Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 44, σε σύνολο 44
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Σεξουαλική παρενόχληση
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Διατάξεις που προβλέπουν κυρώσεις για την επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς εφαρμόζονται ως ισχύουν.

Σήμα δια χειρονομιών
Ορισμός 1: Κίνηση ή/και θέση των βραχιόνων ή/και των χεριών σύμφωνα με κωδική μορφή για την καθοδήγηση ατόμων που εκτελούν χειρισμούς οι οποίοι ενέχουν υπαρκτό ή πιθανό κίνδυνο για τους εργαζομένους.

Σήμα διάσωσης ή βοήθειας
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει ενδείξεις σχετικές με τις εξόδους κινδύνου ή τα μέσα βοήθειας ή διάσωσης.

Σήμα Ισότητας
Ορισμός 1: Τίτλος που χορηγείται από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων στις επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ως επιβράβευση για την εφαρμογή πολιτικών ίσης μεταχείρισης και ίσων ευκαιριών των εργαζόμενων γυναικών και ανδρών.

Σήμα υποχρέωσης
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που ορίζει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Σήμανση
Ορισμός 1: Η επίθεση επί του εξοπλισμού ορατής, ευανάγνωστης και ανεξίτηλης σήμανσης CΕ όπως ορίζεται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ, συνοδευόμενης από την αναγραφή της εγγυημένης στάθμης ακουστικής ισχύος.

Σήμανση CE
Ορισμός 1: Σήμανση διά της οποίας ο κατασκευαστής δηλώνει ότι το εκρηκτικό συμμορφώνεται προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης.

Σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας
Ορισμός 1: Κάθε σήμανση η οποία, αναφερόμενη σε ένα ορισμένο αντικείμενο, δραστηριότητα ή κατάσταση, παρέχει μια ένδειξη ή οδηγίες σχετικά με την ασφάλεια ή/και την υγεία κατά την εργασία, ανάλογα με την περίπτωση, μέσω πινακίδας, χρώματος, φωτεινού ή ηχητικού σήματος, προφορικής ανακοίνωσης ή σήματος δια χειρονομιών.

Σηματωρός
Ορισμός 1: Το άτομο που δίνει τα σήματα με χειρονομίες.

Σημείο ανάφλεξης (Flash-point)
Ορισμός 1: Σημαίνει τη χαμηλότερη θερμοκρασία ενός υγρού όπου οι ατμοί του αποτελούν εύφλεκτο μείγμα με τον αέρα.

Σημείο ανάφλεξης (κλειστό δοχείο)
Ορισμός 1: Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία η εφαρμογή μιας μικρής φλόγας προκαλεί στα αέρια που βρίσκονται πάνω από το πετρελαιοειδές ανάφλεξη, όταν το προϊόν θερμαίνεται υπό καθορισμένες συνθήκες σε ένα κλειστό δοχείο. (Σχετικές π.χ. οι μέθοδοι ΙΡ 34, 113 και 170).

Σημείο ροής υγρασίας
Ορισμός 1: Η εκατοστιαία περιεκτικότητα σε υγρασία (βάση υγρής μάζας) στην οποία αναπτύσσεται κατάσταση ροής κάτω από την προβλεπόμενη μέθοδο δοκιμής σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του υλικού (βλέπε παράγραφο 1 του προσαρτήματος 2).

Σκάφος
Ορισμός 1: Το πλοίο ή το βοηθητικό ναυπήγημα κατά την έννοια των άρθρων 3 και 4 αντίστοιχα του Ν.Δ. 187/1973    (Α ́ 261) «Περί Κωδικός Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» όπως ισχύει, το οποίο δύναται να εξυπηρετηθεί ασφαλώς από το πλησίον του πρατηρίου, διαθέσιμο κρηπίδωμα ή προβλήτα παραβολής, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση ύπαρξης εντός της λιμενολεκάνης απαιτούμενου χώρου (κύκλος ελιγμών) για την κίνησή του, από και προς το κρηπίδωμα - προβλήτα, χωρίς να παρεμποδίζεται η λειτουργικότητα του λιμένα.

