Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 20, σε σύνολο 20
E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ
Όδευση διαφυγής
Ορισμός 1: Είναι η συνεχής και χωρίς εμπόδια πορεία για τη διαφυγή από οποιοδήποτε σημείο κτιρίου προς ασφαλή, υπαίθριο συνήθως χώρο, σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Όδευση διαφυγής
Ορισμός 1: Η συνεχής και χωρίς εμπόδια πορεία για τη διαφυγή από οποιοδήποτε σημείο ενός κτιρίου προς ασφαλή, υπαίθριο συνήθως χώρο, σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Οικοδομικές εργασίες
Ορισμός 1: Ανεγέρσεις, κατεδαφίσεις, ανακαινίσεις, επισκευές, περιφράξεις και περιστοιχίσεις ατομικών κατοικιών ή/και κτιριακών συγκροτημάτων.

Οικοδομικό διάκενο
Ορισμός 1: Το κενό που περικλείεται από δομικά στοιχεία (συμπεριλαμβανομένης και της ψευδοροφής) ή περιέχεται μέσα σ’ ένα δομικό στοιχείο. Στα διάκενα δεν συμπεριλαμβάνονται οι αίθουσες, τα ντουλάπια, τα προστατευμένα φρεάτια, οι καπνοδόχοι και οι διάφοροι αγωγοί.

Οικονομικός φορέας
Ορισμός 1: Ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας και ο διανομέας

Ορισμός 2: Ο κατασκευαστής, ο αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας και ο διανομέας.

Ορισμός 3: Ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας, ο διανομέας και κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται στην αποθήκευση, χρησιμοποίηση, μεταφορά, εισαγωγή, εξαγωγή ή εμπορία εκρηκτικών υλών.

Ομάδες πρώτης (1ης) απόκρισης
Ορισμός 1: Οι κατά περίπτωση καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιοι, επιχειρησιακά, που επιλαμβάνονται πρώτοι του καταστροφικού συμβάντος.

Ομοιογενές υλικό
Ορισμός 1: Υλικό ομοιογενούς σύστασης σε όλη τη μάζα του, ή υλικό αποτελούμενο από συνδυασμό υλικών το οποίο είναι αδύνατον να διαχωριστεί σε διαφορετικά υλικά με μηχανικά μέσα, όπως το ξεβίδωμα, η κοπή, η σύνθλιψη, το τρόχισμα και η λείανση.

Οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης
Ορισμός 1: Ο οργανισμός ο οποίος πραγματοποιεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, στις οποίες συγκαταλέγονται η δοκιμή, η βαθμονόμηση, η πιστοποίηση και η επιθεώρηση.

Ορισμός 2: Φορέας που εκτελεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, περιλαμβανομένων της βαθμονόμησης, της δοκιμής, της πιστοποίησης και της επιθεώρησης.

Ορισμός 3: Οργανισμός ο οποίος πραγματοποιεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων βαθμονομήσεων, δοκιμών, πιστοποίησης και επιθεώρησης.

Οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση πολιτών
Ορισμός 1: Περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών για την προληπτική απομάκρυνση των πολιτών που βρίσκονται σε κίνδυνο εξαιτίας της παραμονής τους πλησίον περιοχής που απειλείται από ένα καταστροφικό φαινόμενο που είναι σε εξέλιξη.

Οριακές τιμές έκθεσης (ELV)
Ορισμός 1: Οι τιμές που καθορίζονται βάσει βιοφυσικών και βιολογικών εκτιμήσεων, ιδιαίτερα στη βάση επιστημονικώς παγιωμένων βραχυπρόθεσμων και εντόνων άμεσων επιπτώσεων, ήτοι των θερμικών επιπτώσεων και της ηλεκτρικής διέγερσης των ιστών.

Οριακή τιμή βιολογικού δείκτη
Ορισμός 1: H ανώτερη επιτρεπόμενη συγκέντρωση ενός παράγοντα, ο οποίος μετράται απευθείας σε σωματικούς ιστούς, σωματικά υγρά ή στον εκπνεόμενο αέρα ή έμμεσα από την ειδική δράση του στον οργανισμό.

Οριακή τιμή έκθεσης
Ορισμός 1: Το ανώτερο επίπεδο έκθεσης των εργαζομένων σ’ έναν παράγοντα, το οποίο καθορίζεται κατά τις διατάξεις αυτού του κεφαλαίου ως η ανώτερη τιμή συγκέντρωσης ή έντασής του στον τόπο εργασίας, πάνω από την οποία δεν επιτρέπεται να εκτίθενται οι εργαζόμενοι.

