Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Επικοινωνία
e-νημέρωση
e-γνώμη
English Site
Greek Site
Greek
English
Αρχική
Ταυτότητα
Ποιοί είμαστε
Ιστορική αναδρομή
Όραμα-Αποστολή
Δραστηριότητες
Κατάρτιση - Εκπαίδευση
Προγράμματα κατάρτισης
Ασύγχρονη εκπαίδευση
Προσεχή
Μετρήσεις - Αναλύσεις - Προσδιορισμοί
Δήλωση εμπιστευτικότητας
Πίνακας Μετρήσεων, Αναλύσεων & Προσδιορισμών
Έρευνες - Μελέτες - Προγράμματα
Τεκμηρίωση - Πληροφόρηση
Βιβλιοθήκη
Κατάλογος βιβλιοθήκης
Θεματικά βιβλιογραφικά δελτία
Βιβλιοθήκες Τρίτων
Ηλεκτρονικό λεξικό
Ορισμοί
Σύνδεσμοι (links)
Εμπειρογνωμοσύνες
Δίκτυο Ενδυνάμωσης Γυναικών
Θέματα ΥΑΕ
Αμίαντος
Ακτινοβολία
ΒΑΜΕ-Οδηγία SEVESO
Βία και παρενόχληση
Βιολογικοί παράγοντες
Δονήσεις
Εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου
Επαγγελματικές ασθένειες
Εργασία σε ύψος
Εργατικά ατυχήματα
Εργονομία
Ηλεκτρισμός
Θερμική καταπόνηση
Θόρυβος
Μέσα ατομικής προστασίας
Περιορισμένοι χώροι
Πυροπροστασία
Φυσικές καταστροφές
Χημικές ουσίες
Covid-19
Νομοθεσία
Εθνική Νομοθεσία
Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί
Διεθνείς συμβάσεις
Νομολογία
Εκδόσεις
Μελέτες – Βιβλία – Φυλλάδια
Περιοδικό
e-δησεόγραμμα
Βίντεο
Νέα - Εκδηλώσεις
Νέα
Εκδηλώσεις
Συνέδρια
Παγκόσμια Ημέρα ΑΥΕ
2025
2024
2023
2022
2021
2020
2019
2006-2018
e-νημέρωση
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Breadcrumb
Home
Αγγλοελληνικό Λεξικό Όρων
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Αγγλοελληνικό Λεξικό Όρων
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
(ενεργή καρτέλα)
Displaying 2845 - 2880 of 9229
Ελληνικός όρος
Αγγλικός όρος
2
|
I
|
P
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Η
|
Θ
|
Ι
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Ύ
|
Φ
|
Χ
|
Ψ
|
Ω
Ελληνικός όρος:
Εγκεκριμένο σχέδιο έκτακτης ανάγκης (της παράκτιας ή υπεράκτιας εγκατάστασης διακίνησης πετρελαιοειδών ή εξόρυξης πετρελαίου)
Αγγλικός όρος:
Facility contingency plan, FCP
Μετάφραση:
Facility contingency plan, FCP
Ελληνικός όρος:
Εγκεκριμένο σχέδιο έκτακτης ανάγκης του φορέα διοίκησης ή εκμετάλλευσης του λιμένα
Αγγλικός όρος:
Port contingency plan, PCP
Μετάφραση:
Port contingency plan, PCP
Ελληνικός όρος:
Εγκεκριμένο τοπικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης της Λιμενικής Αρχής
Αγγλικός όρος:
Local contingency plan , LCP
Μετάφραση:
Local contingency plan , LCP
Ελληνικός όρος:
Εγκεκριμένος
Αγγλικός όρος:
Approved
Μετάφραση:
Approved
Ελληνικός όρος:
Εγκεφαλικά νεύρα
Αγγλικός όρος:
Cranial nerves
Μετάφραση:
Cranial nerves
Ελληνικός όρος:
Εγκεφαλική κάκωση
Αγγλικός όρος:
Brain injury
Μετάφραση:
Brain injury
Ελληνικός όρος:
Εγκέφαλος
Αγγλικός όρος:
Brain
Μετάφραση:
Brain
Ελληνικός όρος:
Εγκιβωτισμός
Αγγλικός όρος:
Encapsulation
Μετάφραση:
Encapsulation
Ελληνικός όρος:
Εγκλεισμός
Αγγλικός όρος:
Enclosure
Μετάφραση:
Enclosure
Ελληνικός όρος:
Έγκλειστα
Αγγλικός όρος:
Inclusion bodies
Μετάφραση:
Inclusion bodies
Ελληνικός όρος:
Εγκλιματισμός (π.χ. αέρα)
Αγγλικός όρος:
Conditioning
Μετάφραση:
Conditioning
Ελληνικός όρος:
Εγκλωβισμός στην ακτογραμμή
Αγγλικός όρος:
Containment on land
Μετάφραση:
Containment on land
Ελληνικός όρος:
Έγκριση
