Skip to main content
Βλέπετε τις εγγραφές : 351 - 400, σε σύνολο 678
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Ημιτελές μηχάνημα
Ορισμός 1: Σύνολο το οποίο σχεδόν αποτελεί μηχάνημα αλλά δεν μπορεί από μόνο του να εκτελέσει συγκεκριμένη εφαρμογή. Ένα σύστημα μετάδοσης είναι ημιτελές μηχάνημα. Το ημιτελές μηχάνημα προορίζεται μόνον για ενσωμάτωση ή συναρμολόγηση σε άλλα μηχανήματα ή άλλα ημιτελή μηχανήματα ή εξοπλισμό προκειμένου να σχηματιστεί μηχάνημα στο οποίο εφαρμόζεται η σχετική νομοθεσία.

Ηχητικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε κωδικό ηχητικό σήμα που εκπέμπεται από ειδική συσκευή χωρίς χρήση ανθρώπινης ή συνθετικής φωνής.

Θαμμένες δεξαμενές ή τελείως σκεπασμένες µε χώμα δεξαμενές
Ορισμός 1: Δεξαμενή η οποία είναι θαμμένη στο έδαφος έτσι ώστε δεν υπάρχει τμήμα της δεξαμενής στην οροφή ή στο περίβλημα που να µην είναι θαμμένο εκτός από τα εξαρτήματα που στερεώνονται στη δεξαμενή και βρίσκονται στο επίπεδο του εδάφους.

Θερμές εργασίες
Ορισμός 1:   Η ηλεκτροσυγκόλληση, η κοπή, η χρήση φλόγας ή ηλεκτρικού τόξου ή οποιουδήποτε εξοπλισμού που μπορεί να προκαλέσει θερμότητα, φλόγα ή σπινθήρα, καθώς και το καλαφάτισμα, ή στεγανοποίηση, το πελέκημα, το τρύπημα, το κάρφωμα (καθήλωση) και οποιαδήποτε άλλη εργασία παραγωγής θερμότητας, εκτός εάν εκτελείται με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρείται η θερμοκρασία των εργαλείων και της εργασίας κάτω των 100 0C.  

Ορισμός 2: Οι εργασίες που παράγουν φωτιά, φλόγα, θερμότητα, σπινθήρα, ή ηλεκτρικό τόξο.

Ορισμός 3: Οι εργασίες συγκόλλησης, κοπής, πυράκτωσης και κάθε εργασία που συνεπάγεται τη χρήση των οργάνων ή συσκευών, που παράγουν φωτιά, φλόγα, θερμότητα, σπινθήρες ή ηλεκτρικά τόξα.

Θερμή εργασία
Ορισμός 1: Η εργασία συγκόλλησης, κοπής, πυράκτωσης και κάθε εργασία που συνεπάγεται τη χρήση των οργάνων ή συσκευών, που παράγουν φωτιά, φλόγα, θερμότητα, σπινθήρες ή ηλεκτρικά τόξα.

Θερμή εργασία επισκευής
Ορισμός 1: Η εργασία συγκόλλησης, κοπής, πυράκτωσης και γενικά κάθε εργασία επισκευής που συνεπάγεται τη χρήση οργάνων ή συσκευών που παράγουν φωτιά, φλόγα, σπινθήρες ή ηλεκτρικά τόξα.

Θέση εργασίας
Ορισμός 1: Το σύνολο του εξοπλισμού που περιλαμβάνει οθόνη οπτικής απεικόνισης, εφοδιασμένο ενδεχομένως με πληκτρολόγιο ή άλλη διάταξη εισόδου δεδομένων, ή/και με λογισμικό που καθορίζει τη διασύνδεση χρήστη-συσκευής, με προαιρετικά εξαρτήματα, με περιφερειακά, περιλαμβανομένων και μονάδας δισκετών, τηλεφώνου, ταλαντωτή/ αποταλαντωτή, εκτυπωτή, αναλογίου για έγγραφα, καθίσματος και τραπεζιού εργασίας ή άλλης επιφάνειας εργασίας, καθώς και το άμεσο περιβάλλον εργασίας.

