εκτέλεσης του έργου του αποδέκτη των υπηρεσιών διαπιστώνουν παραβάσεις των όρων του παρόντος άρθρου κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, η σύμβαση καταγγέλλεται από την αναθέτουσα αρχή. Όταν οι παραβάσεις διαπιστώνονται κατά την παραλαβή του έργου, τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση δεν ικανοποιούνται, καταβάλλονται, όμως, από τον αποδέκτη των υπηρεσιών οι αποδοχές στους εργαζομένους και αποδίδονται οι ασφαλιστικές τους εισφορές.»

5. Η παράγραφος 7, όπως αναριθμήθηκε, αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) και του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ διαπιστώνουν παραβάσεις που αφορούν την αδήλωτη εργασία, την παράνομη απασχόληση αλλοδαπών ή παραβάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, ενημερώνουν εγγράφως την αναθέτουσα αρχή. Επίσης, ενημερώνουν εγγράφως την αναθέτουσα αρχή για τις πράξεις επιβολής προστίμου που αφορούν τις ανωτέρω διαπιστωθείσες παραβάσεις. Η πράξη επιβολής προστίμου στον εργολάβο για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται από τις κείμενες διατάξεις ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης οδηγεί υποχρεωτικά στην καταγγελία της σύμβασης από την αναθέτουσα αρχή και στην κήρυξη του εργολάβου έκπτωτου.»

1. Το άρθρο 3 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Α. Συμφιλιωτική διαδικασία

1. Το ΣΕΠΕ παρεμβαίνει συμφιλιωτικά μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος από τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ή τις οργανώσεις των εργοδοτών ή και από τον εργοδότη ατομικά για οποιοδήποτε θέμα προκαλεί διένεξη ή διαφωνία με αφορμή τη σχέση εργασίας, και αν ακόμη δεν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής σύμβασης. Συμφιλιωτική διαδικασία δεν διεξάγεται για υποθέσεις αρμοδιότητας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ), όπως αυτές καθορίζονται στο Ν. 1876/1990    .

2. Η συμφιλιωτική διαδικασία αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από το ενδιαφερόμενο μέρος και γνωστοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο στο άλλο μέρος. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των μερών και τα αιτήματά τους.

3. Η συμφιλίωση διενεργείται σε τοπικό ή περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Σε τοπικό επίπεδο, η συμφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται ενώπιον του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος ή του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από αυτόν. Σε περιφερειακό επίπεδο, η συμφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται, είτε ενώπιον του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης, είτε ενώπιον του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης. H αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας επιλαμβάνεται περιπτώσεων συμφιλίωσης σε εθνικό επίπεδο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13 του Ν. 1876/1990    .

4. Κατά τη διάρκεια της συμφιλιωτικής διαδικασίας μπορούν να παρίστανται συνολικά μέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, πέραν των νομικών συμβούλων. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε μέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθμιας ή της ομοιοεπαγγελματικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ μέρους των εργαζομένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ μέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών. Κατά τη διάρκεια της συμφιλιωτικής διαδικασίας μπορεί να παρίσταται διερμηνέας νοηματικής γλώσσας της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόμου, καθώς και μεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού.

5. Η συμφιλιωτική διαδικασία αποσκοπεί στην προσέγγιση των απόψεων των μερών το συντομότερο δυνατόν με κάθε πρόσφορο μέσο και με απώτερο σκοπό τον τερματισμό της διένεξης και τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης. Στο τέλος της συμφιλιωτικής διαδικασίας συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο βεβαιώνεται η συμφωνία ή η διαφωνία των μερών. Το πρακτικό υπογράφεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη και τον επιληφθέντα Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων. Ο τελευταίος υποχρεούται σε διατύπωση αιτιολογημένης άποψης, όπου αυτό καθίσταται εφικτό. Σε περίπτωση που ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων αδυνατεί να μορφώσει άποψη, τότε αρκείται στη διατύπωση πλήρους και επαρκώς αιτιολογημένης γνώμης περί της αδυναμίας του αυτής.

Β. Επίλυση εργατικών διαφορών

1. Εργατικές Διαφορές είναι κάθε είδους διαφωνίες μεταξύ εργαζομένου ή εργαζομένων και εργοδότη που πηγάζουν από τη σχέση εργασίας αναφορικά με την εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

2. Για την επίλυση των εργατικών διαφορών ο εργαζόμενος ή περισσότεροι εργαζόμενοι που επικαλούνται κοινό συμφέρον, ο εργοδότης, καθώς και οι οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την παρέμβαση του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων.

