Skip to main content
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 153
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Εγγυημένη στάθμη ακουστικής ισχύος
Ορισμός 1: Η στάθμη ακουστικής ισχύος που καθορίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παραρτήματος III, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι αβεβαιότητες λόγω διακύμανσης της παραγωγής και των διαδικασιών μέτρησης, και περί της οποίας ο κατασκευαστής, ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του, επιβεβαιώνουν ότι, σύμφωνα με τα εφαρμοζόμενα τεχνικά μέσα που αναφέρονται στον τεχνικό φάκελο, δεν σημειώνεται υπέρβασή της.

Έγκαιρη προειδοποίηση
Ορισμός 1: Η παροχή έγκαιρης ειδοποίησης και επαρκούς πληροφόρησης, μέσω των αρμόδιων φορέων, που δίνει τη δυνατότητα δρομολόγησης συγκεκριμένων δράσεων για την αποφυγή ή τη μείωση των επιπτώσεων του κινδύνου και την προετοιμασία για αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Εγκατάσταση
Ορισμός 1: Ο  χώρος  όπου  στεγάζονται  ή/και ασκούνται  εργασίες  -  δραστηριότητες  του  δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, όπου ασκείται οικονομική δραστηριότητα που φέρει έναν ή περισσότερους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) και η οποία μπορεί να  ταξινομηθεί ως προς τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, το περιβάλλον ή άλλες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος. Στην έννοια της εγκατάστασης για τους σκοπούς της παρούσας νοείται και το κινητό μέσο, στο οποίο ή μέσω του οποίου ασκείται η δραστηριότητα.

Εγκατάσταση κατηγορίας Α
Ορισμός 1: Χώροι που συνήθως παραλαμβάνουν τις προμήθειες τους κατευθείαν από ένα διυλιστήριο, με πλοίο, σωληνώσεις ή σιδηρόδρομο και εκτός από παραδόσεις που κάνουν κατευθείαν στην κατανάλωση της άμεσα γειτνιάζουσας περιοχής, μπορούν να διαμετακομίσουν χύμα και συσκευασμένα προϊόντα με παράκτιο πλοίο, φορτηγίδα ποταμού, σιδηροδρομικά ή οδικά οχήματα, σε εγκαταστάσεις κατηγορίας Β’.
Σημείωση: Αυτή η ονομασία και η ονομασία της Εγκατάστασης Κατηγορίας Β βασίζονται πάνω στη συνήθεια και τη χρήση, με την πρόθεση να υπάρχει κάποιο όριο δυναμικότητας για τον όγκο αποθήκευσης που δίνεται υπό την ονομασία της Εγκατάστασης κατηγορίας Ε’.
 

Εγκατάσταση κατηγορίας Β
Ορισμός 1: Η εγκατάσταση αυτή συνήθως παραλαμβάνει τις προμήθειες της από διυλιστήριο ή άλλη εγκατάσταση, οδικά, σιδηροδρομικά, θαλάσσια ή από σωληνώσεις, ή με συνδυασμό αυτών των μεθόδων και παραδίδει προϊόντα κατευθείαν στην κατανάλωση στις γύρω περιοχές με την Εγκατάσταση.
Οι υποδείξεις του κανονισμού που ισχύουν για τις Εγκαταστάσεις κατηγορίας Β’ γενικά αφορούν κυρίως τους αποθηκευτικούς χώρους, για πετρελαιοειδή κατηγορίας Ι και εφόσον η δυναμικότητα εναποθήκευσης σε χύμα όλων των κατηγοριών πετρελαιοειδών δεν υπερβαίνει τα 7.000 κυβ. μέτρα
 

Έγκριση
Ορισμός 1: Ως έγκριση ορίζεται κάθε πράξη της αρμόδιας αρχής ή διοικητική διαδικασία που αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη λειτουργίας μιας οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένο χώρο ή εγκατάσταση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και εκ των προτέρων έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές. Δεν αποτελεί έγκριση, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, η πράξη, άδεια, προϋπόθεση ή διαδικασία που απαιτείται για την πρόσβαση και την άσκηση επαγγέλματος από φυσικό πρόσωπο.