Ορισμός 2: Ο τόπος όπου βρίσκεται η βασική εγκατάσταση της επιχείρησης στην οποία εκτελεί καθήκοντα ο διενεργών κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών, καθώς και οι διάφορες δευτερεύουσες εγκαταστάσεις της, είτε αυτές συμπίπτουν είτε όχι με την έδρα της επιχείρησης ή τις βασικές της εγκαταστάσεις, το όχημα το οποίο χρησιμοποιεί ο εκτελών κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών όταν εκτελεί καθήκοντα και κάθε άλλος χώρος όπου εκτελούνται οι δραστηριότητες που συνδέονται με τη διενέργεια της μεταφοράς.

Θέση σε λειτουργία
Ορισμός 1: Η πρώτη χρησιμοποίηση του προϊόντος από τον τελικό χρήστη μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Θετικά μέτρα
Ορισμός 1: Πράξεις και αποφάσεις που λαμβάνονται από τη διοίκηση οι οποίες αποσκοπούν στην εξάλειψη των έμφυλων ανισοτήτων, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος.

Θετικές δράσεις
Ορισμός 1: Η ανάληψη κάθε πρωτοβουλίας των αρμόδιων κρατικών ή αυτοδιοικητικών οργάνων για την πρόληψη των έμφυλων ανισοτήτων και για την ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου σε σχέση με αυτές.

Θεωρητικός πληθυσμός
Ορισμός 1: Είναι ο τεχνικός (θεωρητικός) υπολογισμός των ατόμων του καταστήματος ως βάση υπολογισμού για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων και μέσων πυροπροστασίας, χωρίς να αποτελεί κριτήριο του μέγιστου πληθυσμού που δύναται να συγκεντρωθεί.

Θεωρητικός πληθυσμός
Ορισμός 1: Ο τεχνικός υπολογισμός των ατόμων του χώρου, ο οποίος είναι η βάση υπολογισμού για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων και μέσων πυροπροστασίας, χωρίς να αποτελεί κριτήριο του μέγιστου πληθυσμού που δύναται να συγκεντρωθεί. Ο υπολογισμός του γίνεται με βάση τη χρήση του χώρου και τις καθαρές επιφάνειες.

Ίζημα
Ορισμός 1: Μίγμα ανόργανων και οργανικών χημικών συστατικών, εκ των οποίων τα οργανικά συστατικά περιέχουν ενώσεις με υψηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα και άζωτο, ενώ ταυτοχρόνως διαθέτουν και υψηλή μοριακή μάζα. Αποτίθεται από φυσικά ύδατα και σχηματίζει επιφάνεια επαφής (διεπαφή) με τα εν λόγω ύδατα.

Καθαρισμός
Ορισμός 1: Η μηχανική απομάκρυνση οργανικών και ανόργανων ρύπων (π.χ. σκόνη) από μία επιφάνεια ή από ένα εργαλείο με αποτέλεσμα τη μείωση του μικροβιακού φορτίου. Επίσης καθαρισμός μπορεί να εφαρμοστεί σε ανθρώπινα μέλη (π.χ. χέρια, πρόσωπο, κεφαλή κ.λπ.).

Καθεστώς απασχόλησης
Ορισμός 1: Nοείται:
α. η απασχόληση εργαζομένων με πλήρη, μερική απασχόληση ή με καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας,
β. η απασχόληση εργαζομένων ειδικής προστασίας, όπως ανήλικοι, εργαζόμενοι με δικαιώματα λόγω μητρότητας, έγκυοι, συνδικαλιστικά στελέχη, σύμφωνα με όσα η εργατική νομοθεσία ορίζει ειδικά για την προστασία τους. Το κριτήριο λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή προστίμων αναφορικά με πολύ υψηλής σοβαρότητας παραβάσεις.  