3. Η διαδικασία επίλυσης της εργατικής διαφοράς διεξάγεται από τον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τμήματος ή από τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, που ορίζεται από τον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τμήματος και εφόσον ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Τμήματος ή ο Προϊστάμενος της αρμοδίας Περιφερειακής Διεύθυνσης κρίνει ότι η εργατική διαφορά χρήζει περαιτέρω εξέτασης, αυτή διεξάγεται σε δεύτερο βαθμό από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης.

4. Η διαδικασία επίλυσης της εργατικής διαφοράς αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο και γνωστοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο στο άλλο μέρος. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των μερών και τα υποβληθέντα αιτήματα που αποτελούν τη βάση διεξαγωγής της συζήτησης της εργατικής διαφοράς.

5. Κατά τη διαδικασία της εργατικής διαφοράς μπορούν να παρίστανται συνολικά μέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος πέραν των νομικών συμβούλων. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε μέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθμιας ή της ομοιοεπαγγελματικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ μέρους των εργαζομένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ μέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών. Κατά τη διάρκεια της εργατικής διαφοράς μπορεί να παρίσταται διερμηνέας νοηματικής γλώσσας της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόμου, καθώς και μεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού.

6. Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς τα μέρη υποχρεούνται να παρασταθούν αυτοπροσώπως είτε με νόμιμο εκπρόσωπο είτε με άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Μετά το πέρας της συζήτησης συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται από τα παριστάμενα μέρη και τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, ο οποίος υποχρεούται στη διατύπωση άποψης επί της διαφοράς. Σε περίπτωση που ζητηθεί το πρακτικό χορηγείται και σε γραφή Braille ή άλλες προσβάσιμες από άτομα με αναπηρία μορφές. Εάν απουσιάζει ένα από τα μέρη, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων καταγράφει τις απόψεις του παρισταμένου μέρους και, αν η απουσία είναι αδικαιολόγητη, θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών αυτού. Συγχρόνως, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων μπορεί να επιβάλει στο απόν μέρος τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 24 του παρόντος νόμου, ύστερα από παροχή γραπτών εξηγήσεων.

7. Αν οι παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας συνιστούν ποινικά αδικήματα ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων υποβάλλει μήνυση ή μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα.»

2. Ο τίτλος του άρθρου 4 τροποποιείται ως εξής:
«Ανεξαρτησία Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων».

Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 τροποποιείται ως εξής:
«Ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων απολαμ
βάνει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, τα οποία οφείλει να εκτελεί με αντικειμενικότητα και αμεροληψία.»

Η παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 3996/2011    1 καταργείται.

3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 9 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Στην Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας από το σύνολο των οργανικών θέσεων Επιθεωρητών Εργασίας κατανέμονται δώδεκα οργανικές θέσεις προϊσταμένων Διεύθυνσης και δεκατέσσερις οργανικές θέσεις προϊσταμένων τμημάτων.»

4.α. Στην παρ. 10, του άρθρου 17, του Ν. 3996/2011    όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:«Οι παραπάνω διατάξεις ισχύουν ανάλογα και για την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.»
β. Η παρ. 12 του άρθρου 17 του Ν. 3996/2011    αντικαθί
σταται ως ακολούθως:«Στους ελέγχους που διενεργούνται από τους Επιθεωρητές Εργασίας έχουν δικαίωμα να παρευρίσκονται εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 16 του Ν. 1264/1982    , εφόσον οι ίδιοι το επιθυμούν ή μετά από πρόσκληση του Επιθεωρητή Εργασίας. Στην περίπτωση ζητημάτων που αφορούν σε εργαζομένους με αναπηρία, οι Επιθεωρητές Εργασίας μπορούν κατά περίπτωση να συνεργάζονται με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από τη συνομοσπονδία ατόμων με αναπηρία.»

5. Η παρ. 4 του άρθρου 23 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:«Επιβάλλει στις επιχειρήσεις τα πρόστιμα που προβλέπονται από την κείμενη εργατική νομοθεσία αν διαπιστωθεί ότι στους χώρους εργασίας δεν τηρούνται οι διατάξεις περί απαγόρευσης του καπνίσματος.»

6.α. Η πρώτη παρ. της 1Α του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
1. «Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της
εργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων

«Α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση από τριακόσια (300) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο.»

