Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 123
| E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Εγγυημένη στάθμη ακουστικής ισχύος
Έγκαιρη προειδοποίηση
Ορισμός 1: Η παροχή έγκαιρης ειδοποίησης και επαρκούς πληροφόρησης, μέσω των αρμόδιων φορέων, που δίνει τη δυνατότητα δρομολόγησης συγκεκριμένων δράσεων για την αποφυγή ή τη μείωση των επιπτώσεων του κινδύνου και την προετοιμασία για αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Εγκατάσταση
Ορισμός 1: Ο  χώρος  όπου  στεγάζονται  ή/και ασκούνται  εργασίες  -  δραστηριότητες  του  δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, όπου ασκείται οικονομική δραστηριότητα που φέρει έναν ή περισσότερους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) και η οποία μπορεί να  ταξινομηθεί ως προς τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, το περιβάλλον ή άλλες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος. Στην έννοια της εγκατάστασης για τους σκοπούς της παρούσας νοείται και το κινητό μέσο, στο οποίο ή μέσω του οποίου ασκείται η δραστηριότητα.

Έγκριση
Ορισμός 1: Ως έγκριση ορίζεται κάθε πράξη της αρμόδιας αρχής ή διοικητική διαδικασία που αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη λειτουργίας μιας οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένο χώρο ή εγκατάσταση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και εκ των προτέρων έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές. Δεν αποτελεί έγκριση, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, η πράξη, άδεια, προϋπόθεση ή διαδικασία που απαιτείται για την πρόσβαση και την άσκηση επαγγέλματος από φυσικό πρόσωπο.

Έγκριση ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ένα Κράτος μέλος διαπιστώνει, μετά από δοκιμές και βεβαιώνει ότι ένας τύπος ανυψωτικού μηχανήματος ή μηχανήματος, διακινήσεως φορτίων ή/ και στοιχείου κατασκευής ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της παρούσας και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Έγκριση τύπου
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία η αρμόδια Αρχή πιστοποιεί ότι ένας τύπος μηχανήματος έργων, οχήματος ειδικής κατηγορίας, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής μονάδας τηρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις. Η έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Εθνική έγκριση τύπου
Ορισμός 1: Η διαδικασία έγκρισης τύπου που ορίζεται από την ελληνική νομοθεσία και η οποία ισχύει μόνο στο έδαφος της Ελλάδας. Η εθνική έγκριση τύπου δεν είναι προσωποπαγής.

Εθνική Πολιτική Μείωσης Κινδύνου Καταστροφών
Ορισμός 1: Σχέδιο ενεργειών που καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τους τελικούς και ενδιάμεσους στόχους για τη μείωση της διακινδύνευσης από καταστροφές, καθώς και τους αντίστοιχους δείκτες αξιολόγησης και τα χρονοδιαγράμματα. Περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες, διαδικασίες και τα προγράμματα που αφορούν όλες τις φάσεις του κύκλου καταστροφών και ειδικότερα την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση, αποκατάσταση, καθώς και την ανατροφοδότηση του σχεδιασμού σε τοπικό και εθνικό επίπεδο για τη μείωση του κινδύνου και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας.

Εθνική τεχνική βιομηχανική νομοθεσία
Ορισμός 1: Αμιγώς εθνικό νομοθετικό/κανονιστικό πλαίσιο για βιομηχανικά προϊόντα ή για υπηρεσίες σχετικές με αυτά, σε τομείς που δεν καλύπτονται από ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

Εθνικό πρότυπο
Ορισμός 1: Πρότυπο που έχει εκδοθεί από εθνικό φορέα τυποποίησης.

Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης
Ορισμός 1: Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 2: (κατά την έννοια που αποδίδεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008) Ο μόνος οργανισμός κράτους μέλους που εκτελεί τη διαπίστευση επί τη βάσει εξουσίας που του παρέχει το κράτος αυτό. Εάν εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αποδεικνύει ως αποτέλεσμα διαδικασίας αξιολόγησης από ομότιμους, ότι πληροί τις απαιτήσεις του σχετικού εναρμονισμένου προτύπου (ΕΝ ISO/IEC 17011 σήμερα), τεκμαίρεται ότι πληροί τις απαιτήσεις για τους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης που θέτει ο Κανονισμός 765/2008/ΕΚ.

Ορισμός 3: Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Εθνικός φορέας τυποποίησης
Ορισμός 1: Φορέας τον οποίο έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

Ειδικές επιχειρήσεις
Ορισμός 1: Οι επιχειρήσεις, οι οποίες εκτελούν επί μέρους εργασίες ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων.

Ειδικό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Το πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης το οποίο δύναται να αντικαταστήσει προϋπηρεσία που απαιτείται για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας του Ν. 3982/2011   .

