Skip to main content
Header Top
Contact
Greek Site
Greek
English
English Menu
HOME
ABOUT
INFORMATION
LEGISLATION
RESEARCH
RESOURCES
SERVICES
TRAINING
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
Αγγλοελληνικό Λεξικό Όρων
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Όρων
(ενεργή καρτέλα)
Displaying 8569 - 8604 of 9229
Ελληνικός όρος
Αγγλικός όρος
2
|
I
|
P
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Η
|
Θ
|
Ι
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Ύ
|
Φ
|
Χ
|
Ψ
|
Ω
Ελληνικός όρος:
Φαινυλαιθανόλη
Αγγλικός όρος:
Phenylethanol, phenylethyl alcohol
Μετάφραση:
Phenylethanol, phenylethyl alcohol
Ελληνικός όρος:
Φαινυλαιθυλαλκοόλη
Αγγλικός όρος:
Phenylethyl alcohol, phenylethanol
Μετάφραση:
Phenylethyl alcohol, phenylethanol
Ελληνικός όρος:
Φαινυλαιθυλική αλκοόλη
Αγγλικός όρος:
Phenylethyl alcohol, phenylethanol
Μετάφραση:
Phenylethyl alcohol, phenylethanol
Ελληνικός όρος:
Φαινυλαιθύλιο
Αγγλικός όρος:
Phenylethyl
Μετάφραση:
Phenylethyl
Ελληνικός όρος:
Φαινυλακεταλδεΰδη
Αγγλικός όρος:
Phenylacetaldehyde, phenylethanal
Μετάφραση:
Phenylacetaldehyde, phenylethanal
Ελληνικός όρος:
Φαινυλακετονιτρίλιο
Αγγλικός όρος:
Phenylacetonitrile, benzyl cyanide
Μετάφραση:
Phenylacetonitrile, benzyl cyanide
Ελληνικός όρος:
Φαινυλαλανίνη
Αγγλικός όρος:
Phenylalanine
Μετάφραση:
Phenylalanine
Ελληνικός όρος:
Φαινυλαμίνη
Αγγλικός όρος:
Phenylamine, Aniline, aminobenzene
Μετάφραση:
Phenylamine, Aniline, aminobenzene
Ελληνικός όρος:
Φαινυλενοδιαμίνη
Αγγλικός όρος:
Phenylenediamine
Μετάφραση:
Phenylenediamine
Ελληνικός όρος:
Φαινυλο-3-βουτεν-2-όνη 4-
Αγγλικός όρος:
Benzalacetone, 4-phenyl-3-buten-2-one
Μετάφραση:
Benzalacetone, 4-phenyl-3-buten-2-one
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοαιθυλαμίνη
Αγγλικός όρος:
Phenylethylamine
Μετάφραση:
Phenylethylamine
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοβουτένιο
Αγγλικός όρος:
Phenyl butene
Μετάφραση:
Phenyl butene
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοβουτυρικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Phenylbutyric acid
Μετάφραση:
Phenylbutyric acid
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοθειοϋδαντοΐνη
Αγγλικός όρος:
Phenylthiohydantoin
Μετάφραση:
Phenylthiohydantoin
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοϊσοθειοκυανικό
Αγγλικός όρος:
Phenyl isothiocyanate
Μετάφραση:
Phenyl isothiocyanate
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοϊσοκινολίνη
Αγγλικός όρος:
Phenylisoquinoline
Μετάφραση:
Phenylisoquinoline
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοϊσοκυανίδιο
Αγγλικός όρος:
Phenyl isocyanate, carbanyl
Μετάφραση:
Phenyl isocyanate, carbanyl
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοκαρβιτόλη
Αγγλικός όρος:
Phenyl carbitol
Μετάφραση:
Phenyl carbitol
Ελληνικός όρος:
Φαινυλομεθανάλη
Αγγλικός όρος:
Benzaldehyde, benzenecarbaldehyde, benzoic aldehyde, phenylmethanal
Μετάφραση:
Benzaldehyde, benzenecarbaldehyde, benzoic aldehyde, phenylmethanal
Ελληνικός όρος:
Φαινυλομεθυλοπροπανόλη
Αγγλικός όρος:
Phenyl methyl propanol
Μετάφραση:
Phenyl methyl propanol
Ελληνικός όρος:
Φαινυλομηλονικός εστέρας
Αγγλικός όρος:
Phenylmalonic ester
Μετάφραση:
Phenylmalonic ester
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοναφθυλαμίνη
Αγγλικός όρος:
Phenyl naphthylamine
Μετάφραση:
Phenyl naphthylamine
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοξικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Phenylacetic acid, phenylethanoic acid
Μετάφραση:
Phenylacetic acid, phenylethanoic acid
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοξικός αιθυλεστέρας
Αγγλικός όρος:
Ethyl phenylacetate
Μετάφραση:
Ethyl phenylacetate
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοπεντανοδιόνη
Αγγλικός όρος:
Phenylpentanedione
Μετάφραση:
Phenylpentanedione
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοπροπανοϊκό οξύ
Αγγλικός όρος:
Phenylpropanoic acid
Μετάφραση:
Phenylpropanoic acid
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοπροπένιο
Αγγλικός όρος:
Phenylpropene
Μετάφραση:
Phenylpropene
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοπροπένιο 3-
Αγγλικός όρος:
3-phenylpropene, allylbenzene
Μετάφραση:
3-phenylpropene, allylbenzene
Ελληνικός όρος:
Φαινυλοπροπιονικό οξύ
Αγγλικός όρος:
Phenylpropionic acid
Μετάφραση:
Phenylpropionic acid
Ελληνικός όρος:
Φαινυλυδραζίνη
Αγγλικός όρος:
Phenylhydrazine
Μετάφραση:
Phenylhydrazine
Ελληνικός όρος:
Φαινυλυδραζόνη
Αγγλικός όρος:
Phenylhydrazone
Μετάφραση:
Phenylhydrazone
Ελληνικός όρος:
Φαινχλωροφώς
Αγγλικός όρος:
Fenclorophos, runnel, dimethyl trichlorophenyl thiophosphate
Μετάφραση:
Fenclorophos, runnel, dimethyl trichlorophenyl thiophosphate
Ελληνικός όρος:
Φαιόχροα ύδατα
Αγγλικός όρος:
Gray water
Μετάφραση:
Gray water
Ελληνικός όρος:
Φάκελοι των τραυματισμένων εργαζομένων
Αγγλικός όρος:
Injured workers' files
Μετάφραση:
Injured workers' files
Ελληνικός όρος:
Φάκελος διερεύνησης
Αγγλικός όρος:
Inquiry dossier
Μετάφραση:
Inquiry dossier
Ελληνικός όρος:
Φάκελος καταχώρισης
Αγγλικός όρος:
Registration dossier
Μετάφραση:
Registration dossier
Pagination
First page
« αρχική
Previous page
‹‹
…
Page
235
Page
236
Page
237
Page
238
Current page
239
Page
240
Page
241
Page
242
Page
243
…
Next page
››
Last page
τελευταία »