β. Η υποπαράγραφος 1Β της παρ. 1 του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Β. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμέ
νης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ημερών με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή με αιτιολογημένη πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας. Και στις δύο περιπτώσεις η κύρωση επιβάλλεται κατόπιν προηγούμενης πρόσκλησης του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., μπορεί να επιβληθεί στον εργοδότη προσωρινή διακοπή της λειτουργίας για διάστημα μεγαλύτερο από τρεις ημέρες ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Για την περίπτωση α ́ της παραγράφου 3 του άρθρου 23 δεν απαιτείται πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων και η διακοπή επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Εργασίας, για χρονικό διάστημα μέχρι της πλήρους συμμόρφωσης του εργοδότη και της άρσης των παραβάσεων. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.»

γ. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Η επιβολή σε βάρος του εργοδότη δύο ή περισσοτέ
ρων πράξεων επιβολής προστίμου κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή προσφοράς στο πλαίσιο διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης επιφέρει, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων, τον αποκλεισμό του εργοδότη από τη σύναψη της δημόσιας σύμβασης, με απόφαση της εκάστοτε αναθέτουσας αρχής. Ειδικά στην περίπτωση των εταιρειών παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 68 του Ν. 3863/2010   

δ. Η παρ. 3 του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Στο άρθρο 20 του Ν. 3418/2005    (Α ́287) προστίθεται
παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Για την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώ
σεων συνεκτιμώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν, ο βαθμός υπαιτιότητας, ο αριθμός των εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης, ο αριθμός των εργαζομένων που θίγονται και η υπαγωγή της επιχείρησης σε μια από τις κατηγορίες Α ́, Β ́, Γ ́ του άρθρου 10 του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84).».»

7. Η παρ. 3 του άρθρου 27 του Ν. 3996/2011    καταργείται.

8. Η παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Ιατρός των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του
Ν. 3850/2010    (Α ́84), ο οποίος έχει σύμβαση ή άλλη σχέση εργασίας με οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, υποχρεούται να προσκομίζει στην αρμόδια Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία έγγραφη άδεια της διοίκησης του ασφαλιστικού φορέα, με την οποία θα επιτρέπεται σε αυτόν η άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας στη συγκεκριμένη επιχείρηση. Ο ιατρός του πρώτου εδαφίου εξαιρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του στον ασφαλιστικό φορέα από την οποιαδήποτε παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς ασφαλισμένο σε αυτόν, εφόσον ο ασφαλισμένος εργάζεται σε επιχείρηση στην οποία ο εργαζόμενος ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας.»

1. Το άρθρο 3 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Α. Συμφιλιωτική διαδικασία

1. Το ΣΕΠΕ παρεμβαίνει συμφιλιωτικά μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος από τις οικείες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ή τις οργανώσεις των εργοδοτών ή και από τον εργοδότη ατομικά για οποιοδήποτε θέμα προκαλεί διένεξη ή διαφωνία με αφορμή τη σχέση εργασίας, και αν ακόμη δεν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής σύμβασης. Συμφιλιωτική διαδικασία δεν διεξάγεται για υποθέσεις αρμοδιότητας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ), όπως αυτές καθορίζονται στο Ν. 1876/1990    .

2. Η συμφιλιωτική διαδικασία αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από το ενδιαφερόμενο μέρος και γνωστοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο στο άλλο μέρος. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των μερών και τα αιτήματά τους.

3. Η συμφιλίωση διενεργείται σε τοπικό ή περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Σε τοπικό επίπεδο, η συμφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται ενώπιον του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος ή του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από αυτόν. Σε περιφερειακό επίπεδο, η συμφιλιωτική διαδικασία διεξάγεται, είτε ενώπιον του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης, είτε ενώπιον του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων που ορίζεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης. Η αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας επιλαμβάνεται περιπτώσεων συμφιλίωσης σε εθνικό επίπεδο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13 του Ν. 1876/1990    .

4. Κατά τη διάρκεια της συμφιλιωτικής διαδικασίας μπορούν να παρίστανται συνολικά μέχρι πέντε (5) εκπρόσωποι από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, πέραν των νομικών συμβούλων. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται κατ’ επιλογήν του κάθε μέρους εκπρόσωποι της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της δευτεροβάθμιας ή της ομοιοεπαγγελματικής τοιαύτης ή του Εργατικού Κέντρου της περιοχής ή της ΓΣΕΕ εκ μέρους των εργαζομένων, καθώς και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ μέρους του εργοδότη ή των εργοδοτών. Κατά τη διάρκεια της συμφιλιωτικής διαδικασίας μπορεί να παρίσταται διερμηνέας νοηματικής γλώσσας της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος για την υποστήριξη κωφού ή βαρήκοου ατόμου, καθώς και μεταφραστής για την υποστήριξη αλλοδαπού.