Έγκριση ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ένα Κράτος μέλος διαπιστώνει, μετά από δοκιμές και βεβαιώνει ότι ένας τύπος ανυψωτικού μηχανήματος ή μηχανήματος, διακινήσεως φορτίων ή/ και στοιχείου κατασκευής ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της παρούσας και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Έγκριση τύπου
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία η αρμόδια Αρχή πιστοποιεί ότι ένας τύπος μηχανήματος έργων, οχήματος ειδικής κατηγορίας, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής μονάδας τηρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις. Η έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Εθνική έγκριση τύπου
Ορισμός 1: Η διαδικασία έγκρισης τύπου που ορίζεται από την ελληνική νομοθεσία και η οποία ισχύει μόνο στο έδαφος της Ελλάδας. Η εθνική έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Εθνική Πολιτική Μείωσης Κινδύνου Καταστροφών
Ορισμός 1: Σχέδιο ενεργειών που καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τους τελικούς και ενδιάμεσους στόχους για τη μείωση της διακινδύνευσης από καταστροφές, καθώς και τους αντίστοιχους δείκτες αξιολόγησης και τα χρονοδιαγράμματα. Περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες, διαδικασίες και τα προγράμματα που αφορούν όλες τις φάσεις του κύκλου καταστροφών και ειδικότερα την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση, αποκατάσταση, καθώς και την ανατροφοδότηση του σχεδιασμού σε τοπικό και εθνικό επίπεδο για τη μείωση του κινδύνου και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας.

Εθνική τεχνική βιομηχανική νομοθεσία
Ορισμός 1: Αμιγώς εθνικό νομοθετικό/κανονιστικό πλαίσιο για βιομηχανικά προϊόντα ή για υπηρεσίες σχετικές με αυτά, σε τομείς που δεν καλύπτονται από ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

Εθνικό πρότυπο
Ορισμός 1: Πρότυπο που έχει εκδοθεί από εθνικό φορέα τυποποίησης.

Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης
Ορισμός 1: Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 2: (κατά την έννοια που αποδίδεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008) Ο μόνος οργανισμός κράτους μέλους που εκτελεί τη διαπίστευση επί τη βάσει εξουσίας που του παρέχει το κράτος αυτό. Εάν εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αποδεικνύει ως αποτέλεσμα διαδικασίας αξιολόγησης από ομότιμους, ότι πληροί τις απαιτήσεις του σχετικού εναρμονισμένου προτύπου (ΕΝ ISO/IEC 17011 σήμερα), τεκμαίρεται ότι πληροί τις απαιτήσεις για τους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης που θέτει ο Κανονισμός 765/2008/ΕΚ.

Ορισμός 3: Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Εθνικός φορέας τυποποίησης
Ορισμός 1: Φορέας τον οποίο έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

Ειδικές επιχειρήσεις
Ορισμός 1: Οι επιχειρήσεις, οι οποίες εκτελούν επί μέρους εργασίες ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων.

Ειδική διαπραγματευτική ομάδα (ΕΔΟ)
Ορισμός 1: Η ομάδα που συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 54§2, προκειμένου να διαπραγματευθεί με την κεντρική διοίκηση τη σύσταση ΕΣΕ ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 49§1.  

Ειδικό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Το πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης το οποίο δύναται να αντικαταστήσει προϋπηρεσία που απαιτείται για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας του Ν. 3982/2011   .

Ειδικότητα
Ορισμός 1: Εξειδίκευση  αυτοτελούς  τεχνικού  αντικειμένου και αντίστοιχων απαιτήσεων επαγγελματικών προσόντων, εντός της ρυθμιζόμενης κατηγορίας επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Ειδικότητα
Ορισμός 1: Εξειδίκευση  αυτοτελούς  τεχνικού αντικειμένου και αντίστοιχων απαιτήσεων επαγγελματικών προσόντων, εντός της ρυθμιζόμενης κατηγορίας επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Εισαγωγέας
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που διαθέτει στην αγορά της Ένωσης εξοπλισμό πλοίων προερχόμενο από τρίτη χώρα.

