Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 101 - 150, σε σύνολο 362
E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ
Εθνικός φορέας τυποποίησης
Ορισμός 1: Φορέας τον οποίο έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

Ειδικό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Το πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης το οποίο δύναται να αντικαταστήσει προϋπηρεσία που απαιτείται για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας του Ν. 3982/2011   .

Ειδικότητα
Ορισμός 1: Εξειδίκευση  αυτοτελούς  τεχνικού αντικειμένου και αντίστοιχων απαιτήσεων επαγγελματικών προσόντων, εντός της ρυθμιζόμενης κατηγορίας επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Εισαγωγέας
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που διαθέτει στην αγορά της Ένωσης εξοπλισμό πλοίων προερχόμενο από τρίτη χώρα.

Ορισμός 2: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ε.Ε. που διαθέτει προϊόν τρίτης χώρας στην ενωσιακή αγορά.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που διαθέτει στην ενωσιακή αγορά εκρηκτικό προερχόμενο από τρίτη χώρα.

Ορισμός 4: Kάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που διαθέτει ΗΗΕ τρίτης χώρας στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκπομπή
Ορισμός 1: Η ελευθέρωση ουσίας από σημειακή ή διάχυτη πηγή στην ατμόσφαιρα.

Εκπρόσωπος των εργαζομένων
Ορισμός 1: Κάθε εκλεγμένο άτομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 4 (σύσταση επιτροπής υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων- εκπρόσωποι των εργαζομένων), 5 (αρμοδιότητες ΕΥΑΕ και εκπροσώπου εργαζομένων), 6 (αριθμός μελών ΕΥΑΕ - υποχρεώσεις εργοδοτών) και 7 (εκλογή μελών ΕΥΑΕ - προστασία) του παρόντος και τα άρθρα 1 (σκοπός - πεδίο εφαρμογής), 2 (όργανα εκπροσώπησης εργαζομένων), 3 (γενική συνέλευση εργαζομένων), 4 (εκλογές) και 5 (εφορευτικές επιτροπές) του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63/Α`/6.4.1988) «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας».

Ορισμός 2: Κάθε εκλεγμένο άτομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 1568/1985 (ΦΕΚ 177/Α`/18.10.1985), το Π.Δ. 315/1987 (ΦΕΚ 149/Α`/25.8.1987) «Σύσταση ΕΥΑΕ σε εργοτάξια οικοδομών και εν γένει τεχνικών έργων», τα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63/Α`/6.4.1988) «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις-κύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας», και τα άρθρα 2 §4 και 3 του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996) «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ», για να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους, όσον αφορά τα ζητήματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία.

Εκρηκτικά ή εκρηκτικές ύλες
Ορισμός 1: Οι ύλες και τα αντικείμενα που θεωρούνται ως εκρηκτικά στις συστάσεις των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων και περιλαμβάνονται στην κλάση 1 των εν λόγω συστάσεων.

Εκρηκτική ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Μείγμα με τον αέρα, σε ατμοσφαιρικές συνθήκες, εύφλεκτων ουσιών, υπό μορφή αερίων, ατμών, συγκεντρώσεων σταγονιδίων ή σκόνης, στο οποίο, μετά από ανάφλεξη, η καύση μεταδίδεται στο σύνολο του μη καιόμενου μείγματος.

Εκρήξιμη ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Ατμόσφαιρα, η οποία θα μπορούσε να καταστεί εκρηκτική λόγω των τοπικών και επιχειρησιακών συνθηκών.

Έκτακτη ανάγκη
Ορισμός 1: Η ξαφνική και απρόβλεπτη απειλητική κατάσταση που απαιτεί την άμεση λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίηση των δυσμενών συνεπειών της.

Εκτιθέμενος εργαζόμενος
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη.