Κάθιση
Ορισμός 1: Είναι ένα μέτρο εργασιμότητας που εκφράζεται με την απώλεια ύψους, σε mm , που παρουσιάζει μια κωνική στήλη νωπού σκυροδέματος, όταν ανασυρθεί η κωνική μήτρα (κώνος κάθισης) με την οποία μορφώθηκε (ΕΛΟΤ ΕΝ 12350.02).

Καθολικός σχεδιασμός
Ορισμός 1: Ο σχεδιασμός προϊόντων, περιβαλλόντων, προγραμμάτων και υπηρεσιών που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται από όλους τους ανθρώπους, στο μέγιστο δυνατό βαθμό χωρίς ανάγκη προσαρμογής ή εξειδικευμένου σχεδιασμού. Ο «καθολικός σχεδιασμός» δεν αποκλείει την τοποθέτηση και την χρήση υποβοηθητικών συσκευών για συγκεκριμένες ομάδες ατόμων με αναπηρίες, όπου αυτό απαιτείται.

Καλώδια
Ορισμός 1: Όλα τα καλώδια για ονομαστική τάση κάτω των 250 Volts που χρησιμεύουν στη σύνδεση ή την προέκταση της σύνδεσης ΗΗΕ με τον ρευματοδότη ή στη σύνδεση δύο ή περισσότερων ΗΗΕ μεταξύ τους.

Καρκινογόνος παράγοντας
Ορισμός 1: α) ουσία ή μείγμα που ανταποκρίνεται στα κριτήρια για την ταξινόμηση ως καρκινογόνος παράγοντας στην κατηγορία 1Α ή 1Β, που παρατίθεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, «Για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1907/2006» (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1), β) ουσία, μείγμα ή διαδικασία που αναφέρεται στο παράρτημα I του παρόντος διατάγματος, καθώς και ουσία ή μείγμα που προκύπτει από μια διαδικασία η οποία αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα.

Κατασκευαστής
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει εξοπλισμό πλοίων ή που αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την κατασκευή εξοπλισμού πλοίων και διοχετεύει στην αγορά αυτό τον εξοπλισμό υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του.

Ορισμός 2: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ένα εκρηκτικό ή αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την κατασκευή του και διοχετεύει στην αγορά αυτό το εκρηκτικό υπό την επωνυμία του ή το εμπορικό σήμα του ή το χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς.

Ορισμός 3: Φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο σχεδιάζει ή/και κατασκευάζει μηχανήματα ή ημιτελή μηχανήματα ή οχήματα ειδικής κατηγορίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης και το οποίο είναι υπεύθυνο για την συμμόρφωση του προϊόντος προς τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή προκειμένου να τα διαθέσει στην αγορά, με το όνομα ή το εμπορικό του σήμα ή για δική του χρήση. Ένας εισαγωγέας ή διανομέας θεωρείται κατασκευαστής και συνεπώς υπόκειται στις υποχρεώσεις του κατασκευαστή, όταν διαθέτει προϊόν στην αγορά με το όνομα ή το εμπορικό σήμα του ή τροποποιεί προϊόν που διατίθεται ήδη στην αγορά κατά τρόπο που μπορεί να θίξει τη συμμόρφωση προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις.

Ορισμός 4: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ένα προϊόν ή που αναθέτει σε άλλους το σχεδιασμό ή την κατασκευή ενός προϊόντος και διοχετεύει στην αγορά το προϊόν αυτό υπό την επωνυμία ή το σήμα του.