Ορισμός 2: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ε.Ε. που διαθέτει προϊόν τρίτης χώρας στην ενωσιακή αγορά.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που διαθέτει στην ενωσιακή αγορά εκρηκτικό προερχόμενο από τρίτη χώρα.

Ορισμός 4: Kάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που διαθέτει ΗΗΕ τρίτης χώρας στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έκδηλη τοξικότητα
Ορισμός 1: Γενικός όρος που δηλώνει την εμφάνιση σαφών συμπτωμάτων τοξικότητας μετά τη χορήγηση της ελεγχόμενης ουσίας (βλ. παραδείγματα στη δημοσίευση (3)), ώστε να αναμένεται ότι η αμέσως υψηλότερη προκαθορισμένη δόση θα προκαλέσει είτε ισχυρό πόνο και διαρκή σημεία έντονης δυσφορίας ή κατάσταση ετοιμοθάνατου (τα σχετικά κριτήρια παρατίθενται στο καθοδηγητικό έγγραφο για τα τελικά σημεία ευθανασίας (8)) ή πιθανή θνησιμότητα στα περισσότερα ζώα.

Εκπομπή
Ορισμός 1: Η ελευθέρωση ουσίας από σημειακή ή διάχυτη πηγή στην ατμόσφαιρα.

Εκπρόσωποι των εργαζομένων
Ορισμός 1: Κατά σειρά προτεραιότητας:
i) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων,
ii) τα συμβούλια των εργαζομένων που έχουν αναδειχθεί και λειτουργούν σε αυτές σύμφωνα με το ν. 1767/1988 «Συμβούλια Εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας» (63/Α), και
iii) οι εκπρόσωποι που εκλέγονται από τους εργαζόμενους με άμεση εκλογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1264/1982 «Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων» (79/Α) και του άρθρου 4 του ν. 1767/1988.

Εκπρόσωπος των εργαζομένων
Ορισμός 1: Κάθε εκλεγμένο άτομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 4 (σύσταση επιτροπής υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων- εκπρόσωποι των εργαζομένων), 5 (αρμοδιότητες ΕΥΑΕ και εκπροσώπου εργαζομένων), 6 (αριθμός μελών ΕΥΑΕ - υποχρεώσεις εργοδοτών) και 7 (εκλογή μελών ΕΥΑΕ - προστασία) του παρόντος και τα άρθρα 1 (σκοπός - πεδίο εφαρμογής), 2 (όργανα εκπροσώπησης εργαζομένων), 3 (γενική συνέλευση εργαζομένων), 4 (εκλογές) και 5 (εφορευτικές επιτροπές) του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63/Α`/6.4.1988) «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας».

Ορισμός 2: Κάθε εκλεγμένο άτομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 1568/1985 (ΦΕΚ 177/Α`/18.10.1985), το Π.Δ. 315/1987 (ΦΕΚ 149/Α`/25.8.1987) «Σύσταση ΕΥΑΕ σε εργοτάξια οικοδομών και εν γένει τεχνικών έργων», τα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63/Α`/6.4.1988) «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις-κύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας», και τα άρθρα 2 §4 και 3 του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996) «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ», για να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους, όσον αφορά τα ζητήματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία.

Ορισμός 3: Κάθε πρόσωπο που εκλέγεται, επιλέγεται ή ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 18, κεφ. Β΄, ν. 1767/1988 «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις – Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας» (63/Α) για να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους.  

Εκρηκτικά ή εκρηκτικές ύλες
Ορισμός 1: Οι ύλες και τα αντικείμενα που θεωρούνται ως εκρηκτικά στις συστάσεις των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων και περιλαμβάνονται στην κλάση 1 των εν λόγω συστάσεων.

Ορισμός 2: Τα επικίνδυνα είδη της κλάσης «1». Στον όρο αυτό περιλαμβάνονται και τα πυρομαχικά.

Εκρηκτική ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Μείγμα με τον αέρα, σε ατμοσφαιρικές συνθήκες, εύφλεκτων ουσιών, υπό μορφή αερίων, ατμών, συγκεντρώσεων σταγονιδίων ή σκόνης, στο οποίο, μετά από ανάφλεξη, η καύση μεταδίδεται στο σύνολο του μη καιόμενου μείγματος.

