Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 707
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Σταθερή συνάθροιση
Ορισμός 1: Η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, της οποίας η έναρξη, η διάρκεια και η λήξη πραγματοποιούνται στον ίδιο, ανοιχτό, μη περιτοιχισμένο χώρο.

AVTAG
Ορισμός 1: Kαύσιμο ευρέως κλάσματος απόσταξης, για χρήση στους αεριοστροβίλους των αεροπλάνων. Το AVTAG είναι προϊόν μέσης τάσης ατμών και ξεχωρίζει από την κεροζίνη που χρησιμοποιείται για τον ίδιο σκοπό, και η οποία έχει χαμηλή τάση ατμών. (Σχετικό επίσης JP4, JET Β).

AVTUR
Ορισμός 1: Kαύσιμο κεροζίνης για χρήση σε αεριοστροβίλους αεροπλάνων. (Σχετικό επίσης JET A).

DT50 (χρόνος μειώσεως 50)
Ορισμός 1: Tο χρονικό διάστημα στο οποίο η συγκέντρωση της ουσίας δοκιμής μειώνεται κατά 50%. Διαφέρει από το χρόνο ημίσειας ζωής t0,5 όταν η μετατροπή δεν ακολουθεί κινητική αντιδράσεως πρώτης τάξεως.

DT75 (χρόνος μειώσεως 75)
Ορισμός 1: Tο χρονικό διάστημα στο οποίο η συγκέντρωση της ουσίας δοκιμής μειώνεται κατά 75%.

DT90 (χρόνος μειώσεως 90)
Ορισμός 1: Tο χρονικό διάστημα στο οποίο η συγκέντρωση της ουσίας δοκιμής μειώνεται κατά 90%.

EC50 (διάμεση δραστική συγκέντρωση)
Ορισμός 1: H συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο έδαφος, η οποία απολήγει σε 50% αναστολή της μετατροπής του αζώτου σε νιτρικά.

ECx (δραστική συγκέντρωση x)
Ορισμός 1: H συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο έδαφος, η οποία απολήγει σε x% αναστολή της μετατροπής του αζώτου σε νιτρικά.

ELV με αισθητηριακές επιπτώσεις
Ορισμός 1: Εκείνες οι ELV άνω των οποίων οι εργαζόμενοι ενδέχεται να παρουσιάσουν παροδικές διαταραχές στις αισθητηριακές αντιλήψεις και μικρές μεταβολές των εγκεφαλικών λειτουργιών.

ELV με επιπτώσεις στην υγεία
Ορισμός 1: Εκείνες οι ELV άνω των οποίων ενδέχεται να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων, όπως η θέρμανση ή η διέγερση του νευρικού και μυϊκού ιστού.

Global Harmonized System – GHS
Ορισμός 1: Παγκόσμιο Εναρμονισμένο Σύστημα Ταξινόμησης για τις χημικές ουσίες και τα μίγματά τους. Πρόκειται για κοινή πρωτοβουλία του ΟΟΣΑ (υγεία του ανθρώπου και περιβάλλον), της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τις Μεταφορές Επικίνδυνων Εμπορευμάτων του ΟΗΕ (φυσικές και χημικές ιδιότητες) και της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ανακοίνωση κινδύνων), με συντονιστή το Πρόγραμμα Διεθνών Οργανισμών για την ορθή Διαχείριση των Χημικών Προϊόντων (IOMC).

IP 4
Ορισμός 1: Tύπος καυσίμου ευρέως κλάσματος απόσταξης που χρησιμοποιείται για αεριοστροβίλους αεροπλάνων. (Σχετικά AVTAG, JET Β).

JET A
Ορισμός 1: Kαύσιμο κεροζίνης που χρησιμοποιείται για αεριοστροβίλους αεροπλάνων (Σχετικό επίσης το AVTUR).

JET Β
Ορισμός 1: Kαύσιμο ευρέως κλάσματος απόσταξης που χρησιμοποιείται για αεριοστροβίλους αεροπλάνων (Σχετικό επίσης AVTAG, ΙΡ4).

Lagging factors
Ορισμός 1: Παράγοντες που περιγράφουν με μια καθυστέρηση την πραγματικότητα. Καταγράφουν συνήθως τα αρνητικά αποτελέσματα ενός παλαιότερου συστήματος ΥΑΕ, όπως είναι τα ατυχήματα, τα προβλήματα υγείας, κα.