Ελαφρά εργασία
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε εργασία που εκ της φύσεως των λειτουργιών τις οποίες περιέχει και των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτή εκτελείται: - δεν είναι ικανή να βλάψει την ασφάλεια, την υγεία ή την ανάπτυξη των παιδιών, και - ως εκ της φύσεως της, δεν αποβαίνει σε βάρος της τακτικής σχολικής φοίτησης τους, της συμμετοχής τους σε προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού ή επαγγελματικής κατάρτισης εγκεκριμένα από την αρμόδια αρχή, ή της ικανότητας τους να ωφελούνται από την εκπαίδευση που τους παρέχεται.

Ελεύθεροι επαγγελματίες
Ορισμός 1: Τα πρόσωπα που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα για το οποίο υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων στην ασφάλιση του πρώην ΟΑΕΕ.

Έμμεσες επιπτώσεις
Ορισμός 1: Οι επιπτώσεις που προκαλούνται από την παρουσία αντικειμένου σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, οι οποίες ενδέχεται να αποτελέσουν αιτία κινδύνου για την ασφάλεια ή την υγεία, όπως: α) παρεμβολές στη λειτουργία ιατρικών ηλεκτρονικών εξοπλισμών και συσκευών συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών βηματοδοτών και άλλων εμφυτευμένων ή σωματικώς φερομένων ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων, β) κίνδυνο εκσφενδόνισης σιδηρομαγνητικών αντικειμένων εντός στατικών μαγνητικών πεδίων, γ) πυροδότηση ηλεκτροεκρηκτικών συσκευών (πυροκροτητών), δ) πυρκαγιές και εκρήξεις οφειλόμενες στην ανάφλεξη εύφλεκτων υλικών λόγω σπινθήρων προκαλούμενων από επαγόμενα πεδία, ρεύματα επαφής ή εκκενώσεις σπινθήρων και ε) ρεύματα επαφής.

Έμμεση διάκριση
Ορισμός 1: Κάθε πράξη ή παράλειψη που θέτει  σε  μειονεκτική  θέση  τα  πρόσωπα λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, δυνάμει μιας ουδέτερης εκ πρώτης όψης διάταξης, κριτηρίου ή πρακτικής, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογούνται αντικειμενικά από νόμιμο σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Ορισμός 2: Νοείται όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα.

Εμπειρογνώμονες Πολιτικής Προστασίας
Ορισμός 1: ο ειδικός επιστήμονας ή το πιστοποιημένο στέλεχος σε θέματα που αφορούν στη διαχείριση και αντιμετώπιση καταστροφών και στον υπολογισμό κρίσιμων παραγόντων, όπως, η εκτίμηση της επικινδυνότητας, των εν γένει κινδύνων, της τρωτότητας, της έκθεσης στον κίνδυνο.

Έμφυλη διάκριση
Ορισμός 1: Σωματική, ψυχολογική ή λεκτική συμπεριφορά, μέσω της οποίας υποβαθμίζονται τα άτομα με βάση το φύλο τους, το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα του φύλου τους.

Εναρμονισμένο πρότυπο
Ορισμός 1: Ευρωπαϊκό πρότυπο που έχει εκδοθεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής για την εφαρμογή της νομοθεσίας εναρμόνισης της Ένωσης.

Ορισμός 2: Πρότυπο που εγκρίνεται από έναν από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης που αναγράφονται στο Παράρτημα I του π.δ. 39/2001 (ΦΕΚ Α ́ 28) «Καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 98/34/ΕΚ και 98/48/ΕΚ», κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 98/34/ΕΚ.

Ενδεικτικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει άλλες ενδείξεις πέραν εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους β έως ε. (δηλ. απαγορευτικό σήμα, προειδοποιητικό σήμα, σήμα υποχρέωσης, σήμα διάσωσης ή βοήθειας).

Ενεργητική πυροπροστασία
Ορισμός 1: Τα μέσα πυροπροστασίας που εγκαθίστανται σε ένα κτίριο και τα οποία αποσκοπούν στην έγκαιρη ανίχνευση και προειδοποίηση για την έναρξη φωτιάς ή/και στην άμεση αντιμετώπισή της πριν αυτή καταστεί ανεξέλεγκτη.