Εκρήξιμη ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Ατμόσφαιρα, η οποία θα μπορούσε να καταστεί εκρηκτική λόγω των τοπικών και επιχειρησιακών συνθηκών.

Εκσκαφέας χανδάκων
Ορισμός 1: Αυτοπροωθούμενο μηχάνημα, με επιβαίνοντα ή πεζό χειριστή, ερπυστριοφόρο ή τροχοφόρο, στο εμπρός ή το όπισθεν μέρος του οποίου είναι προσαρμοσμένος βραχίονας ζεύξης πτύου εκσκαφής και εξάρτηση, σχεδιασμένο καταρχήν για την ανόρυξη χανδάκων σε συνεχή λειτουργία, μέσω της κίνησης του μηχανήματος.

Εκσκαφέας, υδραυλικός ή με συρματόσχοινα
Ορισμός 1: Αυτοπροωθούμενο ερπυστριοφόρο ή τροχοφόρο μηχάνημα με υπερδομή (σκάφος) δυνάμενη να περιστρέφεται κατά τουλάχιστον 360°, το οποίο σκάβει, περιστρέφεται και απορρίπτει υλικό με χρήση πτύου (κάδου) ανηρτημένου σε πρόβολο (μπούμα) με στρεφόμενο βραχίονα ή σε τηλεσκοπική κεραία, χωρίς να κινείται το πλαίσιο ή το φορείο κίνησης κατά τη διάρκεια κάθε κύκλου του μηχανήματος.

Εκσκαφέας-φορτωτής
Ορισμός 1: Αυτοπροωθούμενο τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο μηχάνημα που διαθέτει βασική φέρουσα δομή σχεδιασμένη να φέρει ταυτοχρόνως, εμπρός μηχανισμό μετωπικού πτύου (κάδου) φόρτωσης και όπισθεν ανεστραμμένο πτύο (κάδο). Όταν χρησιμοποιείται ανεστραμμένο πτύο, το μηχάνημα σκάβει κανονικά κάτω από τη στάθμη έδρα-σης στο έδαφος και το πτύο κινείται προς τον εκσκαφέα-φορτωτή. Ο ανεστραμμένος κάδος ανυψώνεται, περιστρέφεται και απορρίπτει το υλικό ενώ το μηχάνημα παραμένει ακίνητο. Όταν χρησιμοποιείται ως φορτωτής, το μηχάνημα φορτώνει ή σκάβει με την προς τα εμπρός μετακίνηση, και ανυψώνει, μεταφέρει και εκφορτώνει το υλικό.

Έκτακτη ανάγκη
Ορισμός 1: Η ξαφνική και απρόβλεπτη απειλητική κατάσταση που απαιτεί την άμεση λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίηση των δυσμενών συνεπειών της.

Έκτακτη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση
Ορισμός 1: Η συνάθροιση της παρ. 1 (Δημόσια υπαίθρια συνάθροιση), όταν πραγματοποιείται ένεκα απρόβλεπτου, τρέχοντος ή επικείμενου γεγονότος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 (Υποχρέωση γνωστοποίησης).

Εκτιθέμενος εργαζόμενος
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη.

Ελαφρά εργασία
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε εργασία που εκ της φύσεως των λειτουργιών τις οποίες περιέχει και των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτή εκτελείται: - δεν είναι ικανή να βλάψει την ασφάλεια, την υγεία ή την ανάπτυξη των παιδιών, και - ως εκ της φύσεως της, δεν αποβαίνει σε βάρος της τακτικής σχολικής φοίτησης τους, της συμμετοχής τους σε προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού ή επαγγελματικής κατάρτισης εγκεκριμένα από την αρμόδια αρχή, ή της ικανότητας τους να ωφελούνται από την εκπαίδευση που τους παρέχεται.