Ορισμός 5: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για το σχεδιασμό, την κατασκευή και την επισήμανση κάθε εξοπλισμού προς χρήση κατά την έννοια της §2 του άρθρου αυτού (βλέπε μηχανή), προκειμένου να διατεθεί στο εμπόριο με το όνομά του, ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι ενέργειες αυτές, αναλαμβάνονται από το ίδιο πρόσωπο ή από τρίτον για λογαριασμό του.
Οι υποχρεώσεις των κατασκευαστών ισχύουν επίσης για το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συναρμολογεί, συσκευάζει επεξεργάζεται, ανακαινίζει ή/και επισημαίνει ένα ή περισσότερα προκατασκευασμένα προϊόντα ή/και προορίζει αυτά για εξοπλισμό προς χρήση προκειμένου να διατεθούν στο εμπόριο με το όνομά του.

Κατάσταση ετοιμοθάνατου
Ορισμός 1: Η κατάσταση πολύ κοντά στο θάνατο ή η αδυναμία επιβίωσης ακόμα και μετά από θεραπευτική αγωγή.    

Κατάσταση ροής
Ορισμός 1: Μια κατάσταση που συμβαίνει όταν μια μάζα κοκκώδους υλικού κορεσμένο με υγρό σε τέτοιο βαθμό που, υπό την επίδραση των επικρατούντων εξωτερικών δυνάμεων, όπως η δόνηση, η πρόσκρουση ή η κίνηση των πλοίων, χάνει την εσωτερική δύναμή της διάτμησης και συμπεριφέρεται ως υγρό.

Καταστήματα υψηλού βαθμού κινδύνου
Ορισμός 1: Θεωρούνται τα καταστήματα που λόγω της φύσης των προϊόντων τους, υφίσταται αυξημένος κίνδυνος έναρξης φωτιάς ή/και παρουσιάζουν μεγάλη αναφλεξιμότητα, ταχύτητα επιφανειακής εξάπλωσης της φλόγας και έκλυση θερμότητας, παράγουν πολλά τοξικά καυσαέρια ή/και έχουν κίνδυνο έκρηξης.

Καταστροφή
Ορισμός 1: η σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας της κοινωνίας, που προκαλεί εκτεταμένες ανθρώπινες, υλικές και περιβαλλοντικές απώλειες, οι οποίες ξεπερνούν την ικανότητα της πληγείσας κοινωνίας να τις αντιμετωπίσει με ίδια μέσα και πόρους.

Καταχώρηση ε.α.ο. (εκτός άλλως ορίζεται)
Ορισμός 1: Μία ομαδική καταχώρηση η οποία αποδίδεται σε ουσίες, μείγματα. διαλύματα ή είδη εάν: δεν αναφέρονται ονομαστικά στον πίνακα Α του κεφαλαίου 3.2 (κατάλογος επικίνδυνων εμπορευμάτων), και παρουσιάζουν χημικές, φυσικές και/ ή επικίνδυνες ιδιότητες αναλογούσες στην Κλάση, τον κωδικό ταξινόμησης, την ομάδα συσκευασίας, την ονομασία και την περιγραφή της καταχώρησης ε.α.ο.

Ορισμός 2: Νοείται μια ομαδική καταχώρηση η οποία αποδίδεται σε ουσίες, μείγματα, διαλύματα ή είδη εάν:
α) δεν αναφέρονται ονομαστικά στον πίνακα Α του κεφαλαίου 3.2 και 
β) παρουσιάζουν χημικές, φυσικές ή/και επικίνδυνες ιδιότητες αναλογούσες στο μέρος, τον κωδικό ταξινόμησης, την ομάδα συσκευασίας, την ονομασία και την περιγραφή της καταχώρησης ε.α.ο.
 

Κατεργασία προϊόντων που περιέχουν αμίαντο
Ορισμός 1: Οι δραστηριότητες εκτός από την χρησιμοποίηση αμιάντου οι οποίες ενδέχεται να αποδεσμεύουν στο περιβάλλον αμίαντο.