5. Η συμφιλιωτική διαδικασία αποσκοπεί στην προσέγγιση των απόψεων των μερών το συντομότερο δυνατόν με κάθε πρόσφορο μέσο και με απώτερο σκοπό τον τερματισμό της διένεξης και τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης. Στο τέλος της συμφιλιωτικής διαδικασίας συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο βεβαιώνεται η συμφωνία ή η διαφωνία των μερών. Το πρακτικό υπογράφεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη και τον επιληφθέντα Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων. Ο τελευταίος υποχρεούται σε διατύπωση αιτιολογημένης άποψης, όπου αυτό καθίσταται εφικτό. Σε περίπτωση που ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων αδυνατεί να μορφώσει άποψη, τότε αρκείται στη διατύπωση πλήρους και επαρκώς αιτιολογημένης γνώμης περί της αδυναμίας του αυτής.

8. Η παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 3996/2011    αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Ιατρός των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του
Ν. 3850/2010    (Α ́84), ο οποίος έχει σύμβαση ή άλλη σχέση εργασίας με οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, υποχρεούται να προσκομίζει στην αρμόδια Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία έγγραφη άδεια της διοίκησης του ασφαλιστικού φορέα, με την οποία θα επιτρέπεται σε αυτόν η άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας στη συγκεκριμένη επιχείρηση. Ο ιατρός του πρώτου εδαφίου εξαιρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του στον ασφαλιστικό φορέα από την οποιαδήποτε παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς ασφαλισμένο σε αυτόν, εφόσον ο ασφαλισμένος εργάζεται σε επιχείρηση στην οποία ο εργαζόμενος ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας.»

1. Η παρ. Β ́ του άρθρου 87 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Β. α) Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων  ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση, για χρονικό διάστημα έως τρεις (3) ημέρες με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή με αιτιολογημένη πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε. ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας.

β) Προσωρινή άνω των τριών ημερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε..»

2. Στο τέλος του άρθρου 87 προστίθεται παράγραφος Γ ́ ως ακολούθως:

«Γ. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.»

3. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ ́ της παρ. 3 του άρθρου 91 του Ν. 4052/2012    (Α ́41) αντικαθίστανται οι λέξεις «του άρθρου 40» με τις λέξεις «του άρθρου 88».

4. Το άρθρο 93 του Ν. 4052/2012    (Α ́41) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Άρθρο 93Καμία κύρωση ή μέτρο δεν επιβάλλεται, σύμφωνα με τα άρθρα 85 και 87, χωρίς προηγούμενη κλήτευση του εργοδότη προς παροχή εξηγήσεων. Η κλήση κοινοποιείται πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις 1 και 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α ́ 45). Κατά της απόφασης με την οποία επιβάλλεται διοικητική κύρωση, χωρεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή της.»

5. Οι περιπτώσεις α ́, β ́και γ ́ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 108 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:
α. Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήματά τους, που λειτουργούν παρανόμως, επιβάλλονται οι εξής διοικητικές κυρώσεις:
αα) πρόστιμο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για
κάθε διαπιστωθείσα παράβαση με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας, που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, ή/ και
ββ) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι τρεις (3) ημέρες, με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από σχετική αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας,
γγ) προσωρινή άνω των τριών ημερών ή οριστική δια
κοπή της λειτουργίας τους, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

β. Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήματά τους, που δεν υποβάλλουν εμπροθέσμως τις εκθέσεις δραστηριότητας των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 104 του παρόντος, επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμοδίου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κάθε διαπιστωθείσα παράβαση.γ. Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των περιπτώσεων α ́ και β ́ εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1A, 2, 3, 6 και 9 του άρθρου 24, στο σύνολό τους, του Ν. 3996/2011   , όπως ισχύουν κάθε φορά.»

6. Στην παρ. 2 του άρθρου 108 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) προστίθεται περίπτωση γ ́ ως εξής:
«γ. Όποιος παραβιάζει την απόφαση περί προσωρινής
ή οριστικής διακοπής λειτουργίας του Ι.Γ.Ε.Ε., που του έχει επιβληθεί, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη και με χρηματική ποινή.»

7. Οι περιπτώσεις α ́, β ́ και γ ́ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 128 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:
α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων πρόστιμο, το οποίο κυμαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανάλογα με την κατηγορία και τη βαρύτητα της παράβασης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση  15527/639/2010    του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β ́ 1359), όπως αυτή κάθε φορά ισχύει.