Ελαφρό πετρέλαιο (ντίζελ – Gas oil)
Ορισμός 1: Ένα απόσταγμα πετρελαιοειδούς κατηγορίας ΙΙΙ που έχει ιδεώδες και σημείο απόσταξης μεταξύ αυτών που έχουν η κεροζίνη και το βαρύ πετρελαιοειδές και που χρησιμοποιείται σαν καύσιμο ταχύστροφων μηχανών ντίζελ, όπως και καυστήρων, στις εγκαταστάσεις θέρμανσης και για τον εμπλουτισμό αερίου κατά την παραγωγή καύσιμων αερίων.

Ελεγκτές
Ορισμός 1: Τα πυροσβεστικά όργανα, αρμόδια για τον έλεγχο εφαρμογής των πυροσβεστικών διατάξεων, των κανονισμών πυροπροστασίας και γενικά της νομοθεσίας πυρασφάλειας, καθώς και της επιβολής των κυρώσεων και εν γένει διοικητικών μέτρων. Ως ελεγκτές νοούνται οι Πυροσβέστες που προσλήφθηκαν στο Πυροσβεστικό Σώμα με τις διατάξεις του π.δ. 44/2016 (Α ́ 68) και οι βαθμοφόροι του Πυροσβεστικού Σώματος από τον βαθμό του Αρχιπυροσβέστη παραγωγικής σχολής και άνω. Οι ελεγκτές ασκούν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 153 και 154 του ν. 4512/2018 (Α ́ 8), όπως ισχύει.

Έλεγχος
Ορισμός 1: Κάθε ενέργεια που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εποπτείας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης μιας οικονομικής δραστηριότητας, εγκατάστασης και περιλαμβάνει την εξέταση ή αξιολόγηση της συμμόρφωσης με την κείμενη νομοθεσία πυροπροστασίας κτιρίων - εγκαταστάσεων, καθώς και αυτή που αφορά στην πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών σε οικοπεδικούς και ακάλυπτους χώρους, αγροτικές και δασικές εκτάσεις.

Έλεγχος ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ο αναγνωρισμένος για το σκοπό αυτό από Κράτος μέλος Οργανισμός βεβαιώνεται, μετά την έκδοση βεβαίωσης για την εξέταση τύπου ΕΟΚ σύμφωνα με την παρούσα και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις, ότι τα μηχανήματα ή/και τα στοιχεία κατασκευής κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τους εγκεκριμένους τύπους.

Ορισμός 2: Η διαδικασία με την οποία ο αναγνωρισμένος για το σκοπό αυτό από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας οργανισμός εξασφαλίζει ότι, μετά από τη χορήγηση βεβαίωσης εξετάσεως τύπου ΕΟΚ σύμφωνα με την παρούσα απόφαση οι συσκευές κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τους εγκεκριμένους τύπους.

Ελέγχουσα επιχείρηση
Ορισμός 1: Η επιχείρηση ενός ομίλου επιχειρήσεων, η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση (ελεγχόμενη επιχείρηση), όπως στις περιπτώσεις δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή άλλων δικαιωμάτων που προβλέπονται από το καταστατικό τους.

Ελεύθεροι επαγγελματίες
Ορισμός 1: Τα πρόσωπα που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα για το οποίο υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων στην ασφάλιση του πρώην ΟΑΕΕ.

Εμβρυοτοξικότητα
Ορισμός 1: Επιβλαβής επίδραση στη φυσιολογική δομή, ανάπτυξη, αύξηση και/ή βιωσιμότητα ενός εμβρύου.

Έμμεσες επιπτώσεις
Ορισμός 1: Οι επιπτώσεις που προκαλούνται από την παρουσία αντικειμένου σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, οι οποίες ενδέχεται να αποτελέσουν αιτία κινδύνου για την ασφάλεια ή την υγεία, όπως: α) παρεμβολές στη λειτουργία ιατρικών ηλεκτρονικών εξοπλισμών και συσκευών συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών βηματοδοτών και άλλων εμφυτευμένων ή σωματικώς φερομένων ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων, β) κίνδυνο εκσφενδόνισης σιδηρομαγνητικών αντικειμένων εντός στατικών μαγνητικών πεδίων, γ) πυροδότηση ηλεκτροεκρηκτικών συσκευών (πυροκροτητών), δ) πυρκαγιές και εκρήξεις οφειλόμενες στην ανάφλεξη εύφλεκτων υλικών λόγω σπινθήρων προκαλούμενων από επαγόμενα πεδία, ρεύματα επαφής ή εκκενώσεις σπινθήρων και ε) ρεύματα επαφής.