Ένταξη της Διάστασης του Φύλου σε όλες τις πολιτικές (gender mainstreaming)
Ορισμός 1: H στρατηγική για την υλοποίηση  της  ουσιαστικής  ισότητας  των  φύλων,  η οποία περιλαμβάνει την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στην προετοιμασία, τον σχεδιασμό, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση πολιτικών, κανονιστικών μέτρων και προγραμμάτων δαπανών, με στόχο την προώθηση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και την καταπολέμηση των διακρίσεων.  

Ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης
Ορισμός 1: Κάθε νομοθεσία της Ε.Ε. η οποία εναρμονίζει τους όρους εμπορίας των προϊόντων. Αναφέρονταν στο πλαίσιο της ΕΚ ως «Κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης». Εναλλακτικοί ορισμοί είναι «ενωσιακές πράξεις εναρμόνισης» ή «τομεακή ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης».

Εξάπλωση
Ορισμός 1: Είναι ένα μέτρο εργασιμότητας που εκφράζεται με τη μέση διάμετρο σε cm, που αποκτά μια κωνική στήλη νωπού σκυροδέματος, η οποία μορφώθηκε επάνω στην τράπεζα εξάπλωσης, έπειτα από ορισμένο αριθμό κύκλων ανύψωσης και ελεύθερης πτώσης του ενός άκρου της τράπεζας (EΛΟΤ ΕΝ 12350.05).

Εξαρτώμενος ΗΗΕ
Ορισμός 1: Ο ΗΗΕ που χρειάζεται ηλεκτρικά ρεύματα ή ηλεκτρομαγνητικά πεδία για να επιτελέσει μία τουλάχιστον από τις σκοπούμενες λειτουργίες του.

Εξίδρωση
Ορισμός 1: Είναι η ανάδυση νερού στην επιφάνεια του μόλις διαστρωμένου σκυροδέματος.

Έξοδος
Ορισμός 1: Έξοδος δια της οποίας παρέχεται δυνατότητα διαφυγής από ένα πυροδιαμέρισμα προς άλλο πυροδιαμέρισμα που βρίσκεται στον ίδιο όροφο ή από έναν όροφο κτιρίου προς όροφο γειτονικού κτιρίου που ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη και βρίσκεται στην ίδια περίπου στάθμη.

Έξοδος κινδύνου
Ορισμός 1: Είναι το άνοιγμα εισόδου που οδηγεί σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής, σε μια οδό ή κατευθείαν σ' έναν υπαίθριο ασφαλή χώρο από τον κίνδυνο της φωτιάς ή και του καπνού.

Έξοδος κινδύνου
Ορισμός 1: Άνοιγμα εισόδου σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής, ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο.

Εξοπλισμός ατομικής προστασίας
Ορισμός 1: Κάθε εξοπλισμός τον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να φορά ή να φέρει κατά την εργασία, για να προστατεύεται από ένα ή περισσότερους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και κάθε συμπλήρωμα ή εξάρτημα του εξοπλισμού που εξυπηρετεί αυτό το σκοπό.

Εξοπλισμός εργασίας
Ορισμός 1: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία.

Εξοπλισμός πλοίων
Ορισμός 1: Ο εξοπλισμός που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 3.

Εξορυκτικές δια γεωτρήσεων βιομηχανίες
Ορισμός 1: Όλες οι βιομηχανίες οι οποίες, α. εξορύσσουν ορυκτές ύλες δια γεωτρήσεων ή/και β. προβαίνουν στην αναζήτηση κοιτασμάτων με σκοπό την εξόρυξη με τη μέθοδο αυτή ή/και γ. προετοιμάζουν τις εξορυχθείσες ύλες για την πώληση με εξαίρεση τις δραστηριότητες μεταποίησης των πρώτων υλών.

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων.