Οριακή τιμή έκθεσης σε καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο παράγοντα
Ορισμός 1: Η τιμή την οποία δεν επιτρέπεται να ξεπερνά η μέση οκτάωρη χρονικά σταθμισμένη έκθεση του εργαζόμενου στον καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο παράγοντα, μετρημένη στον αέρα της ζώνης αναπνοής του, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε οκτάωρης ημερήσιας και σαραντάωρης εβδομαδιαίας εργασίας του.

Όροφος εκκένωσης
Ορισμός 1: Είναι ο όροφος του κτιρίου, από τον οποίο εξέρχονται προς ασφαλή χώρο οι οδεύσεις διαφυγής.

Όροφος εκκένωσης
Ορισμός 1: Ο όροφος του κτιρίου που περιλαμβάνει τελικές εξόδους οι οποίες οδηγούν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο. Για τις ανάγκες του παρόντος κανονισμού, θεωρείται ότι κάθε αυτοτελές κτίριο διαθέτει έναν μόνο όροφο εκκένωσης, ο οποίος ορίζεται σαφώς στη μελέτη πυροπροστασίας ακόμα και στην περίπτωση που λόγω μορφολογίας του εδάφους είναι δυνατή η εκκένωση ορόφων του σε περισσότερα του ενός επίπεδα.

Ορυχείο
Ορισμός 1: Ο υπόγειος ή επιφανειακός χώρος εξόρυξης πρώτων υλών, κύρια, ενεργειακών ορυκτών. Στη συνολική έκταση που καταλαμβάνει ένα ορυχείο συνυπολογίζεται και η ευρύτερη έκταση της Παραχώρησης Μεταλλείου ή του χώρου που αναφέρεται στη σχετική σύμβαση εκμίσθωσης σε περίπτωση Δημόσιου Μεταλλευτικού Χώρου, εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης ορυκτών. Η νόμιμη λειτουργία του ορυχείου αποδεικνύεται με την ύπαρξη Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) και την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Ουσιαστική Ισότητα
Ορισμός 1: Η ισότητα των φύλων, μέσω της οποίας διευρύνεται και κατοχυρώνεται στην πράξη η τυπική νομική ισότητα και η προστατευτική και διορθωτική ή επανορθωτική διάσταση της ισότητας των φύλων διασφαλίζονται ίσες ευκαιρίες σε κάθε έκφανση του ιδιωτικού και δημόσιου βίου, αίρονται οι διακρίσεις και ανισότητες πολλαπλών μορφών και βελτιώνονται ουσιαστικά οι συνθήκες διαβίωσης των γυναικών ή των πολιτών ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου.  

Όχημα ειδικής κατηγορίας
Ορισμός 1: Όχημα που σχεδιάζεται και κατασκευάζεται για χρήση κυρίως σε εργοτάξια, ορυχεία, λατομεία, εγκαταστάσεις λιμένων ή αερολιμένων, χρήση από τις ένοπλες δυνάμεις, την πολιτική άμυνα, την πυροσβεστική υπηρεσία και τις δυνάμεις που είναι υπεύθυνες για την τήρηση της δημόσιας τάξης. Εξαιρούνται: 1) Οχήματα που κινούνται με κινητήρες που ανήκουν στα πεδία εφαρμογής κανονιστικών πράξεων περί εκπομπών των οδηγιών 2007/46/ΕΚ ή 2002/24/ΕΚ όπως κάθε φορά ισχύουν ή αντικαθίστανται. 2) Οχήματα για τη μεταφορά προσώπων.

Όχημα Ειδικής Χρήσης – Ειδικού Σκοπού
Ορισμός 1: Το αυτοκίνητο ή ρυμουλκούμενο όχημα που διαθέτει ειδικά τεχνικά χαρακτηριστικά που του επιτρέπουν την εκτέλεση λειτουργίας που απαιτεί ειδικές διαρρυθμίσεις και/ή εξοπλισμό.

Οχήματα οδικά
Ορισμός 1: Τα μεταφορικά ή άλλων χρήσεων μέσα που κινούνται στις οδούς και σε χώρους που χρησιμοποιούνται για δημόσια κυκλοφορία οχημάτων, πεζών και ζώων και οδηγούνται από πρόσωπα, με εξαίρεση των μέσων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά βρεφών και Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ), σύμφωνα με τον Ν. 2696/1999       «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας», όπως ισχύει.