Ειδικότητα
Ορισμός 1: Εξειδίκευση  αυτοτελούς  τεχνικού  αντικειμένου και αντίστοιχων απαιτήσεων επαγγελματικών προσόντων, εντός της ρυθμιζόμενης κατηγορίας επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Ειδικότητα
Ορισμός 1: Εξειδίκευση  αυτοτελούς  τεχνικού αντικειμένου και αντίστοιχων απαιτήσεων επαγγελματικών προσόντων, εντός της ρυθμιζόμενης κατηγορίας επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Εισαγωγέας
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που διαθέτει στην αγορά της Ένωσης εξοπλισμό πλοίων προερχόμενο από τρίτη χώρα.

Ορισμός 2: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ε.Ε. που διαθέτει προϊόν τρίτης χώρας στην ενωσιακή αγορά.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που διαθέτει στην ενωσιακή αγορά εκρηκτικό προερχόμενο από τρίτη χώρα.

Ορισμός 4: Kάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που διαθέτει ΗΗΕ τρίτης χώρας στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκπομπή
Ορισμός 1: Η ελευθέρωση ουσίας από σημειακή ή διάχυτη πηγή στην ατμόσφαιρα.

Εκπρόσωπος των εργαζομένων
Ορισμός 1: Κάθε εκλεγμένο άτομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 4 (σύσταση επιτροπής υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων- εκπρόσωποι των εργαζομένων), 5 (αρμοδιότητες ΕΥΑΕ και εκπροσώπου εργαζομένων), 6 (αριθμός μελών ΕΥΑΕ - υποχρεώσεις εργοδοτών) και 7 (εκλογή μελών ΕΥΑΕ - προστασία) του παρόντος και τα άρθρα 1 (σκοπός - πεδίο εφαρμογής), 2 (όργανα εκπροσώπησης εργαζομένων), 3 (γενική συνέλευση εργαζομένων), 4 (εκλογές) και 5 (εφορευτικές επιτροπές) του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63/Α`/6.4.1988) «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας».

Ορισμός 2: Κάθε εκλεγμένο άτομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 1568/1985 (ΦΕΚ 177/Α`/18.10.1985), το Π.Δ. 315/1987 (ΦΕΚ 149/Α`/25.8.1987) «Σύσταση ΕΥΑΕ σε εργοτάξια οικοδομών και εν γένει τεχνικών έργων», τα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 1767/1988 (ΦΕΚ 63/Α`/6.4.1988) «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις-κύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας», και τα άρθρα 2 §4 και 3 του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996) «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ», για να εκπροσωπεί τους εργαζόμενους, όσον αφορά τα ζητήματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία.

Εκρηκτικά ή εκρηκτικές ύλες
Ορισμός 1: Οι ύλες και τα αντικείμενα που θεωρούνται ως εκρηκτικά στις συστάσεις των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων και περιλαμβάνονται στην κλάση 1 των εν λόγω συστάσεων.

Εκρηκτική ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Μείγμα με τον αέρα, σε ατμοσφαιρικές συνθήκες, εύφλεκτων ουσιών, υπό μορφή αερίων, ατμών, συγκεντρώσεων σταγονιδίων ή σκόνης, στο οποίο, μετά από ανάφλεξη, η καύση μεταδίδεται στο σύνολο του μη καιόμενου μείγματος.

Εκρήξιμη ατμόσφαιρα
Ορισμός 1: Ατμόσφαιρα, η οποία θα μπορούσε να καταστεί εκρηκτική λόγω των τοπικών και επιχειρησιακών συνθηκών.

Εκσκαφέας χανδάκων
Εκσκαφέας, υδραυλικός ή με συρματόσχοινα
Εκσκαφέας-φορτωτής
Έκτακτη ανάγκη
Ορισμός 1: Η ξαφνική και απρόβλεπτη απειλητική κατάσταση που απαιτεί την άμεση λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίηση των δυσμενών συνεπειών της.

Έκτακτη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση
Ορισμός 1: Η συνάθροιση της παρ. 1 (Δημόσια υπαίθρια συνάθροιση), όταν πραγματοποιείται ένεκα απρόβλεπτου, τρέχοντος ή επικείμενου γεγονότος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 (Υποχρέωση γνωστοποίησης).

Εκτιθέμενος εργαζόμενος
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη.

Ελαφρά εργασία
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε εργασία που εκ της φύσεως των λειτουργιών τις οποίες περιέχει και των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτή εκτελείται: - δεν είναι ικανή να βλάψει την ασφάλεια, την υγεία ή την ανάπτυξη των παιδιών, και - ως εκ της φύσεως της, δεν αποβαίνει σε βάρος της τακτικής σχολικής φοίτησης τους, της συμμετοχής τους σε προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού ή επαγγελματικής κατάρτισης εγκεκριμένα από την αρμόδια αρχή, ή της ικανότητας τους να ωφελούνται από την εκπαίδευση που τους παρέχεται.