Ορισμός 2: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όχι απαραίτητα ο εμπορικός αντιπρόσωπος, εγκατεστημένο στην Κοινότητα, το οποίο έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να διεκπεραιώνει, εξ ονόματος του, όλες ή ορισμένες από τις υποχρεώσεις και διατυπώσεις που συνδέονται με τις Κοινοτικές Οδηγίες.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ε.Ε., που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματος του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετικών με τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή υπό την οικεία ενοριακή νομοθεσία.

Ορισμός 4: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων.

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που έχει λάβει από κατασκευαστή γραπτή εντολή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων.

Εξουσιοδοτημένος Οργανισμός
Ορισμός 1: Ο Οργανισμός που είναι εξουσιοδοτημένος από την Ελληνική Κυβέρνηση να παρέχει τις προβλεπόμενες από την εκάστοτε κείμενη νομοθεσία, υπηρεσίες σε υπό ελληνική σημαία πλοία και στις διαχειρίστριες εταιρείες αυτών.

Εξωτερική απόσταση ασφαλείας
Ορισμός 1: Η ελάχιστη απόσταση που απαιτείται μεταξύ των τυχόν κτηρίων εκτός του Σταθμού και των επικίνδυνων στοιχείων του Σταθμού για την αποφυγή ατυχημάτων.

Εξωτερικό κλιμακοστάσιο
Ορισμός 1: Κλιμακοστάσιο του οποίου η μία τουλάχιστον πλευρά είναι ανοικτή προς το ύπαιθρο.

Εξωτερικός διάδρομος διαφυγής
Ορισμός 1: Διάδρομος του οποίου η μία τουλάχιστον κατακόρυφη επιμήκης επιφάνεια είναι ανοικτή προς το ύπαιθρο. (Η επιφάνεια αυτή θεωρείται ανοικτή ακόμα και αν περιέχει στηθαίο).

Εξωτερικός έλεγχος ποιότητας σκυροδέματος
Ορισμός 1: Είναι ο έλεγχος που διενεργείται από τον Κύριο του Εργου ή τον επιβλέποντα, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωση του σκυροδέματος, που παραλαμβάνεται στο έργο με βάση αυτόν τον Κανονισμό. Γίνεται: α) σύμφωνα με τα κριτήρια συμμόρφωσης εξωτερικού ελέγχου (ταυτοποίησης) του Κεφ. Γ1.2 εφόσον πρόκειται για εργοστασιακό σκυρόδεμα με πιστοποίηση ελέγχου παραγωγής, β) σύμφωνα με τα κριτήρια συμμόρφωσης εξωτερικού ελέγχου του Κεφ. Γ1.3, εφόσον πρόκειται για εργοστασιακό σκυρόδεμα χωρίς πιστοποίηση ελέγχου παραγωγής και γ) σύμφωνα με τα κριτήρια συμμόρφωσης εξωτερικού ελέγχου του Κεφ. Γ1.4, εφόσον πρόκειται για εργοταξιακό σκυρόδεμα, με δοκίμια που λαμβάνονται από τον Κύριο του Εργου ή τον επιβλέποντα σύμφωνα με το Κεφ. Γ1.1.

Επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης
Ορισμός 1: Συστήματα που δεν διέπονται από την Οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (EEL 6 της 10.1.1979), και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του αν η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική.

Επανειλημμένη επιβολή κυρώσεων για παρόμοιες παραβάσεις
Ορισμός 1: Η επιβολή στην ίδιο ελεγχόμενο τόπο εργασίας (όπως έδρα, παράρτημα, υποκατάστημα κτλ) τριών (3) τουλάχιστον διοικητικών κυρώσεων που αφορούν διαφορετικούς χρονικά ελέγχους για ίδιες παραβάσεις κατά την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία  διενέργειας  του  ελέγχου.  Τυχόν  αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης δεν επηρεάζει τον παραπάνω υπολογισμό.  