LD50 (διάμεσος θανατηφόρου δόσης)
Ορισμός 1: H στατιστικά λαμβανόμενη τιμή εφάπαξ δόσης μιας ουσίας που αναμένεται να προκαλέσει το θάνατο του 50% των πειραματόζωων, όταν χορηγηθεί από το στόμα. Η τιμή LD50 εκφράζεται σε βάρος ελεγχόμενης ουσίας ανά μονάδα βάρους του πειραματόζωου (mg/kg).

Leading factors
Ορισμός 1: Παράγοντες που έχουν προβλεπτική αξία της αποτελεσματικότητας ενός συστήματος όπως είναι οι αυτοψίες, η εκπαίδευση, η δέσμευση της διοίκησης, κ.α.  

NOAEL (no-observed-adverse-effect level)
Ορισμός 1: Eπίπεδο μη παρατήρησης δυσμενών επιδράσεων. Είναι η μέγιστη δόση ή επίπεδο έκθεσης όπου δεν παρατηρούνται δυσμενή ευρήματα σχετικά με την αγωγή.

PCB
Ορισμός 1: - τα πολυχλωροδιφαινύλια
- τα πολυχλωροτριφαινύλια
- το μονομεθύλο-τετραχλωροδιφαινύλο-μεθάνιο, το μονομεθύλο- διχλωροδιφαινύλο-μεθάνιο, το μονομεθύλο-διβρωμοδιφαίνυλο-μεθάνιο, 
- κάθε μείγμα συσσωρευμένης περιεκτικότητας στις προαναφερθείσες ουσίες μεγαλύτερης του 0,005% κατά βάρος.
 

Safety & Security
Ορισμός 1: Ξενόγλωσσοι όροι που απαντώνται στη διεθνή βιβλιογραφία και αρθρογραφία για να δηλώσουν, την κατάσταση ασφάλειας από κίνδυνο στην πρώτη περίπτωση και το σύνολο των μέτρων για την προστασία κάποιου προσώπου, αγαθού ή μέρους, στη δεύτερη περίπτωση. Και οι δύο όροι προσιδιάζουν και προσδιορίζουν την εξατομικευμένη ασφάλεια με σκοπό την προστασία της ζωής, της υγεία των ανθρώπων και των περιουσιών της αθλητικής εγκατάστασης, αλλά διαφέρουν στο ότι ο όρος «security» αναφέρεται σε δόλιες ανθρωπογενείς ενέργειες από εξωτερικούς κινδύνους, ενώ το «safety» αναφέρεται στην ασφάλεια και υγιεινή του προσωπικού από κινδύνους που παράγονται κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.

Αγρότες
Ορισμός 1: Τα  πρόσωπα  που  ασκούν  αγροτική  απασχόληση  και  βάσει  γενικών,  ειδικών  ή  καταστατικών  διατάξεων υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, με εξαίρεση τους εκμεταλλευτές φωτοβολταϊκών συστημάτων, τους εργάτες γης που αμείβονται με εργόσημο, τους επαγγελματοβιοτέχνες που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ με εισοδηματικά – πληθυσμιακά κριτήρια και τους ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων.

Άδεια
Ορισμός 1: Ένα έγγραφο που εκδίδεται από εξουσιοδοτημένο άτομο ή άτομα, επιτρέποντας την εκτέλεση εργασίας σε καθορισμένη περιοχή. (Σχετικό Παράρτημα Γ «Τυπικό υπόδειγμα άδειας εργασίας»).

Αδειούχος Χημικός ή Χημικός Μηχανικός
Ορισμός 1: Ο πτυχιούχος Χημικός ή ο διπλωματούχος Χημικός Μηχανικός αναγνωρισμένης Ανώτατης Σχολής όπως ορίζεται στους ειδικούς κανονισμούς λιμένα που ρυθμίζουν θέματα φόρτωσης - εκφόρτωσης επικινδύνων φορτίων.

Αδήλωτη εργασία
Ορισμός 1: Όλες οι αμειβόμενες δραστηριότητες που είναι νόμιμες ως προς τη φύση τους αλλά δεν δηλώνονται στις δημόσιες αρχές, κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων.

Αδιέξοδο
Ορισμός 1: Χαρακτηρίζεται μία κοινόχρηστη περιοχή κύριας χρήσης του ορόφου-επιπέδου (όπως διάδρομος) από κάθε σημείο της οποίας η διαφυγή μπορεί να γίνει μόνο προς μία (1) κατεύθυνση.