Σκόνη (κονιορτός)
Ορισμός 1: Στερεά σωματίδια αιωρούμενα στον αέρα, παραγόμενα με μηχανικές μεθόδους ή με στροβιλισμό.

Σοβαρότητα της παράβασης
Ορισμός 1: O βαθμός βαρύτητας της παράβασης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Στάθμη ακουστικής ισχύος LWA
Ορισμός 1: Η Α-σταθμισμένη στάθμη ακουστικής ισχύος σε dΒ ως προς 1 p\Ν, όπως ορίζεται στα ευρωπαϊκά πρότυπα ΙS0 3744:1955 και ΙS0 3746:1995.

Στατικός συσσωρευτής
Ορισμός 1: Σχετική παράγραφος 1.3.2 (α) (δηλ. συσσώρευση στατικών φορτίων ηλεκτρισμού:
ι) οι ουσίες, στις οποίες συσσωρεύονται φορτία στατικού ηλεκτρισμού ονομάζονται στατικοί συσσωρευτές. Τα υγρά καύσιμα θεωρούνται στατικοί συσσωρευτές εάν ο ρυθμός με τον οποίο δημιουργείται η φόρτωση υπερβαίνει το ρυθμό με τον οποίο διασκορπίζεται. Όσο υψηλότερη είναι η πλεκτική αγωγιμότητα του υγρού τόσο μεγαλύτερος είναι ο ρυθμός διασκορπισμού. Τα περισσότερα από τα διυλισμένα προϊόντα πετρελαίου που διακινούνται στις εργασίες διανομής είναι στατικοί συσσωρευτές με εξαίρεση τα υπολείμματα πετρελαίου ή τις πίσσες. 
ιι) ο μεγαλύτερος κίνδυνος ανάφλεξης από στατικό ηλεκτρισμό εμφανίζεται κατά την πλήρωση προϊόντος στατικού συσσωρευτού κάτω από συνθήκες που να υπάρχει εύφλεκτη ατμόσφαιρα στο διάκενο χώρο (χώρο ατμών) της δεξαμενής (Σχετικοί παράγραφοι 1.2.4 και 1.2.5.). 

Στερεό χύδην φορτίο
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε φορτίο, εκτός υγρού ή αερίου, που αποτελείται από ένα συνδυασμό σωματιδίων, κόκκων ή οποιωνδήποτε μεγαλύτερων τεμαχίων υλικού γενικά ομοιόμορφης σύνθεσης, το οποίο φορτώνεται απευθείας στους χώρους φορτίου ενός πλοίου χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μορφή συγκράτησης.

Στοιχείο κατασκευής
Ορισμός 1: Κάθε στοιχείο ενός ανυψωτικού μηχανήματος ή μηχανήματος διακινήσεως φορτίων.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

Συγκρότημα υδραντλίας
Ορισμός 1: Μηχάνημα που αποτελείται από την υδραντλία καθεαυτή και το σύστημα κίνησης. Ως υδραντλία νοείται το μηχάνημα που αυξάνει τη στάθμη ενέργειας του ύδατος.

Συγκρότημα υδραυλικής ισχύος
Ορισμός 1: Κάθε μηχάνημα προς χρήση με εναλλάξιμο εξοπλισμό που αυξάνει την πίεση υγρών σε στάθμη υψηλότερη αυτής της πίεσης εισαγωγής. Νοείται το συγκρότημα που αποτελείται από το κινητήριο μηχανισμό, αντλία με ή χωρίς δεξαμενή και εξαρτήματα (π.χ. όργανα ελέγχου, ανακουφιστική βαλβίδα).