β) Ειδικότερα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία
ευρέθησαν να ασκούν τη δραστηριότητα της προσωρινής απασχόλησης:
α) χωρίς να προβούν στην προσήκουσα αναγγελία
άσκησής της στην αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή
β) έχουν προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης
δραστηριότητας Ε.Π.Α. αλλά:

5. Οι περιπτώσεις α ́, β ́και γ ́ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 108 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:
α. Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήματά τους, που λειτουργούν παρανόμως, επιβάλλονται οι εξής διοικητικές κυρώσεις:
αα) πρόστιμο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για
κάθε διαπιστωθείσα παράβαση με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας, που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, ή/ και
ββ) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι τρεις (3) ημέρες, με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από σχετική αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας,
γγ) προσωρινή άνω των τριών ημερών ή οριστική δια
κοπή της λειτουργίας τους, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

β. Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήματά τους, που δεν υποβάλλουν εμπροθέσμως τις εκθέσεις δραστηριότητας των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 104 του παρόντος, επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμοδίου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων, πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κάθε διαπιστωθείσα παράβαση.γ. Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των περιπτώσεων α ́ και β ́ εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1A, 2, 3, 6 και 9 του άρθρου 24, στο σύνολό τους, του Ν. 3996/2011   , όπως ισχύουν κάθε φορά.»

6. Στην παρ. 2 του άρθρου 108 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) προστίθεται περίπτωση γ ́ ως εξής:
«γ. Όποιος παραβιάζει την απόφαση περί προσωρινής
ή οριστικής διακοπής λειτουργίας του Ι.Γ.Ε.Ε., που του έχει επιβληθεί, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη και με χρηματική ποινή.»

7. Οι περιπτώσεις α ́, β ́ και γ ́ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 128 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:

α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων πρόστιμο, το οποίο κυμαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανάλογα με την κατηγορία και τη βαρύτητα της παράβασης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση  15527/639/2010    του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β ́ 1359), όπως αυτή κάθε φορά ισχύει.

β) Ειδικότερα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία ευρέθησαν να ασκούν τη δραστηριότητα της προσωρινής απασχόλησης:
α) χωρίς να προβούν στην προσήκουσα αναγγελία
άσκησής της στην αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή

β) έχουν προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης δραστηριότητας Ε.Π.Α. αλλά:
αα) ασκούν το επάγγελμα εντός του τριμήνου που απαιτείται για τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων χωρίς να έχουν ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας,
ββ) τους έχει απαγορευθεί η άσκηση της δρα
στηριότητας Ε.Π.Α., λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, επιβάλλεται:
i) πρόστιμο ύψους δέκα
χιλιάδων (10.000) ευρώ, με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων ή και
ii) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι
τρεις (3) ημέρες με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας, ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από σχετική αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας,
iii) προσωρινή άνω
των τριών ημερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας τους, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

γ) Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των παραγράφων α ́ και β ́ εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1Α, 2, 3, 6 και 9 του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    , όπως ισχύουν κάθε φορά.»

7. Οι περιπτώσεις α ́, β ́ και γ ́ της παρ. 1 «Διοικητικές Κυρώσεις» του άρθρου 128 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Διοικητικές κυρώσεις:

α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και, ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων πρόστιμο, το οποίο κυμαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανάλογα με την κατηγορία και τη βαρύτητα της παράβασης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση 15527/639/2010 του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β ́ 1359), όπως αυτή κάθε φορά ισχύει.

β) Ειδικότερα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία ευρέθησαν να ασκούν τη δραστηριότητα της προσωρινής απασχόλησης:
α) χωρίς να προβούν στην προσήκουσα αναγγελία
άσκησής της στην αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή

β) έχουν προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης δραστηριότητας Ε.Π.Α. αλλά:
αα) ασκούν το επάγγελμα εντός του τριμήνου που απαιτείται για τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων χωρίς να έχουν ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας,
ββ) τους έχει απαγορευθεί η άσκηση της δρα
στηριότητας Ε.Π.Α., λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, επιβάλλεται:
i) πρόστιμο ύψους δέκα
χιλιάδων (10.000) ευρώ, με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων ή και
ii) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι
τρεις (3) ημέρες με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας, ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε., ύστερα από σχετική αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας,
iii) προσωρινή άνω
των τριών ημερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας τους, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

γ) Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των παραγράφων α ́ και β ́ εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1Α, 2, 3, 6 και 9 του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011    , όπως ισχύουν κάθε φορά.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ο.Α.Ε.Δ.