Ορισμός 2: Κοινόχρηστος διάδρομος (ή περιοχή ενός ορόφου) ο οποίος δεν οδηγεί σε έξοδο κινδύνου, με αποτέλεσμα ο χρήστης να πρέπει να διατρέξει αυτή τη διαδρομή προς την αντίθετη κατεύθυνση προκειμένου να διαφύγει.

Αδρανοποιημένο
Ορισμός 1: Αναφέρεται σε δεξαμενή ή δοχείο στο οποίο έχει ολοκληρωθεί εργασία αδρανοποίησης.

Αδρανοποιημένοι χώροι
Ορισμός 1: Οι χώροι που έχουν αδρανοποιηθεί µε αδρανή αέρια (π.χ. διοξείδιο του άνθρακα, άζωτο, καυσαέρια) και η συγκέντρωση του οξυγόνου είναι μικρότερη ή ίση του 8% κατ' όγκο.

Αδρανοποίηση
Ορισμός 1: Η χρησιμοποίηση ενός αδρανούς αερίου που θα καταστήσει την ατμόσφαιρα μιας δεξαμενής ή δοχείου ουσιαστικά ελεύθερη από οξυγόνο ή που θα μειώσει το οξυγόνο που περιέχει σε σημείο που να μην μπορεί να γίνει καύση.

Αέριο (Gas)
Ορισμός 1: Μια ουσία η οποία:
α) στους 50 0C έχει τάση ατμών μεγαλύτερη από 300 kPa (3 bar) ή 
β) είναι εντελώς αέρια στους 20 0C υπό κανονική πίεση 101,3 kPa.
 

Αερόβια μετατροπή
Ορισμός 1: Aντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα παρουσία μοριακού οξυγόνου.

Αερόλυμα (Aerosol)
Ορισμός 1: Κάθε μη επαναγεμιζόμενο δοχείο από μέταλλο, γυαλί ή πλαστικό, το οποίο περιέχει υπό πίεση ένα αέριο ή ένα μείγμα αερίων, με ή χωρίς ένα στερεό, πολτό ή σκόνη και με ενσωματωμένη συσκευή απελευθέρωσης που επιτρέπει την εκτίναξη των περιεχομένων του ως στερεά ή υγρά σωματίδια σε εναιώρηση σε αέριο, ως αφρός, πολτός ή σκόνη ή σε υγρή ή αέρια κατάσταση. (βλέπε δοχείο αερολύματος).

Αεροσυμπιεστής
Ορισμός 1: Κάθε μηχάνημα προς χρήση με εναλλάξιμο εξοπλισμό, που συμπιέζει αέρα, αέρια ή ατμούς σε πίεση υψηλότερη της πίεσης εισαγωγής. O αεροσυμπιεστής περιλαμβάνει τον καθεαυτό συμπιεστή, την κινητήρια μηχανή και κάθε παρεχόμενο στοιχείο ή διάταξη που συνοδεύει, και είναι απαραίτητο για την ασφαλή λειτουργία του αεροσυμπιεστή.
Εξαιρούνται οι ακόλουθες κατηγορίες:
-    ανεμιστήρες, δηλαδή συσκευές που προκαλούν την κυκλοφορία του αέρα υπό υπερπίεση όχι μεγαλύτερη από 110000 pa,
-    αντλίες κενού, δηλαδή διατάξεις ή συσκευές για την εξαγωγή αέρα από περίκλειστο χώρο και υπό πίεση που δεν υπερβαίνει την ατμοσφαιρική,
-    αεριοστρόβιλοι.
 

ΑΗΗΕ μη οικιακής προέλευσης
Ορισμός 1: Τα ΑΗΗΕ που δεν είναι οικιακής προέλευσης κατά την έννοια της παραγράφου 17 του άρθρου 3 του Π.Δ. 117/2004    .

ΑΗΗΕ οικιακής προέλευσης
Ορισμός 1: Τα ΑΗΗΕ (απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού) που προέρχονται από νοικοκυριά, ιδρύματα, εμπορικές, βιομηχανικές και άλλες πηγές, η φύση και η ποσότητα των οποίων είναι παρόμοιες με των προερχόμενων από νοικοκυριά.

