Skip to main content
Header Top
Contact
Greek Site
Greek
English
English Menu
HOME
ABOUT
INFORMATION
LEGISLATION
RESEARCH
RESOURCES
SERVICES
TRAINING
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Αγγλοελληνικό Λεξικό Όρων
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
(ενεργή καρτέλα)
Displaying 8461 - 8496 of 9229
Ελληνικός όρος
Αγγλικός όρος
2
|
I
|
P
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Η
|
Θ
|
Ι
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Ύ
|
Φ
|
Χ
|
Ψ
|
Ω
Ελληνικός όρος:
Υπέρυθρο
Αγγλικός όρος:
Infrared, IR
Μετάφραση:
Infrared, IR
Ελληνικός όρος:
Υπερφθοροϊσοβουτυλένιο
Αγγλικός όρος:
Perfluoroisobutylene
Μετάφραση:
Perfluoroisobutylene
Ελληνικός όρος:
Υπερφθοροκτανοσουλφονικές ενώσεις
Αγγλικός όρος:
Perfluorooctane sulfonates, PFOS
Μετάφραση:
Perfluorooctane sulfonates, PFOS
Ελληνικός όρος:
Υπερφθοροοκτανοϊκό αμμώνιο
Αγγλικός όρος:
Ammonium perfluorooctanoate
Μετάφραση:
Ammonium perfluorooctanoate
Ελληνικός όρος:
Υπερφόρτιση
Αγγλικός όρος:
Overload
Μετάφραση:
Overload
Ελληνικός όρος:
Υπερφόρτωση
Αγγλικός όρος:
Overload
Μετάφραση:
Overload
Ελληνικός όρος:
Υπερφωσφορικό ασβέστιο
Αγγλικός όρος:
Calcium superphosphate
Μετάφραση:
Calcium superphosphate
Ελληνικός όρος:
Υπερχλωρικό ασβέστιο
Αγγλικός όρος:
Calsium perchlorate
Μετάφραση:
Calsium perchlorate
Ελληνικός όρος:
Υπερχλωρικό κάλιο
Αγγλικός όρος:
Potassium perchlorate
Μετάφραση:
Potassium perchlorate
Ελληνικός όρος:
Υπερχλωρικό τετρααιθυλαμμώνιο
Αγγλικός όρος:
Tetraethylammonium perchlorate (TEAP)
Μετάφραση:
Tetraethylammonium perchlorate (TEAP)
Ελληνικός όρος:
Υπερχλωρομεθυλομερκαπτάνη
Αγγλικός όρος:
Perchloromethyl mercaptan
Μετάφραση:
Perchloromethyl mercaptan
Ελληνικός όρος:
Υπερχλωρυλοφθορίδιο
Αγγλικός όρος:
Perchloryl fluoride
Μετάφραση:
Perchloryl fluoride
Ελληνικός όρος:
Υπέρψυξη
Αγγλικός όρος:
Super-cooling
Μετάφραση:
Super-cooling
Ελληνικός όρος:
Υπεύθυνοι ασφάλειας
Αγγλικός όρος:
Safety officers
Μετάφραση:
Safety officers
Ελληνικός όρος:
Υπευθυνότητα
Αγγλικός όρος:
Responsibility
Μετάφραση:
Responsibility
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσία
Αγγλικός όρος:
Service
Μετάφραση:
Service
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσία για την Επαγγελματική Υγεία και Ασφάλεια
Αγγλικός όρος:
Administration of Occupational Safety and Health
Μετάφραση:
Administration of Occupational Safety and Health
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσία για την Υγεία και την Ασφάλεια (ΗΒ)
Αγγλικός όρος:
Health and Safety Executive (UK)
Μετάφραση:
Health and Safety Executive (UK)
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσία Επαγγελματικής Ασφάλειας και Υγείας (ΗΠΑ)
Αγγλικός όρος:
Occupational Safety and Health Administration (USA)
Μετάφραση:
Occupational Safety and Health Administration (USA)
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος
Αγγλικός όρος:
Environmental Protection Agency, EPA
Μετάφραση:
Environmental Protection Agency, EPA
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσία Υγιεινής και Ασφάλειας Ορυχείων (ΗΠΑ)
Αγγλικός όρος:
Mine Safety and Health Administration (USA)
Μετάφραση:
Mine Safety and Health Administration (USA)
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσίες επειγόντων περιστατικών
Αγγλικός όρος:
Emergency services
Μετάφραση:
Emergency services
Ελληνικός όρος:
Υπηρεσίες προστασίας και πρόληψης
Αγγλικός όρος:
Protective and preventive services
Μετάφραση:
Protective and preventive services
Ελληνικός όρος:
Υπνηλία
Αγγλικός όρος:
Sleepiness
Μετάφραση:
Sleepiness
Ελληνικός όρος:
Υπνωτικά
Αγγλικός όρος:
Hypnotics
Μετάφραση:
Hypnotics
Ελληνικός όρος:
Υπό τάση
Αγγλικός όρος:
Tensile stress
Μετάφραση:
Tensile stress
Ελληνικός όρος:
Υπόγεια εναποθήκευση
Αγγλικός όρος:
Underground storage
Μετάφραση:
Underground storage
Ελληνικός όρος:
Υπόγειο
Αγγλικός όρος:
Basement
Μετάφραση:
Basement
Ελληνικός όρος:
Υπόγειο ορυχείο
Αγγλικός όρος:
Underground mine
Μετάφραση:
Underground mine
Ελληνικός όρος:
Υπόδειγμα (τμήμα δείγματος)
Αγγλικός όρος:
Subsample
Μετάφραση:
Subsample
Ελληνικός όρος:
Υποδείξεις ασφάλειας
Αγγλικός όρος:
Safety instructions
Μετάφραση:
Safety instructions
Ελληνικός όρος:
Υποδήματα ασφαλείας
Αγγλικός όρος:
Safety footwear
Μετάφραση:
Safety footwear
Ελληνικός όρος:
Υποδιαιρεμένο δείγμα
Αγγλικός όρος:
Split sample
Μετάφραση:
Split sample
Ελληνικός όρος:
Υποδιαίρεση
Αγγλικός όρος:
Subdivision
Μετάφραση:
Subdivision
Ελληνικός όρος:
Υποθερμία
Αγγλικός όρος:
Hypothermia
Μετάφραση:
Hypothermia
Ελληνικός όρος:
Υποθέσεις σφαλμάτων
Αγγλικός όρος:
Fault considerations
Μετάφραση:
Fault considerations
Pagination
First page
« αρχική
Previous page
‹‹
…
Page
232
Page
233
Page
234
Page
235
Current page
236
Page
237
Page
238
Page
239
Page
240
…
Next page
››
Last page
τελευταία »