Ελεγκτές
Ορισμός 1: Τα πυροσβεστικά όργανα, αρμόδια για τον έλεγχο εφαρμογής των πυροσβεστικών διατάξεων, των κανονισμών πυροπροστασίας και γενικά της νομοθεσίας πυρασφάλειας, καθώς και της επιβολής των κυρώσεων και εν γένει διοικητικών μέτρων. Ως ελεγκτές νοούνται οι Πυροσβέστες που προσλήφθηκαν στο Πυροσβεστικό Σώμα με τις διατάξεις του π.δ. 44/2016 (Α ́ 68) και οι βαθμοφόροι του Πυροσβεστικού Σώματος από τον βαθμό του Αρχιπυροσβέστη παραγωγικής σχολής και άνω. Οι ελεγκτές ασκούν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 153 και 154 του ν. 4512/2018 (Α ́ 8), όπως ισχύει.

Έλεγχος
Ορισμός 1: Κάθε ενέργεια που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εποπτείας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης μιας οικονομικής δραστηριότητας, εγκατάστασης και περιλαμβάνει την εξέταση ή αξιολόγηση της συμμόρφωσης με την κείμενη νομοθεσία πυροπροστασίας κτιρίων - εγκαταστάσεων, καθώς και αυτή που αφορά στην πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών σε οικοπεδικούς και ακάλυπτους χώρους, αγροτικές και δασικές εκτάσεις.

Έλεγχος ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ο αναγνωρισμένος για το σκοπό αυτό από Κράτος μέλος Οργανισμός βεβαιώνεται, μετά την έκδοση βεβαίωσης για την εξέταση τύπου ΕΟΚ σύμφωνα με την παρούσα και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις, ότι τα μηχανήματα ή/και τα στοιχεία κατασκευής κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τους εγκεκριμένους τύπους.

Ορισμός 2: Η διαδικασία με την οποία ο αναγνωρισμένος για το σκοπό αυτό από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας οργανισμός εξασφαλίζει ότι, μετά από τη χορήγηση βεβαίωσης εξετάσεως τύπου ΕΟΚ σύμφωνα με την παρούσα απόφαση οι συσκευές κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τους εγκεκριμένους τύπους.

Ελεύθεροι επαγγελματίες
Ορισμός 1: Τα πρόσωπα που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα για το οποίο υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων στην ασφάλιση του πρώην ΟΑΕΕ.

Έμμεσες επιπτώσεις
Ορισμός 1: Οι επιπτώσεις που προκαλούνται από την παρουσία αντικειμένου σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, οι οποίες ενδέχεται να αποτελέσουν αιτία κινδύνου για την ασφάλεια ή την υγεία, όπως: α) παρεμβολές στη λειτουργία ιατρικών ηλεκτρονικών εξοπλισμών και συσκευών συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών βηματοδοτών και άλλων εμφυτευμένων ή σωματικώς φερομένων ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων, β) κίνδυνο εκσφενδόνισης σιδηρομαγνητικών αντικειμένων εντός στατικών μαγνητικών πεδίων, γ) πυροδότηση ηλεκτροεκρηκτικών συσκευών (πυροκροτητών), δ) πυρκαγιές και εκρήξεις οφειλόμενες στην ανάφλεξη εύφλεκτων υλικών λόγω σπινθήρων προκαλούμενων από επαγόμενα πεδία, ρεύματα επαφής ή εκκενώσεις σπινθήρων και ε) ρεύματα επαφής.

Έμμεση διάκριση
Ορισμός 1: Κάθε πράξη ή παράλειψη που θέτει  σε  μειονεκτική  θέση  τα  πρόσωπα λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, δυνάμει μιας ουδέτερης εκ πρώτης όψης διάταξης, κριτηρίου ή πρακτικής, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογούνται αντικειμενικά από νόμιμο σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Ορισμός 2: Νοείται όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα.

Εμπειρογνώμονες Πολιτικής Προστασίας
Ορισμός 1: ο ειδικός επιστήμονας ή το πιστοποιημένο στέλεχος σε θέματα που αφορούν στη διαχείριση και αντιμετώπιση καταστροφών και στον υπολογισμό κρίσιμων παραγόντων, όπως, η εκτίμηση της επικινδυνότητας, των εν γένει κινδύνων, της τρωτότητας, της έκθεσης στον κίνδυνο.

Έμφυλη διάκριση
Ορισμός 1: Σωματική, ψυχολογική ή λεκτική συμπεριφορά, μέσω της οποίας υποβαθμίζονται τα άτομα με βάση το φύλο τους, το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα του φύλου τους.