Η περίπτωση ζ ́ της παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν. 2956/2001    (Α ́ 258) αντικαθίσταται ως εξής:

«ζ) Πέντε (5) εκπροσώπους των εργοδοτών με τους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται ως εξής: Δύο (2) από το Σ.Ε.Β., ένας (1) από τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., ένας (1) από την Ε.Σ.Ε.Ε. και ένας (1) από το Σ.Ε.Τ.Ε.. Ένας (1) από τους εκπροσώπους των εργοδοτών υποδεικνύεται από κοινού ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ.. Σε περίπτωση ασυμφωνίας, ο Αντιπρόεδρος προτείνεται από το Σ.Ε.Β..»

17. Η παρ. 10 του άρθρου 1 του Ν. 2434/1996    (Α ́188), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 21 του Ν. 2639/1998    (Α ́205) και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«10. Από τον ΛΑΕΚ επιχορηγούνται το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, καθώς και ινστιτούτα και εκπαιδευτικά κέντρα, τα οποία έχουν ιδρυθεί ή θα ιδρυθούν με τη συμμετοχή της ΓΣΕΕ, του ΣΕΒ, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΣΕΤΕ.Για τους ανωτέρω φορείς η επιχορήγηση από τον ΛΑΕΚ μπορεί να ανέρχεται μέχρι ποσοστού 15% επί του συνόλου των ετήσιων εισφορών που εισπράχθηκαν υπέρ του ΛΑΕΚ.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

1. Στο άρθρο 13 του κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής
Ασφάλισης και Πρόνοιας η οποία εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (ΣΥΑΕ) σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 3850/2010   , μπορεί να καθορίζεται και πέραν των προβλεπομένων στο εν λόγω άρθρο το απαιτούμενο  επίπεδο γνώσεων και οι ειδικότητες του τεχνικού ασφάλειας ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης.»

2. Στο Π.Δ. 70/1990    (Α ́ 31) στο άρθρο 9, μέρος Β ́ «προσόντα του τεχνικού ασφάλειας» η περίπτωση 3 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«3. Πτυχιούχοι ΤΕΙ με προϋπηρεσία πέντε (5) ετών μπορεί να ορίζονται τεχνικοί ασφάλειας, σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας, εφόσον ο αριθμός των απασχολουμένων ατόμων είναι μικρότερος από πενήντα (50). Όσον αφορά τις ειδικότητες και την προϋπηρεσία των πτυχιούχων ΤΕΙ ισχύουν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»

3. Η παράβαση των διατάξεων που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, που εκδόθηκαν πριν από τις 18.10.1985 και περιέχονται σε νόμους ή σε κανονιστικές πράξεις οι οποίες έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του Β.Δ. της 25.8/1920    «Περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών κ.λπ. διατάξεων» (Α ́ 200), συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων των άρθρων 71 και 72 αντίστοιχα του «ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ» όπως αυτός κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) όπως ισχύει.

Οι διατάξεις αυτές είναι:
α) Β.Δ. της 16.3/1923    (Α ́ 91),
β) Π.Δ. της 30.10/1924   
(Α ́ 275),
γ) Π.Δ. 30.12/1933    (Α ́ 406),
δ)
Π.Δ. της 14.3/1934    (Α ́ 112),
ε) Β.Δ. της 15.4/1938    (Α ́ 180),
στ)
Β.Δ. της 3.12/1938    (Α ́ 473),
ζ) Β.Δ. 380/1963    (Α ́ 111),

η) Β.Δ. 362/1968    (Α ́ 117),
θ) Β.Δ. 464/1968    (Α ́ 153),
ι)
Β.Δ. 590/1968    (Α ́ 199),
ια) Υ.Α. 796/1968    (Α ́ 277),
ιβ) Π.Δ. 212/1976   
(Α ́ 78),
ιγ) Π.Δ. 95/1978    (Α ́ 20),
ιδ) Π.Δ. 151/1978    (Α ́ 31),

ιε) Π.Δ. 152/1978    (Α ́ 31),
ιστ) Π.Δ. 216/1978    (Α ́ 47),
ιζ)
Π.Δ. 778/1980    (Α ́ 193),
ιη) Π.Δ. 1073/1981    (Α ́ 260),
ιθ) Ν. 1396/1983   
(Α ́ 126),
κ) Α.Ν. 1204/1938    (Α ́ 177),
κα) Ν. 61/1975    (Α ́ 132),
κβ)
Ν. 2273/1920    (Α ́ 145),
κγ) Π.Δ. της 17.9/1934    (Α ́ 334).

4. Στο άρθρο 45 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μπορεί να καθορίζονται τα ελάχιστα απαιτούμενα υλικά των χώρων πρώτων βοηθειών και των φαρμακείων στους χώρους εργασίας και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια».

