Skip to main content
Header Top
Contact
Greek Site
Greek
English
English Menu
HOME
ABOUT
INFORMATION
LEGISLATION
RESEARCH
RESOURCES
SERVICES
TRAINING
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Αγγλοελληνικό Λεξικό Όρων
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
(ενεργή καρτέλα)
Displaying 8425 - 8460 of 9229
Ελληνικός όρος
Αγγλικός όρος
2
|
I
|
P
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Η
|
Θ
|
Ι
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Ύ
|
Φ
|
Χ
|
Ψ
|
Ω
Ελληνικός όρος:
Υπέρβαρος
Αγγλικός όρος:
Overweight
Μετάφραση:
Overweight
Ελληνικός όρος:
Υπερβολή (π.χ. μαθηματική καμπύλη)
Αγγλικός όρος:
Hyperbola
Μετάφραση:
Hyperbola
Ελληνικός όρος:
Υπερβολικός φόρτος εργασίας
Αγγλικός όρος:
Work overload
Μετάφραση:
Work overload
Ελληνικός όρος:
Υπεργολαβική εργασία
Αγγλικός όρος:
Subcontracted work
Μετάφραση:
Subcontracted work
Ελληνικός όρος:
Υπεργολάβος
Αγγλικός όρος:
Subcontractor
Μετάφραση:
Subcontractor
Ελληνικός όρος:
Υπερεργασία
Αγγλικός όρος:
Overtime
Μετάφραση:
Overtime
Ελληνικός όρος:
Υπερευαισθησία
Αγγλικός όρος:
Hypersensitivity
Μετάφραση:
Hypersensitivity
Ελληνικός όρος:
Υπέρηχος
Αγγλικός όρος:
Ultra sound
Μετάφραση:
Ultra sound
Ελληνικός όρος:
Υπερθειικά άλατα
Αγγλικός όρος:
Persulfates
Μετάφραση:
Persulfates
Ελληνικός όρος:
Υπερθειικό αµµώνιο
Αγγλικός όρος:
Ammonium persulfate, APS
Μετάφραση:
Ammonium persulfate, APS
Ελληνικός όρος:
Υπερθερμία
Αγγλικός όρος:
Hyperthermia
Μετάφραση:
Hyperthermia
Ελληνικός όρος:
Υπερίτης
Αγγλικός όρος:
Yperite
Μετάφραση:
Yperite
Ελληνικός όρος:
Υπεριώδες φώς
Αγγλικός όρος:
Ultra violet light (UV)
Μετάφραση:
Ultra violet light (UV)
Ελληνικός όρος:
Υπεριώδης ακτινοβολία
Αγγλικός όρος:
Ultraviolet radiation
Μετάφραση:
Ultraviolet radiation
Ελληνικός όρος:
Υπεριωδικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Periodic acid
Μετάφραση:
Periodic acid
Ελληνικός όρος:
Υπερκρίσιμη ρευστή χρωματογραφία
Αγγλικός όρος:
Superficial fluid chromatography
Μετάφραση:
Superficial fluid chromatography
Ελληνικός όρος:
Υπερλεπτόκοκκα σωματίδια
Αγγλικός όρος:
Ultrafine particles
Μετάφραση:
Ultrafine particles
Ελληνικός όρος:
Υπερμαγγανικά
Αγγλικός όρος:
Permanganates
Μετάφραση:
Permanganates
Ελληνικός όρος:
Υπερμαγγανικό κάλιο
Αγγλικός όρος:
Potassium permanganate
Μετάφραση:
Potassium permanganate
Ελληνικός όρος:
Υπεροξέα
Αγγλικός όρος:
Peroxyacids
Μετάφραση:
Peroxyacids
Ελληνικός όρος:
Υπεροξείδιο
Αγγλικός όρος:
Peroxide
Μετάφραση:
Peroxide
Ελληνικός όρος:
Υπεροξείδιο της μεθυλοαιθυλοκετόνης
Αγγλικός όρος:
Methyl ethyl ketone peroxide
Μετάφραση:
Methyl ethyl ketone peroxide
Ελληνικός όρος:
Υπεροξείδιο του βαρίου
Αγγλικός όρος:
Barium peroxide
Μετάφραση:
Barium peroxide
Ελληνικός όρος:
Υπεροξείδιο του βενζοϋλίου
Αγγλικός όρος:
Benzoyl peroxide
Μετάφραση:
Benzoyl peroxide
Ελληνικός όρος:
Υπεροξείδιο του υδρογόνου
Αγγλικός όρος:
Hydrogen peroxide, hydrogen dioxide
Μετάφραση:
Hydrogen peroxide, hydrogen dioxide
Ελληνικός όρος:
Υπεροξικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Peroxyacetic acid
Μετάφραση:
Peroxyacetic acid
Ελληνικός όρος:
Υπεροξυβενζοϊκό οξύ
Αγγλικός όρος:
Peroxybenzoic acid
Μετάφραση:
Peroxybenzoic acid
Ελληνικός όρος:
Υπεροξυμυρμηκικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Peroxyformic acid
Μετάφραση:
Peroxyformic acid
Ελληνικός όρος:
Υπερπίεση
Αγγλικός όρος:
Overpressure
Μετάφραση:
Overpressure
Ελληνικός όρος:
Υπερσθενικό σύνδρομο
Αγγλικός όρος:
Hypersthenic syndrome
Μετάφραση:
Hypersthenic syndrome
Ελληνικός όρος:
Υπερσυσκευασία
Αγγλικός όρος:
Overpack
Μετάφραση:
Overpack
Ελληνικός όρος:
Υπέρταση
Αγγλικός όρος:
Hypertension
Μετάφραση:
Hypertension
Ελληνικός όρος:
Υπέρταση (π.χ. ηλεκτρική)
Αγγλικός όρος:
Overvoltage
Μετάφραση:
Overvoltage
Ελληνικός όρος:
Υπερτάχυνση
Αγγλικός όρος:
Over speed
Μετάφραση:
Over speed
Ελληνικός όρος:
Υπερτονική συχνότητα
Αγγλικός όρος:
Overtone frequencies
Μετάφραση:
Overtone frequencies
Ελληνικός όρος:
Υπέρυθρη ακτινοβολία
Αγγλικός όρος:
Infrared radiation
Μετάφραση:
Infrared radiation
Pagination
First page
« αρχική
Previous page
‹‹
…
Page
231
Page
232
Page
233
Page
234
Current page
235
Page
236
Page
237
Page
238
Page
239
…
Next page
››
Last page
τελευταία »