Κατευθυντήριες οδηγίες για τη συμμόρφωση
Ορισμός 1: Η παροχή πληροφόρησης και καθοδήγησης (συμβουλές και κατευθύνσεις) της εποπτεύουσας αρχής και των ελεγκτών που δίδεται σε συγκεκριμένη περίπτωση προς τον οικονομικό φορέα καθώς και οι επεξηγήσεις που παρέχει η εποπτεύουσα αρχή ή οι ελεγκτές για την ορθή εφαρμογή  και  συμμόρφωση  με  τις  κείμενες  διατάξεις  είτε   παρέχονται σε συνέχεια του ελέγχου που διενεργήθηκε είτε παρέχονται σε ανεξάρτητο χρόνο. Οι κατευθυντήριες οδηγίες είναι δεσμευτικές για τον οικονομικό φορέα.

Κατηγορία έκθεσης ή Κατηγορία περιβαλλοντικής έκθεσης
Ορισμός 1: Κατηγοριοποίηση σε είδος και, ακολούθως, σε δραστικότητα των περιβαλλοντικών διαβρωτικών δράσεων στις οποίες εκτίθεται ένα έργο από σκυρόδεμα κατά τη διάρκεια ζωής του. Συμπεριλαμβάνονται οι κατηγορίες έκθεσης του ΕΛΟΤ ΕΝ 206: α) ουδεμία διαβρωτική δράση και διάβρωση λόγω έκθεσης β) σε ενανθράκωση, γ) σε χλωριόντα πλην θαλασσινού νερού, δ) σε χλωριόντα από τη θάλασσα, προσβολή σε: ε) παγετό και παγοπληξία, στ) χημική προσβολή και επιπλέον ζ) η προσβολή σε τριβή και απότριψη. Στον παρόντα Κανονισμό περιλαμβάνονται οι κατηγορίες περιβαλλοντικής έκθεσης του πίνακα ΠΒ2-1 του Παραρτήματος ΠΒ2.

Κατηγορίες πετρελαιοειδών
Ορισμός 1: Σχετική παράγραφος 1.1.1. (δηλ. Γενική Ταξινόμηση:
Τα πετρελαιοειδή εκτός από τα υγροποιημένα αέρια πετρελαίου LPG) τα οποία ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία σύμφωνα με το σημείο ανάφλεξης όπως προσδιορίζεται με τη μέθοδο του κλειστού δοχείου, ταξινομούνται: στις παρακάτω κατηγορίες:
Κατηγορία 0: Υγροποιημένα αέρια πετρελαίου.
Κατηγορία I: Υγρά τα οποία έχουν σημείο ανάφλεξης κάτω από 21 0C
Κατηγορία II: Υγρά τα οποία έχουν σημείο ανάφλεξης από 21 0C μέχρι 55 0C.
Κατηγορία ΙΙΙΙ: Υγρά τα οποία έχουν σημείο ανάφλεξης πάνω από 55 0C μέχρι και 100 0C
Αταξινόμητα υγρά τα οποία έχουν σημείο ανάφλεξης χάνω αχό 100 0C.
Η κατηγορία II και η κατηγορία III μπορούν να υποδιαιρεθούν σύμφωνα με τις συνθήκες που διακινούνται τα πετρελαιοειδή στις κατηγορίες II (1) ή ΙΙΙΙ (1) που αφορούν τις περιπτώσεις που η θερμοκρασία του διακινούμενου πετρελαιοειδούς είναι μικρότερη από το σημείο ανάφλεξής του και στις κατηγορίες II (2) και ΙΙΙ (2) που αφορούν τις περιπτώσεις που η θερμοκρασία του διακινούμενου πετρελαιοειδούς είναι ίση ή μεγαλύτερη από το σημείο ανάφλεξής του).
 

Κάτοχος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του PCB, χρησιμοποιημένα PCB ή/και συσκευές που περιέχουν PCB.