5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) μετά την περίπτωση ζ ́ προστίθεται περίπτωση η ́ ως εξής:

«η) Αριθμός εργαζομένων: το σύνολο των εργαζομένων σε όλα τα παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις της κύριας επιχείρησης.»

6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) καταργείται.

7. Η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«4. Ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας κατανέμεται κατά μήνα με κοινή συμφωνία του εργοδότη και της Ε.Υ.Α.Ε.. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει Ε.Υ.Α.Ε. ή εκπρόσωπος εργαζομένων για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία και ο ελάχιστος ετήσιος χρόνος που αναλογεί για ένα υποκατάστημα ή παράρτημα είναι μικρότερος από τέσσερις ώρες, η κατανομή του χρόνου μπορεί να γίνεται σε εξαμηνιαία βάση με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπολείπεται των 2 ωρών ανά επίσκεψη στο χώρο εργασίας και πάντα υπό την κρίση του επιθεωρητή εργασίας.»

8. Η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 11 παράγραφος 6 και 21 παράγραφος 5, με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., ρυθμίζονται τα θέματα προσόντων, ειδικότερων καθηκόντων και όρων εργασίας του ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας, θέματα σχετικά με τις αρμοδιότητες των επιτροπών υγείας και ασφάλειας και λοιπών εκπροσώπων των εργαζομένων, τον τρόπο ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων και του εργοδότη για τους σκοπούς και τα μέτρα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του παρόντος κώδικα και του Ν. 2224/1994   , όπως κατάρτιση και περιεχόμενο ατομικού ιατρικού φακέλου του εργαζομένου, τήρηση και περιεχόμενο βιβλίου του τεχνικού ασφάλειας, θέματα που αφορούν την οργάνωση και τους όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας των εταιρειών παροχής των υπηρεσιών ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας και θέματα σχετικά με την άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας από τον ίδιο τον εργοδότη, ο έλεγχος για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας από τις περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των άρθρων 25, 71 και 72, καθώς και των διατάξεων του Ν. 2224/1994   

2. Στο Π.Δ. 70/1990    (Α ́ 31) στο άρθρο 9, μέρος Β ́ «προσόντα του τεχνικού ασφάλειας» η περίπτωση 3 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«3. Πτυχιούχοι ΤΕΙ με προϋπηρεσία πέντε (5) ετών μπορεί να ορίζονται τεχνικοί ασφάλειας, σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας, εφόσον ο αριθμός των απασχολουμένων ατόμων είναι μικρότερος από πενήντα (50). Όσον αφορά τις ειδικότητες και την προϋπηρεσία των πτυχιούχων ΤΕΙ ισχύουν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»

5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) μετά την περίπτωση ζ ́ προστίθεται περίπτωση η ́ ως εξής:

«η) Αριθμός εργαζομένων: το σύνολο των εργαζομένων σε όλα τα παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις της κύριας επιχείρησης.»

7. Η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«4. Ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας κατανέμεται κατά μήνα με κοινή συμφωνία του εργοδότη και της Ε.Υ.Α.Ε.. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει Ε.Υ.Α.Ε. ή εκπρόσωπος εργαζομένων για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία και ο ελάχιστος ετήσιος χρόνος που αναλογεί για ένα υποκατάστημα ή παράρτημα είναι μικρότερος από τέσσερις ώρες, η κατανομή του χρόνου μπορεί να γίνεται σε εξαμηνιαία βάση με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπολείπεται των 2 ωρών ανά επίσκεψη στο χώρο εργασίας και πάντα υπό την κρίση του επιθεωρητή εργασίας.»

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΘΕΜΑΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΝΤΡΩΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ (ΚΕ.Π.Α.)

6. Στο κεφάλαιο Θ ́ του κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    (Α ́ 84), προστίθεται άρθρο 71Α ως εξής:

«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά από γνώμη του Συμβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων του άρθρου 26 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. καθορίζεται σύστημα ελέγχου τήρησης του δηλούμενου στην αρμόδια υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ωραρίου απασχόλησης σύμφωνα με τα άρθρα 9 παράγραφοι 4, 7 και 21 παρ. 3 εδάφιο γ ́ του Κ.Ν.Υ.Α.Ε., των τεχνικών ασφαλείας και ιατρών εργασίας [ως άτομα εκτός της επιχείρησης ή ως συνεργαζόμενους με Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞΥΠΠ)] και των ΕΞΥΠΠ, καθώς και κάθε άλλη συναφής λεπτομέρεια.»