Αιχμηρά αντικείμενα
Ορισμός 1: Αντικείμενα ή εργαλεία αναγκαία για την άσκηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στον τομέα της υγείας, τα οποία μπορούν να κόβουν, να τρυπούν, να προκαλούν τραυματισμό ή/και λοίμωξη. Τα αιχμηρά αντικείμενα θεωρούνται εξοπλισμός εργασίας υπό την έννοια του άρθρου 2§1 [δηλ. εξοπλισμός εργασίας: κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία] Π.Δ. 395/1994    (ΦΕΚ 220/Α` 19.12.1994) «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ».

Ακατέργαστος αμίαντος
Ορισμός 1: Το προϊόν, που εξάγεται από την πρώτη θραύση του αμιαντομεταλλεύματος.

Άκαυστο δομικό υλικό
Ορισμός 1: Υλικό χαμηλού βαθμού αναφλεξιμότητας, που πληροί τα κριτήρια της εκάστοτε δοκιμής ακαυστότητας.

Ακεραιότητα σε φωτιά
Ορισμός 1: Η ικανότητα δομικού στοιχείου, όταν εκτίθεται σε φωτιά στη μία πλευρά, να εμποδίζει τη διέλευση φλογών και θερμών αερίων ή την εμφάνιση φλογών στη μη εκτεθειμένη πλευρά για καθορισμένο χρονικό διάστημα σε τυπική δοκιμή αντίστασης σε φωτιά.

Αλεξίφλογο
Ορισμός 1: Αλεξίφλογο περίβλημα για ηλεκτρική συσκευή είναι αυτό που αντέχει χωρίς να υποστεί βλάβη σε οιανδήποτε έκρηξη ενός εύφλεκτου αερίου που μπορεί να υπάρξει μέσα σ’ αυτή, σε πρακτικές συνθήκες λειτουργίας εντός των δυνατοτήτων της συσκευής και στα προβλεφθέντα επιπλέον φορτία εάν υπάρχουν, που είναι αλληλοσυνδεδεμένα με τη λειτουργία του και να εμποδίζει τη μεταφορά της φλόγας που θα μπορούσε να προκαλέσει και ανάφλεξη του εύφλεκτου αερίου το οποίο πιθανόν να υπάρχει στη γύρω ατμόσφαιρα.

Άλλα ανανεώσιμα καύσιμα
Ορισμός 1: Τα Ανανεώσιμα Καύσιμα εκτός των Βιοκαυσίμων, που προέρχονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (EEEK L.283), και χρησιμοποιούνται στις μεταφορές.

Αλλαγή φορτίου
Ορισμός 1: Σχετική η παράγραφος 1.2.5.
(δηλ. Φόρτωση διαφορετικού προϊόντος: Επικίνδυνη ατμόσφαιρα μπορεί να δημιουργηθεί στο χώρο ατμών όταν ένα προϊόν ατμών χαμηλής τάσης όπως το φωτιστικό πετρέλαιο, το gas oil ή το μαζούτ φορτώνεται σε μια δεξαμενή ή ,σε διαμέρισμα δεξαμενής οχήματος που προηγούμενα περιείχε προϊόν υψηλής τάσης ατμών όπως η βενζίνη. Αυτή η εργασία είναι γνωστή σαν αλλαγή είδους φορτίου. Θα έπρεπε να αποφεύγονται οι αλλαγές φορτίου αλλά εάν είναι αναπόφευκτο πρέπει να λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις ώστε να μη δημιουργηθεί εστία ανάφλεξης).
 

Αλλοιώσεις (ανωμαλίες)
Ορισμός 1: Aνατομικές αλλοιώσεις στην ανάπτυξη, στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο οι δυσπλασίες όσο και οι παρεκκλίσεις.

Άμεσες βιοφυσικές επιπτώσεις
Ορισμός 1: Οι επιπτώσεις που προκαλούνται άμεσα στο ανθρώπινο σώμα λόγω της παρουσίας του σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) θερμικές επιπτώσεις, όπως η θέρμανση των ιστών μέσω της απορρόφησης ενέργειας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία στους ιστούς, β) μη θερμικές επιπτώσεις, όπως η διέγερση των μυών, των νεύρων ή των αισθητηρίων οργάνων. Οι εν λόγω επιπτώσεις ενδέχεται να βλάψουν τη νοητική και σωματική υγεία των εκτιθέμενων εργαζομένων. Επιπλέον, η διέγερση των αισθητηρίων οργάνων ενδέχεται να οδηγήσει σε παροδικά συμπτώματα, όπως ο ίλιγγος ή οι φωτοψίες. Οι συγκεκριμένες επιπτώσεις ενδέχεται να προκαλέσουν προσωρινή ενόχληση ή να επηρεάσουν τη γνωστική λειτουργία ή άλλες λειτουργίες του εγκεφάλου ή των μυών και μπορούν έτσι να επηρεάσουν την ικανότητα του εργαζομένου να ασκήσει με ασφάλεια τις δραστηριότητες του (π.χ. κίνδυνοι για την ασφάλεια) και γ) ρεύματα άκρων