Σύμβαση μελέτης
Ορισμός 1: Το επίσημο έγγραφο με το οποίο καθορίζονται: - ο σκοπός της σύμβασης δηλαδή το αντικείμενο της μελέτης. - ο τρόπος και ο τόπος προσφοράς των υπηρεσιών του μελετητή. - οι όροι με τους οποίους ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών. - το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης. Με την έννοια σύμβαση καλύπτονται όλα τα συμβατικά τεύχη που μπορεί να περιλαμβάνουν π.χ. τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, τιμολόγιο, χρονοδιάγραμμα, κτλ.

Σύμβολο ή εικονοσύμβολο
Ορισμός 1: Κάθε εικόνα που περιγράφει μια κατάσταση ή συνιστά μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και η οποία χρησιμοποιείται πάνω σε μια πινακίδα ή μια φωτεινή επιφάνεια.

Συμμόρφωση
Ορισμός 1: Η άρση παραβάσεων ήσσονος σημασίας, η οποία διαπιστώνεται από επανέλεγχο ή προσκόμιση στην αρμόδια πυροσβεστική Αρχή των απαιτούμενων αποδεικτικών εγγράφων εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Συμπυκνώματα
Ορισμός 1: Τα υλικά που λαμβάνονται από φυσικό μετάλλευμα με διαδικασία εμπλουτισμού ή επεξεργασίας με φυσικό ή χημικό διαχωρισμό και απομάκρυνση των ανεπιθύμητων συστατικών.

Συνεκτικό υλικό
Ορισμός 1: Το υλικό εκτός των μη συνεκτικών υλικών.

Συνεργείο οχημάτων υψηλής τάσης
Ορισμός 1: Η εγκατάσταση, εντός της οποίας πραγματοποιούνται εργασίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων υψηλής τάσης, με τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού.

Συνεχής Εξαερισμός
Ορισμός 1: Ο εξαερισμός που λειτουργεί ανά πάσα στιγμή.

Συντελεστής στοιβασίας
Ορισμός 1: Ο αριθμός που εκφράζει τον αριθμό κυβικών μέτρων που θα καταλαμβάνει ένας τόνος φορτίου.

Συντήρηση
Ορισμός 1: Οι εργασίες διατήρησης της κατασκευαστικής ή της λειτουργικής ικανότητας μερών, καθώς και των κύριων και βοηθητικών συστημάτων του πλοίου.

Συντονισμός
Ορισμός 1: Η οργάνωση, προτεραιοποίηση και παρακολούθηση των απαιτούμενων δράσεων, καθώς και η εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας, της εφαρμογής των κανόνων επιχειρησιακής δράσης και της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για την επίτευξη κοινού σκοπού.

Συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου αναθέτει την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στη §2 του άρθρου 5. (δηλ. α. συντονίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 «γενικές αρχές πρόληψης σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου», β. καταρτίζουν ή αναθέτουν την κατάρτιση του σχεδίου ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στο άρθρο 3, γ. καταρτίζουν το φάκελο ασφάλειας και υγείας που προβλέπεται στο άρθρο 3)

Συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου, αναθέτει τα καθήκοντα που προβλέπονται στη §3 του άρθρου 6. (δηλ. α. συντονίζουν την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας στις τεχνικές ή/και οργανωτικές επιλογές, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες ή φάσεις εργασίας που διεξάγονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά και στην πρόβλεψη της διάρκειας εκτέλεσης των διαφόρων αυτών εργασιών ή φάσεων εργασίας, β. συντονίζουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων μεριμνώντας ώστε οι εργολάβοι και υπεργολάβοι και, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία των εργαζομένων, οι αυτοαπασχολούμενοι: i. να εφαρμόζουν με συνέπεια τις αρχές του άρθρου 8 «γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών» και ii. όποτε απαιτείται, να εφαρμόζουν το σχέδιο ασφάλειας και υγείας του άρθρου 3, γ. αναπροσαρμόζουν ή μεριμνούν ώστε να αναπροσαρμοστεί το σχέδιο και ο φάκελος ασφάλειας και υγείας σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 3, δ. οργανώνουν μαζί με τον τεχνικό ασφάλειας και το γιατρό εργασίας τη συνεργασία, μεταξύ των εργολάβων και υπεργολάβων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που διαδέχονται ο ένας τον άλλο στο εργοτάξιο, και το συντονισμό των δραστηριοτήτων για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, καθώς και την αμοιβαία ενημέρωσή τους σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 7 §9 του Π.Δ. 17/1996, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο χώρο εργασίας, μεριμνώντας για τη συμμετοχή εφόσον υπάρχει ανάγκη των αυτοαπασχολούμενων, ε. συντονίζουν την εποπτεία για την ορθή εφαρμογή των εργασιακών διαδικασιών, στ. λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να επιτρέπεται η είσοδος στο εργοτάξιο μόνο στα πρόσωπα που έχουν τη σχετική άδεια, ζ. συνεργάζονται με το τεχνικό ασφάλειας και το γιατρό εργασίας καθόλη τη διάρκεια απασχόλησης στο εργοτάξιο και ζητούν τη γνώμη τους κάθε φορά που το κρίνουν απαραίτητο)