Έμμεση διάκριση
Ορισμός 1: Κάθε πράξη ή παράλειψη που θέτει  σε  μειονεκτική  θέση  τα  πρόσωπα λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, δυνάμει μιας ουδέτερης εκ πρώτης όψης διάταξης, κριτηρίου ή πρακτικής, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογούνται αντικειμενικά από νόμιμο σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Ορισμός 2: Νοείται όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα.

Έμμεσος εργοδότης
Ορισμός 1: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο και υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνση του οποίου εργάζεται προσωρινά ο προσωρινά απασχολούμενος.

Εμπειρογνώμονες Πολιτικής Προστασίας
Ορισμός 1: ο ειδικός επιστήμονας ή το πιστοποιημένο στέλεχος σε θέματα που αφορούν στη διαχείριση και αντιμετώπιση καταστροφών και στον υπολογισμό κρίσιμων παραγόντων, όπως, η εκτίμηση της επικινδυνότητας, των εν γένει κινδύνων, της τρωτότητας, της έκθεσης στον κίνδυνο.

Έμφυλη διάκριση
Ορισμός 1: Σωματική, ψυχολογική ή λεκτική συμπεριφορά, μέσω της οποίας υποβαθμίζονται τα άτομα με βάση το φύλο τους, το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα του φύλου τους.

Εναέρια εξέδρα με κινητήρα εσωτερικής καύσης
Ορισμός 1: Εξοπλισμός που συνίσταται κατ' ελάχιστον από μία εξέδρα εργασίας, εκτεινόμενη κατασκευή και πλαίσιο. Η εκτεινόμενη κατασκευή συνίσταται σε περιφραγμένη εξέδρα ή κλωβό που μπορεί να κινείται υπό φορτίο μέχρι την επιθυμητή θέση εργασίας. Η εκτεινόμενη κατασκευή συνδέεται με το πλαίσιο και φέρει την εξέδρα εργασίας επιτρέπει την κίνηση της εξέδρας εργασίας μέχρι την επιθυμητή θέση.

Εναλλακτικά καύσιμα
Ορισμός 1: Τα  καύσιμα  ή  οι  πηγές  ενέργειας που χρησιμεύουν, έστω και εν μέρει, ως υποκατάστατο του ορυκτού πετρελαίου στον ενεργειακό εφοδιασμό στις μεταφορές και έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στην απαλλαγή των μεταφορών από τις εκπομπές άνθρακα, ενισχύοντας τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του εν λόγω τομέα. Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων: i) η ηλεκτρική ενέργεια, ii) το υδρογόνο, iii) τα βιοκαύσιμα, όπως ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4062/2012 (Α ́ 70) και εξειδικεύονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 3468/2006 (Α ́ 129), iv) τα συνθετικά και παραφινικά καύσιμα, v) το φυσικό αέριο, συμπεριλαμβανομένου του βιομεθανίου, σε αέρια μορφή (συμπιεσμένο φυσικό αέριο) και σε υγροποιημένη μορφή (υγροποιημένο φυσικό αέριο) και το υγροποιημένο πετρελαϊκό αέριο (υγραέριο).

Εναρμονισμένο πρότυπο
Ορισμός 1: Ευρωπαϊκό πρότυπο που έχει εκδοθεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής για την εφαρμογή της νομοθεσίας εναρμόνισης της Ένωσης.

Ορισμός 2: Πρότυπο που εγκρίνεται από έναν από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης που αναγράφονται στο Παράρτημα I του π.δ. 39/2001 (ΦΕΚ Α ́ 28) «Καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 98/34/ΕΚ και 98/48/ΕΚ», κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 98/34/ΕΚ.

Ενδεικτικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει άλλες ενδείξεις πέραν εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους β έως ε. (δηλ. απαγορευτικό σήμα, προειδοποιητικό σήμα, σήμα υποχρέωσης, σήμα διάσωσης ή βοήθειας).