Άμεση διάκριση
Ορισμός 1: Κάθε πράξη ή παράλειψη που αποκλείει ή θέτει σε εμφανώς μειονεκτική θέση τα πρόσωπα λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, καθώς και κάθε εντολή, παρότρυνση ή συστηματική ενθάρρυνση προσώπων να προβαίνουν σε δυσμενή ή άνιση μεταχείριση άλλων λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου.

Ορισμός 2: Νοείται  όταν  ένα  πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή  κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή  από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση.

Αμίαντος
Ορισμός 1: Νοείται οποιοδήποτε από τα παρακάτω ινώδη πυριτικά ορυκτά:
− ακτινολίτης (ακτινόλιθος), αριθ. CAS 77536−66−4
− γρουνερίτης (αμοσίτης), αριθ. CAS 12172−73−5
− ανθόφυλλος (ανθοφυλλίτης), αριθ. CAS 77536−67−5
− χρυσότιλος, αριθ. CAS 12001−29−5
− κροκιδόλιθος, αριθ. CAS 12001−28−4
− τρεμολίτης, αριθ. CAS 77536−68−6.

Αμιαντοτσιμέντο
Ορισμός 1: Το μίγμα τσιμέντου και αμιάντου το οποίο όταν είναι σε ξηρή κατάσταση απορροφά νερό λιγότερο από 30% κατά βάρος. Στο παράρτημα Ι του άρθρου 16 της παρούσας απόφασης δίνεται η διαδικασία εργαστηριακού ελέγχου ενός υλικού, που περιέχει αμίαντο και τσιμέντο, με σκοπό το χαρακτηρισμό του ως αμιαντοτσιμέντο.

Αμιαντούχα υλικά
Ορισμός 1: Υλικά τα οποία περιέχουν ίνες αμιάντου.
α) Μη εύθρυπτα αμιαντούχα υλικά: νοούνται τα υλικά που εμφανίζουν χαμηλή δυνατότητα αποδέσμευσης ινών αμιάντου στον αέρα (αμιαντοτσιμέντο, αμιαντούχα πλακάκια δαπέδου, αμιαντούχα πλαστικά−ρητίνες−ελαστικά, αμιαντούχα επιχρίσματα και βαφές, αμιαντούχα ασφαλτόπανα).
β) Εύθρυπτα αμιαντούχα υλικά: νοούνται τα υλικά που περιέχουν  ίνες  αμιάντου  χαλαρά  συνδεδεμένες, έτσι ώστε σε ενδεχόμενη διατάραξή τους μπορούν εύκολα να απελευθερώσουν ίνες αμιάντου στον αέρα (χύμα υλικό, ψεκασμένος αμίαντος, αμιαντούχες μονώσεις σωληνώσεων – λεβήτων – δεξαμενών και εναλλακτών θερμότητας, μονωτικές αμιαντόπλακες, αμιαντόχαρτο, αμιαντούχο χαρτόνι, αμιαντούχες φλάντζες και τσιμούχες, αμιαντούχα σχοινιά και κορδόνια, αμιαντούχα υφάσματα).
Τα εργαστήρια που διενεργούν αναλύσεις υλικών με σκοπό το χαρακτηρισμό τους ως αμιαντούχα ή μη απαιτείται να έχουν διαπιστευτεί από το Εθνικό Σύστημα Υποδομών Ποιότητας (Ε.Σ.Υ.Π.) βάσει του προτύπου ΕΛΟΤ EN ISO/IEC 17025 για την ικανότητά τους να διενεργούν δειγματοληψίες και αναλύσεις υλικών, σύμφωνα με τη μέθοδο MDHS 77 «Asbestos in bulk materials. Sampling and identification by polarized light microscopy (PLM)» του Health and Safety Executive (HSE) ή σύμφωνα με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο τουλάχιστον ισοδύναμου αποτελέσματος. Στα πιστοποιητικά ανάλυσης που εκδίδονται μετά τον εργαστηριακό έλεγχο των υλικών πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια αν ανιχνεύθηκαν ίνες αμιάντου (συγκέντρωση ινών αμιάντου) καθώς επίσης και το είδος των ινών αμιάντου.
Η παρούσα απόφαση δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ανιχνεύονται ίχνη αμιάντου (έως 2 ίνες) κατά την εργαστηριακή ανάλυση του υλικού σύμφωνα με την παραπάνω μέθοδο ανάλυσης.

