Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Displaying 1 - 36 of 6119
2 | E | I | K | P | R | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Ύ | Φ | Χ | Ω
Ελληνικός όρος:
Σύμβολα και ενδείξεις κινδύνου για επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα
Αγγλικός όρος:
Symbols and indications of danger for dangerous substances and preparations

Μετάφραση: Symbols and indications of danger for dangerous substances and preparations
Ελληνικός όρος:
Φράσεις επισήμανσης κινδύνου
Αγγλικός όρος:
Risk phrases

Μετάφραση: Risk phrases
Ελληνικός όρος:
Φύση των ειδικών κινδύνων που αφορούν επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα
Αγγλικός όρος:
Nature of special risks attributed to dangerous substances and preparations

Μετάφραση: Nature of special risks attributed to dangerous substances and preparations
Ελληνικός όρος:
Εκρηκτικό σε ξηρή κατάσταση
Αγγλικός όρος:
Explosive when dry

Μετάφραση: Explosive when dry
Ελληνικός όρος:
Κίνδυνος εκρήξεως από κρούση, τριβή, φωτιά ή άλλες πηγές αναφλέξεως
Αγγλικός όρος:
Risk of explosion by shock, friction, fire or other sources of ignition

Μετάφραση: Risk of explosion by shock, friction, fire or other sources of ignition
Ελληνικός όρος:
Πολύ μεγάλος κίνδυνος εκρήξεως από κρούση, τριβή, φωτιά ή άλλες πηγές αναφλέξεως
Αγγλικός όρος:
Extreme risk of explosion by shock, friction, fire or other sources of ignition

Μετάφραση: Extreme risk of explosion by shock, friction, fire or other sources of ignition
Ελληνικός όρος:
Σχηματίζει πολύ ευαίσθητες εκρηκτικές μεταλλικές ενώσεις
Αγγλικός όρος:
Forms very sensitive explosive metallic compounds

Μετάφραση: Forms very sensitive explosive metallic compounds
Ελληνικός όρος:
Θέρμανση μπορεί να προκαλέσει έκρηξη
Αγγλικός όρος:
Heating may cause an explosion

Μετάφραση: Heating may cause an explosion
Ελληνικός όρος:
Εκρηκτικό σε επαφή ή χωρίς επαφή με τον αέρα
Αγγλικός όρος:
Explosive with or without contact with air

Μετάφραση: Explosive with or without contact with air
Ελληνικός όρος:
Μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά
Αγγλικός όρος:
May cause fire

Μετάφραση: May cause fire
Ελληνικός όρος:
Η επαφή με καύσιμο υλικό μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά
Αγγλικός όρος:
Contact with combustible material may cause fire

Μετάφραση: Contact with combustible material may cause fire
Ελληνικός όρος:
Εκρηκτικό όταν αναμιχθεί με καύσιμα υλικά
Αγγλικός όρος:
Explosive when mixed with combustible material

Μετάφραση: Explosive when mixed with combustible material
Ελληνικός όρος:
Εύφλεκτο
Αγγλικός όρος:
Flammable

Μετάφραση: Flammable
Ελληνικός όρος:
Πολύ εύφλεκτο
Αγγλικός όρος:
Highly flammable

Μετάφραση: Highly flammable
Ελληνικός όρος:
Εξαιρετικά εύφλεκτο
Αγγλικός όρος:
Extremely flammable

Μετάφραση: Extremely flammable
Ελληνικός όρος:
Αντιδρά βίαια με νερό
Αγγλικός όρος:
Reacts violently with water

Μετάφραση: Reacts violently with water
Ελληνικός όρος:
Σε επαφή με το νερό εκλύει εξαιρετικά εύφλεκτα αέρια
Αγγλικός όρος:
Contact with water liberates extremely flammable gases

Μετάφραση: Contact with water liberates extremely flammable gases
Ελληνικός όρος:
Εκρηκτικό όταν αναμιχθεί με οξειδωτικές ουσίες
Αγγλικός όρος:
Explosive when mixed with oxidizing substances

Μετάφραση: Explosive when mixed with oxidizing substances
Ελληνικός όρος:
Αυτοαναφλέγεται στον αέρα
Αγγλικός όρος:
Spontaneously flammable in air

Μετάφραση: Spontaneously flammable in air
Ελληνικός όρος:
Κατά την χρήση μπορεί να σχηματίσει εύφλεκτα /εκρηκτικά μείγματα ατμού-αέρος
Αγγλικός όρος:
In use, may form flammable/explosive vapour-air mixture

Μετάφραση: In use, may form flammable/explosive vapour-air mixture
Ελληνικός όρος:
Μπορεί να σχηματίσει εκρηκτικά υπεροξείδια
Αγγλικός όρος:
May form explosive peroxides

Μετάφραση: May form explosive peroxides
Ελληνικός όρος:
Επιβλαβές όταν εισπνέεται
Αγγλικός όρος:
Harmful by inhalation

Μετάφραση: Harmful by inhalation
Ελληνικός όρος:
Επιβλαβές σε επαφή με το δέρμα
Αγγλικός όρος:
Harmful in contact with skin

Μετάφραση: Harmful in contact with skin
Ελληνικός όρος:
Επιβλαβές σε περίπτωση καταπόσεως
Αγγλικός όρος:
Harmful if swallowed

Μετάφραση: Harmful if swallowed
Ελληνικός όρος:
Τοξικό όταν εισπνέεται
Αγγλικός όρος:
Toxic by inhalation

Μετάφραση: Toxic by inhalation
Ελληνικός όρος:
Τοξικό σε επαφή με το δέρμα
Αγγλικός όρος:
Toxic in contact with skin

Μετάφραση: Toxic in contact with skin
Ελληνικός όρος:
Τοξικό σε περίπτωση καταπόσεως
Αγγλικός όρος:
Toxic if swallowed

Μετάφραση: Toxic if swallowed
Ελληνικός όρος:
Πολύ τοξικό όταν εισπνέεται
Αγγλικός όρος:
Very toxic by inhalation

Μετάφραση: Very toxic by inhalation
Ελληνικός όρος:
Πολύ τοξικό σε επαφή με το δέρμα
Αγγλικός όρος:
Very toxic in contact with skin

Μετάφραση: Very toxic in contact with skin
Ελληνικός όρος:
Πολύ τοξικό σε περίπτωση καταπόσεως
Αγγλικός όρος:
Very toxic if swallowed

Μετάφραση: Very toxic if swallowed
Ελληνικός όρος:
Σε επαφή με το νερό ελευθερώνονται τοξικά αέρια
Αγγλικός όρος:
Contact with water liberates toxic gas

Μετάφραση: Contact with water liberates toxic gas
Ελληνικός όρος:
Κατά τη χρήση γίνεται πολύ εύφλεκτο
Αγγλικός όρος:
Can become highly flammable in use

Μετάφραση: Can become highly flammable in use
Ελληνικός όρος:
Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται τοξικά αέρια
Αγγλικός όρος:
Contact with acids liberates toxic gas

Μετάφραση: Contact with acids liberates toxic gas
Ελληνικός όρος:
Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται πολύ τοξικά αέρια
Αγγλικός όρος:
Contact with acids liberates very toxic gas

Μετάφραση: Contact with acids liberates very toxic gas
Ελληνικός όρος:
Κίνδυνος αθροιστικών επιδράσεων
Αγγλικός όρος:
Danger of cumulative effects

Μετάφραση: Danger of cumulative effects
Ελληνικός όρος:
Προκαλεί εγκαύματα
Αγγλικός όρος:
Causes burns

Μετάφραση: Causes burns