Εναέρια εξέδρα με κινητήρα εσωτερικής καύσης
Εναλλακτικά καύσιμα
Ορισμός 1: Τα  καύσιμα  ή  οι  πηγές  ενέργειας που χρησιμεύουν, έστω και εν μέρει, ως υποκατάστατο του ορυκτού πετρελαίου στον ενεργειακό εφοδιασμό στις μεταφορές και έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στην απαλλαγή των μεταφορών από τις εκπομπές άνθρακα, ενισχύοντας τις περιβαλλοντικές επιδόσεις του εν λόγω τομέα. Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων: i) η ηλεκτρική ενέργεια, ii) το υδρογόνο, iii) τα βιοκαύσιμα, όπως ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4062/2012 (Α ́ 70) και εξειδικεύονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 3468/2006 (Α ́ 129), iv) τα συνθετικά και παραφινικά καύσιμα, v) το φυσικό αέριο, συμπεριλαμβανομένου του βιομεθανίου, σε αέρια μορφή (συμπιεσμένο φυσικό αέριο) και σε υγροποιημένη μορφή (υγροποιημένο φυσικό αέριο) και το υγροποιημένο πετρελαϊκό αέριο (υγραέριο).

Εναρμονισμένο πρότυπο
Ορισμός 1: Ευρωπαϊκό πρότυπο που έχει εκδοθεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής για την εφαρμογή της νομοθεσίας εναρμόνισης της Ένωσης.

Ορισμός 2: Πρότυπο που εγκρίνεται από έναν από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης που αναγράφονται στο Παράρτημα I του π.δ. 39/2001 (ΦΕΚ Α ́ 28) «Καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 98/34/ΕΚ και 98/48/ΕΚ», κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 98/34/ΕΚ.

Ενδεικτικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει άλλες ενδείξεις πέραν εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους β έως ε. (δηλ. απαγορευτικό σήμα, προειδοποιητικό σήμα, σήμα υποχρέωσης, σήμα διάσωσης ή βοήθειας).

Ενεργητική πυροπροστασία
Ορισμός 1: Τα μέσα πυροπροστασίας που εγκαθίστανται σε ένα κτίριο και τα οποία αποσκοπούν στην έγκαιρη ανίχνευση και προειδοποίηση για την έναρξη φωτιάς ή/και στην άμεση αντιμετώπισή της πριν αυτή καταστεί ανεξέλεγκτη.

Ένταξη της Διάστασης του Φύλου σε όλες τις πολιτικές (gender mainstreaming)
Ορισμός 1: H στρατηγική για την υλοποίηση  της  ουσιαστικής  ισότητας  των  φύλων,  η οποία περιλαμβάνει την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στην προετοιμασία, τον σχεδιασμό, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση πολιτικών, κανονιστικών μέτρων και προγραμμάτων δαπανών, με στόχο την προώθηση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και την καταπολέμηση των διακρίσεων.  

Ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης
Ορισμός 1: Κάθε νομοθεσία της Ε.Ε. η οποία εναρμονίζει τους όρους εμπορίας των προϊόντων. Αναφέρονταν στο πλαίσιο της ΕΚ ως «Κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης». Εναλλακτικοί ορισμοί είναι «ενωσιακές πράξεις εναρμόνισης» ή «τομεακή ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης».

Εξαερισμός
Ορισμός 1: Ανταλλαγή αέρα από το εξωτερικό προς το εσωτερικό ενός χώρου φορτίου.

Εξακρίβωση ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία το Κράτος μέλος πιστοποιεί, μετά από δοκιμές, ότι κάθε μηχάνημα ή κάθε στοιχείο κατασκευής ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της παρούσας και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Εξάπλωση
Ορισμός 1: Είναι ένα μέτρο εργασιμότητας που εκφράζεται με τη μέση διάμετρο σε cm, που αποκτά μια κωνική στήλη νωπού σκυροδέματος, η οποία μορφώθηκε επάνω στην τράπεζα εξάπλωσης, έπειτα από ορισμένο αριθμό κύκλων ανύψωσης και ελεύθερης πτώσης του ενός άκρου της τράπεζας (EΛΟΤ ΕΝ 12350.05).

Εξαρτώμενος ΗΗΕ
Ορισμός 1: Ο ΗΗΕ που χρειάζεται ηλεκτρικά ρεύματα ή ηλεκτρομαγνητικά πεδία για να επιτελέσει μία τουλάχιστον από τις σκοπούμενες λειτουργίες του.

Εξέταση τύπου ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ο αναγνωρισμένος για το σκοπό αυτό από Κράτος μέλος Οργανισμός διαπιστώνει, μετά από δοκιμές, και βεβαιώνει ότι ένας τύπος μηχανήματος ή/και στοιχείο κατασκευής ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας και στις ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Εξίδρωση
Ορισμός 1: Είναι η ανάδυση νερού στην επιφάνεια του μόλις διαστρωμένου σκυροδέματος.