Συσκευή που περιέχει PCB
Ορισμός 1: Κάθε συσκευή που περιέχει ή περιείχε PCB (π.χ. μετασχηματιστές, πυκνωτές, υποδοχείς που περιέχουν υπολειμματικά αποθέματα) η οποία δεν έχει απολυμανθεί. Συσκευές τύπου που ενδέχεται να περιέχουν PCB θεωρούνται ως συσκευές που περιείχαν PCB εκτός εάν είναι εύλογο να υποτεθεί το αντίθετο.

Σύστημα κατάσβεσης
Ορισμός 1: Σύστημα που έχει σχεδιαστεί για τη δυναμική σταθεροποίηση, μείωση ή εξάλειψη του ρυθμού εξάπλωσης της φλόγας ή έκλυσης θερμότητας ή συνεπαγόμενης παραγωγής αερίων καύσης.

Σύστημα σωληνώσεων
Ορισμός 1: Το σύστημα σωληνώσεων αποτελείται από σωλήνες, φλάντζες, εξαρτήματα, βαλβίδες και βοηθητικό εξοπλισμό για τη διαμετακόμιση προϊόντων πετρελαίου ή υγρών λειτουργίας.

Σφαίρα (σωληνώσεις)
Ορισμός 1: Σφαίρα από ελαστικό υλικό που χρησιμοποιείται για το διαχωρισμό διαδοχικών κατηγοριών πετρελαιοειδών σε σωληνώσεις πολλαπλών προϊόντων. Σχετικό επίσης «γουρουνάκι».

Σφύρες εκτόνωσης
Ορισμός 1: Βλέπε μηχανήματα συμπύκνωσης.

Σχέδια Ισότητας
Ορισμός 1: Σύνολο ολοκληρωμένων και αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων, τα οποία εκπονούνται από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, καθώς και από επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, εφαρμόζονται ύστερα από ανάλυση της υφιστάμενης κοινωνικής πραγματικότητας, θέτουν συγκεκριμένους στόχους, στρατηγικές και πρακτικές για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και περιλαμβάνουν προβλέψεις για την υιοθέτηση αποτελεσματικών συστημάτων παρακολούθησης και αξιολόγησης των καθορισμένων στόχων και υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, η οποία τα διαβιβάζει προς την Επιτροπή Ισότητας της Βουλής.

Σχεδιάγραμμα διαφυγής
Ορισμός 1: Σχέδιο όπου απεικονίζονται τα αναγκαία στοιχεία διαφυγής που δύναται να περιλαμβάνουν τις απαιτούμενες πληροφορίες εκκένωσης, διάσωσης και πρώτης επέμβασης.

Σωλήνας πλήρωσης εξ αποστάσεως
Ορισμός 1: Σωλήνας πλήρωσης σε δεξαμενή της οποίας, η σύνδεση με τον εύκαμπτο σωλήνα του οχήματος παράδοσης προϊόντος, βρίσκεται σε κάποια απόσταση από τη δεξαμενή.