Αγγλικός όρος:
Approval
Μετάφραση:
Approval
Ελληνικός όρος:
Έγκυες εργαζόμενες
Αγγλικός όρος:
Pregnant workers
Μετάφραση:
Pregnant workers
Ελληνικός όρος:
Εγκύκλιος
Αγγλικός όρος:
Circular
Μετάφραση:
Circular
Ελληνικός όρος:
Εγκυμοσύνη
Αγγλικός όρος:
Pregnancy
Μετάφραση:
Pregnancy
Ελληνικός όρος:
Έγκυος
Αγγλικός όρος:
Pregnant woman
Μετάφραση:
Pregnant woman
Ελληνικός όρος:
Εγκυρότητα
Αγγλικός όρος:
Validity
Μετάφραση:
Validity
Ελληνικός όρος:
Εγχειρίδιο Αναλυτικών Μεθόδων
Αγγλικός όρος:
Manual of Analytical Methods
Μετάφραση:
Manual of Analytical Methods
Ελληνικός όρος:
Εγχειρίδιο διαδικασιών
Αγγλικός όρος:
Procedural Manual
Μετάφραση:
Procedural Manual
Ελληνικός όρος:
Εγχειρίδιο δοκιμών και κριτηρίων
Αγγλικός όρος:
Manual of tests and criteria
Μετάφραση:
Manual of tests and criteria
Ελληνικός όρος:
Εγχειρίδιο Έρευνας και Διάσωσης Εμπορικών Πλοίων
Αγγλικός όρος:
Merchant Ship Search and Rescue Manual, MERSAR
Μετάφραση:
Merchant Ship Search and Rescue Manual, MERSAR
Ελληνικός όρος:
Εγχειρίδιο ποιότητας
Αγγλικός όρος:
Quality manual
Μετάφραση:
Quality manual
Ελληνικός όρος:
Εγχειρίδιο ρύπανσης από πετρέλαιο
Αγγλικός όρος:
Manual on oil pollution
Μετάφραση:
Manual on oil pollution
Ελληνικός όρος:
Έγχυση εντός διατρήσεων
Αγγλικός όρος:
Injection into drilled holes
Μετάφραση:
Injection into drilled holes
Ελληνικός όρος:
Εθιμικό δίκαιο
Αγγλικός όρος:
Common law
Μετάφραση:
Common law
Ελληνικός όρος:
Εθισμός
Αγγλικός όρος:
Addiction
Μετάφραση:
Addiction
Ελληνικός όρος:
Εθνικές αρχές
Αγγλικός όρος:
National authorities
Μετάφραση:
National authorities
Ελληνικός όρος:
Εθνική απόκλιση
Αγγλικός όρος:
National deviation
Μετάφραση:
National deviation
Ελληνικός όρος:
Εθνική Επιτροπή για την Επαγγελματική Υγεία και Ασφάλεια (Αυστραλία)
Αγγλικός όρος:
National Occupational Health and Safety Commission (Australia)
Μετάφραση:
National Occupational Health and Safety Commission (Australia)
Ελληνικός όρος:
Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας
Αγγλικός όρος:
National General Collective Agreement, EGSSE
Μετάφραση:
National General Collective Agreement, EGSSE
Ελληνικός όρος:
Εθνική Συμβουλευτική Επιτροπή για την Επαγγελματική Υγεία και Ασφάλεια (ΗΠΑ)
Αγγλικός όρος:
National Advisory Committee on Occupational Safety and Health (USA)
Μετάφραση:
National Advisory Committee on Occupational Safety and Health (USA)
Ελληνικός όρος:
Εθνική τυποποίηση
Αγγλικός όρος:
National standardization
Μετάφραση:
National standardization
Ελληνικός όρος:
Εθνική Υπηρεσία Τεχνικής Πληροφόρησης (ΗΠΑ)
Αγγλικός όρος:
National Technical Information Service (NTIS)
Μετάφραση:
National Technical Information Service (NTIS)
Ελληνικός όρος:
Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας
Αγγλικός όρος:
Greek Research and Technology Network, GRNET
Μετάφραση:
Greek Research and Technology Network, GRNET
Ελληνικός όρος:
Εθνικό δίκτυο πληροφοριών
Αγγλικός όρος:
National information network
Μετάφραση:
National information network
Σελιδοποίηση
First page
« αρχική
Προηγούμενη σελίδα
‹‹
…
Page
76
Page
77
Page
78
Page
79
Τρέχουσα σελίδα
80
Page
81
Page
82
Page
83
Page
84
…
Επόμενη σελίδα
››
Last page
τελευταία »