Κατώτατο όριο ανάφλεξης
Ορισμός 1: Σχετική παράγραφος 1.2.3. (γ) (δηλ. όπου η αναλογία των αερίων στο μίγμα είναι κάτω του 1% του όγκου το μίγμα δεν αναφλέγεται και καλείται πολύ φτωχό προς ανάφλεξη ή κάτω του κατωτέρου ορίου ανάφλεξης. Όταν η αναλογία των αερίων στο μίγμα είναι πάνω από 8% του όγκου, το μίγμα πάλι δεν αναφλέγεται αλλά καλείται πολύ πλούσιο προς ανάφλεξη ή πάνω από το ανώτερο όριο ανάφλεξης).

Καύσιμα υγρά (combustible liquids)
Ορισμός 1: Υγρά µε σημείο ανάφλεξης µμεγαλύτερο από 60 0C (σε δοκιμή κλειστού δοχείου).

Καύσιμο
Ορισμός 1: Η λέξη καύση αναφέρεται σε οιανδήποτε ουσία, στερεή, υγρή ή αέρια που καίγεται εάν θερμανθεί.

Κεντρικός αναμικτήρας
Ορισμός 1: Σταθερός αναμικτήρας βίαιης ανάμιξης εγκαταστημένος σε συγκρότημα παραγωγής σκυροδέματος.

Κεροζίνη
Ορισμός 1: Απόσταγμα διυλισμένου πετρελαιοειδούς κατηγορίας ΙΙ, ενδιάμεσο σε πτητικότητα μεταξύ βενζίνης και ελαφρού πετρελαιοειδούς ντίζελ. Η κύρια χρήση του είναι για θέρμανση αλλά έχει επίσης, µια περιορισμένη χρήση για φωτισμό και για ορισμένους τύπους μηχανών εσωτερικής καύσης. Είναι γνωστό επίσης σαν φωτιστικό πετρέλαιο.

Κίνδυνος
Ορισμός 1: Ένα δυνητικά καταστροφικό γεγονός, φαινόμενο ή ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να προκαλέσει απώλειες ζωής ή τραυματισμούς, ζημιές σε περιουσίες, κοινωνικές και οικονομικές διαταραχές ή περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Κινητά ικριώματα
Ορισμός 1: Μεταλλικοί ή ξύλινοι οκρίβαντες (καβαλέτα), ύψους ενός (1,00) μέχρι και το πολύ δύο (2,00) μέτρων, μετά δαπέδου εργασίας επ’ αυτών πλάτους τουλάχιστον εξήκοντα εκατοστών (0,60) του μέτρου, χρησιμοποιούμενοι μόνο όπως ορίζεται στο άρθρο 12. (δηλ. εις εξωτερικάς (αποκλειόμενων των εξωστών) και εσωτερικάς εργασίας ύψους κάτω των τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου).

Κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων
Ορισμός 1: Ανθεκτικές μεταλλικές σωληνωτές κατασκευές, ύψους ανωτέρου του τριπλασίου του μήκους της μικρότερης πλευράς της βάσης τους.

Κινητός γερανός
Ορισμός 1: Αυτοπροωθούμενος γερανός με κεραία, ο οποίος είναι ικανός να μετακινείται, με ή χωρίς φορτίο, χωρίς να χρειάζεται μόνιμη τροχιά και του οποίου η ευστάθεια εξασφαλίζεται με τη βαρύτητα. Μετακινείται επί ελαστικών επισώτρων, ερπυστριών ή άλλων διατάξεων μετακίνησης. Όταν είναι σε μόνιμη θέση ενδέχεται να υποστηρίζεται από στηρίγματα ευστάθειας ή άλλα εξαρτήματα που αυξάνουν την ευστάθειά του. Η υπερκατασκευή των κινητών γερανών είναι πλήρους περιστροφής ή περιορισμένης περιστροφής ή μη περιστρεφόμενη. Είναι συνήθως εξοπλισμένοι με ένα ή περισσότερα παλάγκα ή/και υδραυλικούς κυλίνδρους για την ανύψωση και κάθοδο της κεραίας και του φορτίου. Οι κινητοί γερανοί είναι εξοπλισμένοι με τηλεσκοπική ή αρθρωτή ή δικτυωτή κεραία - ή με συνδυασμό τους-που έχει σχεδιασθεί κατά τρόπο ώστε να είναι εύκολη η κάθοδός της. Οι χειρισμοί των ανηρτημένων από την κεραία φορτίων επιτελούνται μέσω πολύσπαστων με άγκιστρο ή άλλων μηχανισμών ανύψωσης φορτίου για ειδικές εργασίες.