Από τη θέση σε ισχύ του παρόντος καταργούνται:

α) οι υποπεριπτώσεις 1, 2 και 3 της περίπτωσης στ ́ του άρθρου 4 του ν. 344/1976, η περίπτωση ζ ́ της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 344/1976, τα άρθρα 36 και 37 του ν. 344/1976, η περίπτωση β ́ του άρθρου 48 του ν. 344/1976 και η παρ. 2 του άρθρου 81 του Ν. 3996/2011    (Α ́170),

β) το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 16 του Ν. 3996/2011   ,

γ) η παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 3996/2011   ,

δ) η παρ. 3 του άρθρου 27 του Ν. 3996/2011   ,

ε) τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 4 και η παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 2434/1996    (Α ́188), καθώς και η παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 2639/1998    (Α ́ 205),

στ) η παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν. 2639/1998    (Α ́ 295).

ζ) η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3850/2010    «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων» (Α ́ 84),

η) η παρ. ΙΙ του άρθρου 3 του Ν.Δ. 515/1970    (Α ́ 95),

θ) το άρθρο 23 του ν. 3659/2007,

ι) το άρθρο 20 του ν. 1199/1981,

ια) η παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 4075/2012    (Α ́89),

ιβ) η παρ. 8 του άρθρου 43 του Ν. 4052/2012    (Α ́ 41),

ιγ) το άρθρο 20 του Ν. 4075/2012    (Α ́ 89) καταργείται από την ημερομηνία που ίσχυσε,

ιδ) κάθε άλλη ρύθμιση αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος.

1 Α. Η προβλεπόμενη νόμιμη κατά την ισχύουσα νομοθεσία υπερωριακή απασχόληση εργαζομένων καταχωρείται υποχρεωτικά πριν την έναρξη πραγματοποίησής της στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών που τηρείται από τον εργοδότη.

Β. Το Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες εν γένει και μπορεί να τηρείται με τη μορφή ημερολογίου ή μηχανογραφημένων σελίδων, που φέρουν τα στοιχεία της επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή του εν γένει εργοδότη και την ένδειξη «Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών».

Γ. Το Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών πρέπει να τηρείται στο χώρο εργασίας, να διατηρείται από τον εργοδότη επί μια πενταετία από τη συμπλήρωσή του και να τίθεται στη διάθεση των ελεγκτικών οργάνων, προς έλεγχο, οσάκις ζητείται.

Δ. Στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών αναγράφονται σε ξεχωριστές στήλες:

α) το ονοματεπώνυμο και η ειδικότητα του μισθωτού,

β) η τροποποίηση που επέρχεται στο ωράριο εργασίας,

γ) η αιτία για την οποία πραγματοποιείται η υπερωριακή απασχόληση,

δ) η ημερομηνία πραγματοποίησης της υπέρβασης,

ε) η ώρα έναρξης και λήξης της υπέρβασης,

στ) η υπογραφή του εργαζόμενου.

Ε. Για κάθε εργαζόμενο που θα διαπιστωθεί, από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, ότι απασχολείται υπερωριακώς χωρίς η απασχόλησή του αυτή να είναι καταχωρημένη κατά τα ανωτέρω στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών, επιβάλλονται με πράξη του αρμοδίου οργάνου, σε βάρος του εργοδότη, κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 28 του Ν. 3996/2011   , όπως ισχύουν.

ΣΤ. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στην οικεία Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου κάθε μήνα το σύνολο των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, ανά εργαζόμενο, κατά τον προηγούμενο μήνα. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, σε βάρος του εργοδότη, κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 3996/2011   , όπως ισχύει. Με υπουργική απόφαση δύναται να ρυθμίζεται κάθε όρος και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας κάθε άλλη αντίθετη διάταξη παύει να ισχύει.

2. Οι σειρές ένατη έως δέκατη τέταρτη της παρ. 4 του άρθρου 14 του Ω αντικαθίστανται ως εξής:
«, το οποίο διατίθεται κυρίως στην προώθηση και
ενίσχυση των δράσεών του και την καταβολή εξόδων κίνησης και μετακίνησης όσων διενεργούν ελέγχους και συμμετέχουν στην εν γένει εκπλήρωση της αποστολής του Σ.Ε.Π.Ε..»

3. Στο τέλος του άρθρου 24 «Τροποποιήσεις του Ν. 4052/2012   » του νομοσχεδίου προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Στην παρ. 2 του άρθρου 128 του Ν. 4052/2012    (Α ́41) προστίθεται περίπτωση γ ́ως εξής: «όποιος παραβιάζει την απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας της ΕΠΑ, που του έχει επιβληθεί, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη και με χρηματική ποινή».