Αμοιβή
Ορισμός 1: Οι πάσης φύσεως μισθοί και αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από κάθε πηγή, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, εξαιτίας ή και με αφορμή την απασχόληση του τελευταίου.

Αναβατόριο οικοδομικών υλικών
Ορισμός 1: Προσωρινά εγκαθιστώμενη διάταξη ανύψωσης οικοδομικών υλικών με κινητήρα, η οποία προορίζεται για χρήση από πρόσωπα με άδεια εισόδου σε εργοτάξια και τεχνικά έργα και εξυπηρετεί:
i) καθορισμένα επίπεδα φορτοεκφόρτωσης και διαθέτει εξέδρα:
-     σχεδιασμένη για τη μεταφορά υλικών και μόνο επί της οποίας επιτρέπεται η πρόσβαση προσώπων κατά τη διάρκεια της φόρτωσης και εκφόρτωσης,
-     επί της οποίας επιτρέπεται η πρόσβαση και μετακίνηση εξουσιοδοτημένων προσώπων κατά τη διάρκεια της συναρμολόγησης, αποσυναρμολόγησης και συντήρησης του αναβατορίου,
-     κατευθυνόμενη από οδηγούς,
-     μετακινούμενη κατακόρυφα ή κατά μήκος οδηγών υπό μέγιστη γωνία 15° ως προς την κατακόρυφο,
-     στηριζόμενη ή φερόμενη από: συρματόσχοινο, αλυσίδα, κοχλιοτομημένη άτρακτο και περικόχλιο, οδοντωτό κανόνα και οδοντωτό τροχό, υδραυλικό γρύλλο ανύψωσης (άμεσης ή έμμεσης), ή αρθρωτό μηχανισμό ανύψωσης,
-    όπου οι ιστοί ενδεχομένως να απαιτούν στήριξη από χωριστές κατασκευές, ή 
ii) είτε ανώτατο επίπεδο φορτοεκφόρτωσης είτε χώρο εργασίας ως προέκταση της απόληξης του κατευθυντήριου οδηγού (π.χ. στέγη), και διαθέτει διάταξη μεταφοράς φορτίου:
-     σχεδιασμένη για τη μεταφορά υλικών και μόνο,
-     σχεδιασμένη έτσι ώστε να μην απαιτείται πρόσβαση επ' αυτής για την φόρτωση ή εκφόρτωση ή για συντήρηση, συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγησή της,
-     επί της οποίας απαγορεύεται οποτεδήποτε η παρουσία προσώπων,
-     κατευθυνόμενη από οδηγούς,
-     η οποία σχεδιάζεται για να μετακινείται υπό γωνία 30° τουλάχιστον ως προς την κατακόρυφο αλλά επιτρέπεται να χρησιμοποιείται υπό οποιαδήποτε γωνία,
-     φερόμενη από ατσάλινο συρματόσχοινο και ενεργητικό σύστημα κίνησης,
-     εφοδιασμένη με χειριστήριο σταθερής πίεσης,
-     η οποία δεν χρειάζεται τη χρήση αντίβαρου,
-     με μέγιστο ονομαστικό φορτίο 300 kg,
-     με μέγιστη ταχύτητα 1 m/sec,
-     και της οποίας οι κατευθυντήριοι οδηγοί απαιτούν στήριξη από χωριστές κατασκευές.

Αναβρασμός
Ορισμός 1: Η εκτίναξη πετρελαιοειδούς από καιόμενη δεξαμενή. Τα ελαφρά κλάσματα του πετρελαιοειδούς που φλέγεται παράγουν ένα κύμα θερμότητας στα απομένοντα μέρη, το οποίο φθάνοντας σε ένα στρώμα νερού μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την εκτίναξη μέρους του περιεχομένου της δεξαμενής σε μορφή υπερεκχείλισης.