Κινητός εξοπλισμός
Ορισμός 1: Εξοπλισμός που έχει τους δικούς του τροχούς, μεταφέρεται πάνω σε οχήματα ή έχει κάποια άλλη δυνατότητα κίνησης.

Κινητός περιέκτης αποβλήτων
Ορισμός 1: Κατάλληλα σχεδιασμένος περιέκτης, εφοδιασμένος με τροχούς, ο οποίος προορίζεται για την προσωρινή αποθήκευση αποβλήτων και είναι εφοδιασμένος με κάλυμμα.

Κινούμενη συνάθροιση ή πορεία
Ορισμός 1: Η πεζή ή εποχούμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία πραγματοποιείται με μετακίνηση των συμμετεχόντων ή μέρους των συμμετεχόντων σε συγκεκριμένη οδική διαδρομή.

Κλειστός χώρος
Ορισμός 1: Ο χώρος που από τη φύση του είναι πανταχόθεν κλειστός ή έχει περιορισμένη δυνατότητα φυσικού αερισμού.

Κοινό σημείο
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε σημείο της διαχωριστικής κατασκευής και του χώρου που απέχει 50 εκατοστά του μέτρου από αυτή.

Κοινοποιημένος οργανισμός
Ορισμός 1: Ο οργανισμός που έχει ορίσει η αρμόδια εθνική αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 17.

Κοπτικό αρμών (αρμοκόφτης)
Ορισμός 1: Κινητό μηχάνημα που προορίζεται για τη δημιουργία αρμών σε σκυρόδεμα, άσφαλτο και παρόμοιες επιφάνειες οδοστρωμάτων. Το κοπτικό εργαλείο είναι δίσκος περιστρεφόμενος με υψηλή ταχύτητα. Η προς τα εμπρός κίνηση του κοπτικού αρμών είναι:
-χειροκίνητη, ή 
-χειροκίνητη με μηχανική βοήθεια, ή
-μηχανοκίνητη.

Κορεσμένο και επιφανειακά ξηρό αδρανές
Ορισμός 1: Αδρανές που βρίσκεται σε κορεσμένη και επιφανειακά ξηρή κατάσταση σύμφωνα με το ΕΛΟΤ ΕΝ 1097-6.

Κτίριο πολλαπλών χρήσεων
Ορισμός 1: Κτίριο που περιλαμβάνει περισσότερες της μίας χρήσεις οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την εξυπηρέτηση της κύριας χρήσης. Στα κτίρια πολλαπλών χρήσεων οι επιμέρους χρήσεις μπορεί να είναι είτε διαχωρισμένες, είτε εμπλεκόμενες.

Κυβικό μέτρο σκυροδέματος
Ορισμός 1: Η ποσότητα νωπού σκυροδέματος που, όταν συμπυκνωθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που δίδεται στο ΕΛΟΤ EN 12350.06, καταλαμβάνει όγκο ενός κυβικού μέτρου.

Κύκλος διαχείρισης καταστροφών
Ορισμός 1: Το σύνολο των τακτικών και διαχειριστικών αποφάσεων και επιχειρησιακών δραστηριοτήτων σε όλα τα στάδια και τις φάσεις του κύκλου της καταστροφής, ήτοι της πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης.