Skip to main content
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 41, σε σύνολο 41
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Μαζική έκρηξη
Ορισμός 1: Η έκρηξη που επηρεάζει στιγμιαία ολόκληρη τη γόμωση του εκρηκτικού.

Μεγάλης κλίμακας σταθερά βιομηχανικά εργαλεία
Ορισμός 1: Μεγάλης κλίμακας συναρμολόγημα μηχανημάτων, εξοπλισμού και/ή εξαρτημάτων που λειτουργούν από κοινού για μια ειδική εφαρμογή, εγκαθίστανται και απεγκαθίστανται από ειδικούς σε συγκεκριμένη θέση, και χρησιμοποιούνται και συντηρούνται από επαγγελματίες σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή σε εγκαταστάσεις έρευνας και ανάπτυξης.

Μεγάλης κλίμακας σταθερή εγκατάσταση
Ορισμός 1: Ένας μεγάλης κλίμακας συνδυασμός διάφορων τύπων συσκευών και, ενδεχομένως, άλλων διατάξεων, που συναρμολογούνται και εγκαθίστανται από επαγγελματίες, και προορίζονται να χρησιμοποιούνται μονίμως σε έναν προκαθορισμένο ειδικό χώρο, και απεγκαθίστανται από επαγγελματίες.

Μέγεθος επιχείρησης
Ορισμός 1: Tο  μέγεθος  αυτής, στον ελεγχόμενο τόπο εργασίας, ανάλογα με τον αριθμό εργαζομένων που απασχολεί σε αυτόν. Συγκεκριμένα διακρίνεται, σε μεγάλη, μεσαία και μικρή επιχείρηση ως κατωτέρω στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου και λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή προστίμων για παραβάσεις οι οποίες κατηγοριοποιούνται στην παρούσα ως Γενικές.  

Μείζων ανωμαλία
Ορισμός 1: Bλέπε δυσπλασία

Μελέτη τεχνικού έργου
Ορισμός 1: Η μελέτη του τεχνικού έργου προσδιορίζει τις ακριβείς τεχνικές εργασίες, μεθόδους και υλικά που απαιτούνται καθώς και την απαιτούμενη δαπάνη κατασκευών. Χαρακτηρίζεται επίσης κάθε ερευνητική εργασία, μέθοδος καθώς και κάθε εργασία προγραμματισμού που σχετίζονται με το τεχνικό έργο.

Μελετητής
Ορισμός 1: Πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου ή τον εργολάβο και εκπονεί τη μελέτη του έργου

Μελετητής μέτρων υγιεινής και ασφάλειας
Ορισμός 1: Πρόσωπο το οποίο συμβάλλεται µε τον κύριο του έργου και έχει εκπονήσει τη μελέτη των απαιτουμένων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και του σχεδίου διαφυγής και διάσωσης των εργαζομένων σε περίπτωση ανάγκης.

Μεμονωμένη έγκριση
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία η αρμόδια Αρχή πιστοποιεί ότι ένα συγκεκριμένο μηχάνημα έργων ή όχημα ειδικής κατηγορίας πληρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις. Η μεμονωμένη έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Μέσος χρόνος αύξησης της πίεσης
Ορισμός 1: O μέσος όρος των μετρούμενων χρόνων σε ένα υπό δοκιμή μίγμα για την αύξηση της πίεσης από 650 kPa σε 2070 kPa πάνω από την ατμοσφαιρική πίεση.

Μεταλλαξιγόνος παράγοντας
Ορισμός 1: Ουσία ή μείγμα που πληροί τα κριτήρια κατάταξης ως μεταλλαξιγόνο των γεννητικών κυττάρων κατηγορίας 1Α ή 1Β που παρατίθεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1272/2008.

Μεταλλείο
Ορισμός 1: Ο υπόγειος ή επιφανειακός χώρος εξόρυξης μεταλλευμάτων (βωξίτης, νικέλιο, μεικτές θειούχες μεταλλικές ενώσεις, λευκόλιθος, χουντίτης, χρωμίτης, άστριοι). Στη συνολική έκταση που καταλαμβάνει ένα μεταλλείο συνυπολογίζεται και η ευρύτερη έκταση της Παραχώρησης Μεταλλείου ή του χώρου που αναφέρεται στη σχετική σύμβαση εκμίσθωσης σε περίπτωση Δημόσιου Μεταλλευτικού Χώρου, εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης ορυκτών. Η νόμιμη λειτουργία του μεταλλείου αποδεικνύεται με την ύπαρξη Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) και την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Μετατροπή
Ορισμός 1: Η αλλαγή, με οποιονδήποτε τρόπο, του είδους και της αποστολής του πλοίου, η μεταβολή της μεταφορικής του ικανότητας και των τρόπων φορτοεκφόρτωσης, εφόσον συνεπάγονται ριζικές αλλαγές στο περίβλημα, στους χώρους φορτίου ή επιβατών, στο προωστήριο σύστημα ή στα συστήματα ασφάλειας του πλοίου.

Μετατροπή αζώτου
Ορισμός 1: H τελική αποικοδόμηση από μικροοργανισμούς οργανικής ύλης που περιέχει άζωτο, μέσω των διεργασιών της αμμωνιοποίησης και νιτροποίησης, στο αντίστοιχο ανόργανο τελικό νιτρικό προϊόν.

Μετατροπή άνθρακα
Ορισμός 1: H αποικοδόμηση από μικροοργανισμούς οργανικής ύλης για το σχηματισμό διοξειδίου του άνθρακα ως τελικού ανόργανου προϊόντος.

Μεταφορά φορτίων χύμα (Carriage in bulk)
Ορισμός 1: Η μεταφορά μη συσκευασμένων στερεών ή ειδών σε οχήματα ή εμπορευματοκιβώτια. 

Μεταφορική ταινία
Ορισμός 1: Προσωρινώς εγκαθιστάμενο μηχάνημα κατάλληλο για τη μεταφορά υλικού μέσω ταινίας κινούμενης από κινητήρα.

Μετεμβρυοτοξικότητα
Ορισμός 1: Eπιβλαβής επίδραση στη φυσιολογική δομή, ανάπτυξη, αύξηση και//ή βιωσιμότητα ενός διαμορφωμένου εμβρύου.

Μέτρα ασφάλειας
Ορισμός 1: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε ναυπηγοεπισκευαστικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας.

Μετρητής εύφλεκτων αερίων
Ορισμός 1: Όργανο που μετρά την περιεκτικότητα των εύφλεκτων αερίων.

Μετρούμενη στάθμη ακουστικής ισχύος
Ορισμός 1: Η στάθμη ακουστικής ισχύος που καθορίζεται με τις μετρήσεις που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙI οι μετρούμενες τιμές είναι δυνατόν να καθορίζονται είτε από ένα μηχάνημα αντιπροσωπευτικό του τύπου του εξοπλισμού είτε από το μέσο όρο αριθμού μηχανημάτων.

Μη επικίνδυνη περιοχή
Ορισμός 1: Μια περιοχή στην οποία δεν αναμένονται να παρουσιαστούν επικίνδυνες ατμόσφαιρες ώστε να µην απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις για τις κατασκευές και για τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών.

Μη οδικά κινητά μηχανήματα που διατίθενται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση
Ορισμός 1: Μηχανήματα με ενσωματωμένη πηγή ενέργειας ή με σύστημα μετάδοσης κίνησης έλξης που τροφοδοτούνται από εξωτερική πηγή ενέργειας η λειτουργία των οποίων απαιτεί είτε κινητικότητα είτε συνεχή ή ημισυνεχή κίνηση μεταξύ μιας σειράς σταθερών σημείων εργασίας κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών και που διατίθενται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση.  

Μη συμβατά υλικά
Ορισμός 1: Tα υλικά που ενδέχεται να αντιδρούν επικίνδυνα όταν αναμειγνύονται. Υπόκεινται στις απαιτήσεις διαχωρισμού του επιμέρους τμήματος 9.3 και στους πίνακες για μεμονωμένα φορτία που ταξινομούνται στην Ομάδα Β.

Μη συνεκτικό υλικό
Ορισμός 1: Τα ξηρά υλικά που μετακινούνται εύκολα λόγω ολίσθησης κατά τη μεταφορά, όπως απαριθμούνται στο προσάρτημα 3, παράγραφος 1, "Ιδιότητες Στερεών Χύδην Φορτίων".

Μη φυσιολογική αύξηση
Ορισμός 1: Aνωμαλίες στο βάρος ή στο μέγεθος των οργάνων ή του βάρους των γόνων.

Μηχανή
Ορισμός 1: Ένα σύνολο συνδεδεμένων μεταξύ τους τμημάτων ή οργάνων από τα οποία τουλάχιστον ένα κινητό και ενδεχομένως, ένα σύνολο διατάξεων ενεργοποίησης κυκλωμάτων χειρισμού και ισχύος κλπ., συνενωμένων σε ενιαίο όλο µε σκοπό συγκεκριμένη εφαρμογή, ιδίως για τη μεταποίηση, την επεξεργασία, τη μετακίνηση και την προετοιμασία ενός υλικού.

Ορισμός 2: Ένα σύνολο μηχανών, οι οποίες έχουν διαταχθεί και ο χειρισμός τους γίνεται έτσι ώστε να λειτουργούν σε συσχέτιση μεταξύ τους µε σκοπό την επίτευξη ενός και του αυτού αποτελέσματος.

Ορισμός 3: Ο εναλλάξιμος εξοπλισμός που τροποποιεί τη λειτουργία μιας μηχανής και διατίθεται στην αγορά µε σκοπό να συναρμολογηθεί επί μιας μηχανής ή επί σειράς διαφορετικών μηχανών ή σε ένα ελκυστήρα από τον ίδιο χειριστή, εφόσον ο εν λόγω εξοπλισμός δεν είναι ανταλλακτικό ή εργαλείο.

Μηχάνημα
Ορισμός 1: Σύνολο εξοπλισμένο ή το οποίο πρόκειται να εξοπλισθεί με σύστημα μεταδόσεως της κίνησης εκτός από την άμεσα εφαρμοζόμενη ανθρώπινη ή ζωική δύναμη, απαρτιζόμενο από συνδεδεμένα μεταξύ τους τμήματα ή δομικά στοιχεία, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι κινητό και τα οποία είναι συνενωμένα για συγκεκριμένη εφαρμογή.

Ορισμός 2: Σύνολο που μνημονεύεται στην πρώτη περίπτωση, από το οποίο λείπουν μόνο τα στοιχεία για τη σύνδεση του στο χώρο χρήσης ή με πηγές ενέργειας και κίνησης.

Ορισμός 3: Σύνολο που μνημονεύεται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση, έτοιμο προς εγκατάσταση, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως έχει παρά μόνον μετά τη συναρμογή του σε μεταφορικό μέσο, ή την εγκατάσταση του σε κτίριο ή σε κατασκεύασμα.

Ορισμός 4: Σύνολα μηχανημάτων που μνημονεύονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση ή ημιτελή μηχανήματα τα οποία, προς επίτευξη του ίδιου σκοπού, διατάσσονται και ελέγχονται με τρόπο που να λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο.

Ορισμός 5: Σύνολο συνδεόμενων μερών ή δομικών στοιχείων, ένα τουλάχιστον εκ των οποίων κινείται και τα οποία συναρμόζονται, με σκοπό την ανύψωση φορτίων και μοναδική πηγή ισχύος του οποίου είναι η άμεσα εφαρμοζόμενη ανθρώπινη προσπάθεια.

Μηχάνημα για την πλήρωση ή εκκένωση σιλοφόρων ή βυτιοφόρων φορτηγών
Ορισμός 1: Οι διατάξεις με κινητήρα προσαρμοσμένες σε σιλοφόρα ή βυτιοφόρα φορτηγά, για την φόρτωση ή την εκφόρτωση υγρών ή χύδην υλικού με αντλίες ή παρόμοιο εξοπλισμό.

Μηχάνημα εκτόξευσης πίδακα ύδατος υψηλής πίεσης
Ορισμός 1: Το μηχάνημα με ακροφύσια ή άλλες οπές επιτάχυνσης της ροής απ' όπου το ύδωρ - καθαρό ή με πρόσθετα -εκτοξεύεται ως ελεύθερος πίδακας. Κατά κανόνα, τα μηχανήματα εκτόξευσης πίδακα ύδατος υψηλής πίεσης αποτελούνται από τον κινητήρα, τη γεννήτρια πίεσης, τους εύκαμπτους σωλήνες, τις διατάξεις ψεκασμού, τους μηχανισμούς ασφάλειας, τα χειριστήρια και τους μετρητές. Τα μηχανήματα εκτόξευσης πίδακα νερού υψηλής πίεσης είναι κινητά ή στάσιμα:
- τα κινητά μηχανήματα εκτόξευσης πίδακα ύδατος υψηλής πίεσης είναι εύκολα μετακινούμενα μηχανήματα που σχεδιάζονται προς χρήση σε διάφορα εργοτάξια, και για το λόγο αυτό είναι συνήθως εξοπλισμένα με ίδιο σύστημα πορείας ή είναι προσαρμοσμένα σε οχήματα. Όλες οι απαραίτητες γραμμές παροχής είναι εύκαμπτες και εύκολα αποσυνδεόμενες, 
- τα στάσιμα μηχανήματα εκτόξευσης πίδακα ύδατος υψηλής πίεσης σχεδιάζονται προς χρήση σε συγκεκριμένο εργοτάξιο για ορισμένη χρονική περίοδο, αλλά είναι δυνατό να μεταφέρονται σε άλλο εργοτάξιο με χρήση κατάλληλου εξοπλισμού. Συνήθως είναι προσαρμοσμένα σε πέδιλο ολίσθησης ή σε πλαίσιο και φέρουν γραμμές παροχής με δυνατότητα αποσύνδεσης.
 

Μηχάνημα έργου
Ορισμός 1: Το μηχανοκίνητο όχημα που προορίζεται για την κατασκευή και συντήρηση οδικών ή άλλων τεχνικών έργων. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει και τα οχήματα που προορίζονται για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας, τον καθαρισμό και τη σήμανση των οδών.
Δεν υπάγονται στην κατηγορία των μηχανημάτων έργων, θεωρούμενα ως αυτοκίνητα, τα μηχανοκίνητα οχήματα που εκτελούν και μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων επί των οδών της χώρας, καθώς και τα οχήματα Ειδικής Χρήσης – Ειδικού Σκοπού.

Μηχάνημα έργων (κινητό μηχάνημα)
Ορισμός 1: Αυτοπροωθούμενο μηχάνημα το οποίο έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί ειδικά για να εκτελεί εργασίες και το οποίο, λόγω των χαρακτηριστικών κατασκευής του, δεν είναι κατάλληλο για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων. Τα μηχανήματα που τοποθετούνται σε μηχανοκίνητο όχημα δεν θεωρούνται κινητά μηχανήματα. Τα μηχανήματα έργων διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες: (1) Κατηγορία 1: Αυτά τα οποία δεν επιτρέπεται να κυκλοφορήσουν επί μονίμων οδοστρωμάτων (π.χ. ερπυστριοφόρα, κυλιόμενοι κύλινδροι). (2) Κατηγορία 2: Αυτά τα οποία έχουν την τεχνική δυνατότητα κίνησης επί της οδού.

Μηχάνημα τοποθέτησης σωλήνων
Ορισμός 1: Αυτοπροωθούμενο ερπυστριοφόρο ή τροχοφόρο μηχάνημα, ειδικά σχεδιασμένο για το χειρισμό και την τοποθέτηση σωλήνων και τη μεταφορά εξοπλισμού σωληναγωγών. Το μηχάνημα, ο σχεδιασμός του οποίου βασίζεται σε ελκυστήρα, διαθέτει ειδικά σχεδιασμένα κατασκευαστικά στοιχεία όπως σύστημα πορείας, κύριο πλαίσιο, αντίβαρο, βραχίονα (μπούμα) και μηχανισμό ανύψωσης φορτίου, και κατακόρυφα περιστρεφόμενο πλευρικό βραχίονα.

Μηχανήματα συμπύκνωσης
Ορισμός 1: Μηχανήματα που συμπυκνώνουν υλικά, π.χ. λιθορριπές, επιφανειακές στρώσεις χώματος ή στρώσεις ασφάλτου, μέσω της δράσης κύλισης, συμπίεσης ή δόνησης του ενεργούντος εργαλείου. Πρόκειται για μηχανήματα αυτοπροωθούμενα ή ρυμουλκούμενα ή με βαδίζοντα χειριστή ή για εξαρτήματα φέρουσας μηχανής. Τα μηχανήματα συμπύκνωσης υποδιαιρούνται ως εξής:
-     οδοστρωτήρες με επιβαίνοντα χειριστή: αυτοπροωθούμενα μηχανήματα συμπύκνωσης με έναν ή περισσότερους μεταλλικούς κυλίνδρους (τύμπανα) ή ελαστικά επίσωτρα, στα οποία η θέση του χειριστή είναι ενσωματωμένη στο μηχάνημα,
-     οδοστρωτήρες με βαδίζοντα χειριστή: αυτοπροωθούμενα μηχανήματα συμπύκνωσης με έναν ή περισσότερους μεταλλικούς κυλίνδρους (τύμπανα) ή ελαστικά επίσωτρα, στα οποία οι διατάξεις για την κίνηση, οδήγηση, πέδηση και δόνηση είναι έτσι διατεταγμένες ώστε ο χειρισμός να διενεργείται από βαδίζοντα χειριστή ή με τηλεχειρισμό, ρυμουλκούμενοι οδοστρωτήρες: μηχανήματα συμπύκνωσης με έναν ή περισσότερους μεταλλικούς κυλίνδρους (τύμπανα) ή ελαστικά επίσωτρα, τα οποία δεν διαθέτουν ανεξάρτητο σύστημα κίνησης και η θέση του χειριστή ευρίσκεται στο έλκον όχημα,
-     δονητικές πλάκες και δονητικοί κριοί: μηχανήματα συμπύκνωσης με βασικό εργαλείο συμπύκνωσης πλάκες επίπεδης βάσης οι οποίες δονούνται. Τα μηχανήματα αυτά χειρίζεται βαδίζων χειριστής ή λειτουργούν ως εξάρτημα φέροντος μηχανήματος,
-     σφύρες εκτόνωσης: μηχανήματα συμπύκνωσης με βασικό εργαλείο συμπύκνωσης επίπεδη πλάκα η οποία εκτελεί κυρίως κατακόρυφες αναπηδήσεις μέσω πίεσης εκτόνωσης. Το μηχάνημα χειρίζεται συμβαδίζων χειριστής.
 

Μηχανική πριονοκορδέλλα εργοταξίου
Ορισμός 1: Τροφοδοτούμενο με τα χέρια μηχάνημα με κινητήρα, βάρους μικρότερου των 200 kg, εξοπλισμένο με μία μόνο πριονωτή λεπίδα υπό μορφή συνεχόμενης ταινίας που είναι προσαρμοσμένη και κινείται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων τροχαλιών.

Μηχανικός εξαερισμός
Ορισμός 1: Ο εξαερισμός που παράγεται με ηλεκτρική ενέργεια.

Μηχανοκίνητο σάρωθρο
Ορισμός 1: Το μηχάνημα συλλογής απορριμμάτων με σάρωση που διαθέτει εξοπλισμό ο οποίος σαρώνει τα απορρίμματα προς στόμιο αναρρόφησης, απ' όπου μεταφέρονται σε χοάνη συλλογής πνευματικώς, με ρεύμα αέρα υψηλής ταχύτητας, ή με μηχανικό σύστημα. Οι διατάξεις σάρωσης και συλλογής είτε είναι προσαρμοσμένες σε γυμνό πήγμα φορτηγού οχήματος ή ενσωματώνονται σε ειδικό αμάξωμα. Το μηχάνημα είναι μόνιμο ή αφαιρέσιμο, όπως στην περίπτωση συστήματος εναλλάξιμου αμαξώματος.

Μικροοργανισμός
Ορισμός 1: Μικροβιακή οντότητα, κυτταρική ή μη, που είναι ικανή να αναπαράγεται ή να μεταφέρει γενετικό υλικό.

Μονάδα
Ορισμός 1: Κάθε όχημα, εμπορευματοκιβώτιο, παλέτα, βαγόνι τραίνου και αποσυνδεόμενη ή φορητή δεξαμενή ή δεξαμενή επί οχήματος (βυτιοφόρο).

Μονάδα Κλειστού Τύπου
Ορισμός 1: Κάθε μονάδα που είναι καλά κλειστή από όλες τις μεριές, επιτρεπόμενης μόνο της ύπαρξης εξαεριστικών όπου απαιτείται (π.χ βυτιοφόρα υγρών καυσίμων). Ανοικτή μονάδα είναι κάθε μονάδα που δεν είναι κλειστή.

Μονώροφα
Ορισμός 1: Είναι τα καταστήματα που η κύρια δραστηριότητά τους αναπτύσσεται σε έναν (1) όροφο.