Επιβλέπων
Ορισμός 1: Είναι το νομικό ή φυσικό πρόσωπο, σύμφωνα με την κείμενη Νομοθεσία και τη Κατηγορία Εκτέλεσης Έργου (ΕΛΟΤ ΕΝ 13670 και ΕΛΟΤ ΕΝ 1990), που συνεπικουρούμενο από τον εργοδηγό, παραλαμβάνει το σκυρόδεμα και ελέγχει τα χαρακτηριστικά του (πυκνότητα ή φαινόμενο βάρος, κάθιση, % περιεκτικότητα αέρα), ελέγχει και υπογράφει το δελτίο αποστολής και το Έντυπο παραλαβής του σκυροδέματος, επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης, την αρτιότητα των ξυλοτύπων και την εκτέλεση της σκυροδέτησης (διάστρωση, συμπύκνωση και συντήρηση) και μεριμνά για την παρασκευή, σήμανση και συντήρηση των συμβατικών δοκιμίων ή των δοκιμίων έργου, μέχρις ότου αποσταλούν στο εργαστήριο.

Επικίνδυνα εμπορεύματα σε στερεά χύδην μορφή
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε υλικό, εκτός υγρού ή αερίου, που αποτελείται από ένα συνδυασμό σωματιδίων, κόκκων ή οποιωνδήποτε μεγαλύτερων τεμαχίων υλικού, γενικά ομοιόμορφης σύνθεσης, το οποίο καλύπτεται από τον Κώδικα IMDG και φορτώνεται απευθείας στους χώρους φορτίου ενός πλοίου χωρίς ενδιάμεση μορφή συγκράτησης και περιλαμβάνει τέτοια υλικά φορτωμένα σε φορτηγίδα ή σε πλοίο που μεταφέρει φορτηγίδες.

Επικίνδυνη ζώνη
Ορισμός 1: Κάθε ζώνη εντός ή και πέριξ του εξοπλισμού εργασίας στην οποία εκτιθέμενος ο εργαζόμενος υπόκειται σε κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια ή την υγεία του.

Επικίνδυνος χώρος
Ορισμός 1: Χώρος υψηλού βαθμού κινδύνου του κτιρίου ή χώρος που λόγω της υψηλής εγκατεστημένης ισχύος έχει αυξημένο κίνδυνο έναρξης φωτιάς.

Επίπεδα δράσης (AL)
Ορισμός 1: Τα λειτουργικά όρια που καθορίζονται με σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας κατάδειξης της συμμόρφωσης με τις σχετικές ELV ή, όπου απαιτείται, προκειμένου να ληφθούν τα σχετικά μέτρα προστασίας ή πρόληψης κατά το παρόν προεδρικό διάταγμα.

Επιφανειακή εξάπλωση της φλόγας
Ορισμός 1: Η διάδοση του μετώπου της φλόγας από την πηγή ανάφλεξης κατά μήκος της επιφάνειας του δομικού στοιχείου.

Επιχειρήσεις Αφαίρεσης − Κατεδάφισης Αμιάντου (Ε.Α.Κ.)
Ορισμός 1: Οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν την εκτέλεση εργασιών διαχείρισης αμιάντου και συγκεκριμένα:
α) Ε.Α.Κ. τύπου Α: νοούνται εκείνες οι Ε.Α.Κ. που ασχολούνται με κάθε είδους εργασίες σε όλα τα είδη αμιαντούχων υλικών (εύθρυπτα και μη εύθρυπτα).
β) Ε.Α.Κ. τύπου Β: νοούνται εκείνες που ασχολούνται με εργασίες μόνο σε μη εύθρυπτα αμιαντούχα υλικά.

Επιχείρηση
Ορισμός 1: Κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, εγκατάσταση και εργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσεται.

Εποπτεία της αγοράς
Ορισμός 1: Οι δραστηριότητες που διενεργούν και τα μέτρα που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσουν ότι ο ΗΗΕ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος και δεν θέτει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή άλλες προστατευόμενες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος.