Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 50, σε σύνολο 52
| E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Παθητική πυροπροστασία
Ορισμός 1: Το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την εξασφάλιση της έγκαιρης και ασφαλούς διαφυγής του κοινού από το κτίριο σε περίπτωση πυρκαγιάς, την αποφυγή κατάρρευσής του καθώς και την αποφυγή μετάδοσης αυτής σε άλλους χώρους ή άλλα κτίρια.

Παιδί
Ορισμός 1: Κάθε νέος ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας ή ο οποίος υπόκειται ακόμη σε υποχρεωτική σχολική φοίτηση κατά τις κείμενες περί αυτής διατάξεις.

Παραβάσεις ήσσονος σημασίας
Ορισμός 1: Μικρές ελλείψεις, παραλείψεις, αποκλίσεις ή παραβάσεις από τα οριζόμενα σε εγκεκριμένη, θεωρημένη ή αρχειοθετημένη μελέτη ή στην ισχύουσα νομοθεσία πυροπροστασίας. Ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφέρονται η έλλειψη ή μη συντήρηση/καλή λειτουργία φορητών και λοιπών μέσων ενεργητικής πυροπροστασίας, καθώς και παραβάσεις ή παραλείψεις που δύναται να διορθωθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Παράγοντας
Ορισμός 1: Κάθε φυσικός, χημικός και βιολογικός παράγοντας, που ενυπάρχει κατά την εργασία και μπορεί να είναι επιβλαβής στην υγεία των εργαζομένων ή επικίνδυνος από άλλη άποψη, ανεξάρτητα από τη φυσική του κατάσταση.

Παραγωγός
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παράγει επικίνδυνα απόβλητα («αρχικός παραγωγός») ή/και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πραγματοποιεί εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμειξης και σύνθεσης ή άλλες, που οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών.

Παρενόχληση
Ορισμός 1: Κάθε ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνδεόμενη με το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου ενός προσώπου, με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειάς του και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Παροχή όδευσης διαφυγής
Ορισμός 1: Είναι ο αριθμός των ατόμων που είναι δυνατό να διαφύγει έγκαιρα, σε περίπτωση πυρκαγιάς, χρησιμοποιώντας αυτήν την όδευση.

Περιεκτικότητα σε υγρασία
Ορισμός 1: Η αναλογία αντιπροσωπευτικού δείγματος που αποτελείται από νερό, πάγο ή άλλο υγρό, εκφραζόμενη ως ποσοστό της συνολικής υγρής μάζας του δείγματος αυτού.

Περίοδος ανάπαυσης
Ορισμός 1: Κάθε χρονική περίοδος εκτός χρόνου εργασίας.

Περίοδος εμπορίας
Ορισμός 1: Η οκταετής περίοδος για δικαιώματα που εκδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2013 και η δεκαετής περίοδος για δικαιώματα που εκδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2021, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20.

Ορισμός 2: Η οκταετής περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 20.

Περιορισμοί
Ορισμός 1: Οι υποχρεώσεις που τίθενται προς τους συμμετέχοντες ή και τους προτιθέμενους να συμμετάσχουν στη συνάθροιση, μέσω σχετικών, προφορικών  ή  γραπτών,  υποδείξεων  της  αστυνομικής  ή  λιμενικής αρχής να ασκήσουν το δικαίωμά τους σύμφωνα με τις συστάσεις της. Περιορισμοί, είναι ιδίως η κατάληψη μέρους μόνον του οδοστρώματος ή άλλου δημόσιου ανοικτού μη περιτοιχισμένου χώρου, η μερική διαφοροποίηση της διαδρομής κινούμενης συνάθροισης, η αποβολή και απομάκρυνση από τον χώρο της συνάθροισης ατόμων τα οποία φέρουν αντικείμενα και εκδηλώνουν συμπεριφορές που θέτουν σε διακινδύνευση την ανθρώπινη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή τα περιουσιακά δικαιώματα των πολιτών ή τη δημόσια περιουσία ή εμποδίζουν την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των συναθροισθέντων και την ομαλή εξέλιξη της συνάθροισης, καθώς και η μη παρακώλυση της κυκλοφορίας και της πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς κοινής ωφέλειας και νοσηλευτικά ιδρύματα.  

Περιστροφικός εκθαμνωτής
Πηδαλιόσχημο σήμα
Ορισμός 1: Το σύμβολο που αναφέρεται στο άρθρο 9 και παρατίθεται στο παράρτημα I ή, κατά περίπτωση, η ηλεκτρονική ετικέτα που αναφέρεται στο άρθρο 11.

Πινακίδα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα το οποίο, με το συνδυασμό γεωμετρικού σχήματος, χρωμάτων και ενός συμβόλου ή εικονογράμματος, παρέχει μια συγκεκριμένη ένδειξη, η ορατότητα της οποίας εξασφαλίζεται από φωτισμό επαρκούς έντασης.

Πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια ή πιστοποιητικό Gas Free
Ορισμός 1: Η γραπτή γνωμάτευση που εκδίδεται από το Χημικό Ναυτιλίας, σύμφωνα με ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ Ι και II του Παραρτήματος της.

Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (Π.Ε.Ι.)
Ορισμός 1: Είναι το έγγραφο το οποίο πιστοποιεί την επαγγελματική ικανότητα των επαγγελματιών οδηγών να μεταφέρουν επιβάτες ή εμπορεύματα και επιτρέπει στους κατόχους του να οδηγούν συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες κατηγορίες οδικών οχημάτων μεταφοράς επιβατών ή εμπορευμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι παράλληλα κατέχουν και ισχύουσα άδεια οδήγησης της συγκεκριμένης ή των συγκεκριμένων κατηγοριών οχημάτων.

Πιστοποιητικό παρακολούθησης ειδικού προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Η βεβαίωση επαγγελματικής κατάρτισης και η βεβαίωση συνάφειας του ειδικού προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης.

Πληρότητα χρήσης
Ορισμός 1: Ικανοποίηση του ελαχίστου αριθμού ατόμων που δικαιολογεί την αντιμετώπιση της χρήσης ως ξεχωριστή, όπως προσδιορίζεται με τα κατά περίπτωση κριτήρια της ειδικής χρήσης.

Πλοίο
Ορισμός 1: Κάθε πλωτό ναυπήγημα που έχει μεταλλικό περίβλημα (γάστρα), ολικού μήκους άνω των είκοσι τεσσάρων μέτρων, ανεξαρτήτως χωρητικότητας.

Πλοίο της ΕΕ
Ορισμός 1: Πλοίο που φέρει τη σημαία κράτους μέλους και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διεθνών συμβάσεων.

Πολλαπλή διάκριση
Ορισμός 1: Κάθε πράξη ή παράλειψη που θέτει σε μειονεκτική θέση τα πρόσωπα λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα άλλα χαρακτηριστικά, όπως ιδίως η εθνική/εθνοτική ή και κοινωνική προέλευση, η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, η αναπηρία, οι θρησκευτικές, πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις.

Ορισμός 2: Οποιαδήποτε διάκριση, αποκλεισμός ή περιορισμός, σε βάρος προσώπου, που βασίζεται σε περισσότερους από έναν από τους ανωτέρω λόγους.

Πολυόροφο κτίριο
Ορισμός 1: Κτίριο το οποίο αποτελείται από περισσότερους του ενός υπέργειους ή υπόγειους ορόφους.

Πολυώροφα
Ορισμός 1: Είναι τα καταστήματα που η κύρια δραστηριότητά τους, αναπτύσσεται σε δύο (2) ή περισσότερους ορόφους.

Πραγματική απόσταση απροστάτευτης όδευσης διαφυγής
Ορισμός 1: Είναι το μήκος της οριζόντιας ή κατακόρυφης πορείας που φυσιολογικά θα διανύσει ένα άτομο για να διαφύγει, σε περίπτωση πυρκαγιάς, από τυχόν σημείο της κύριας χρήσης ενός ορόφου ή επιπέδου μέχρι την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.

Πραγματική απόσταση απροστάτευτης όδευσης διαφυγής
Ορισμός 1: Είναι το μήκος της οριζόντιας ή κατακόρυφης πορείας που φυσιολογικά θα διανύσει ένα άτομο για να διαφύγει, σε περίπτωση πυρκαγιάς, από τυχόν σημείο της κύριας χρήσης ενός ορόφου ή επιπέδου μέχρι την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.

Πραγματική απόσταση απροστάτευτης όδευσης διαφυγής
Ορισμός 1: Το μήκος της πορείας που φυσιολογικά θα διανύσει ένα άτομο για να διαφύγει σε περίπτωση πυρκαγιάς, από τυχόν σημείο ενός ορόφου μέχρι την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.

Πρατήριο καυσίμων
Ορισμός 1: Το  πρατήριο  υγρών  καυσίμων το οποίο αποτελείται από έναν ή και περισσότερους του ενός «ενιαίους φορείς» (skid), όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 4 της παρούσας, στους οποίους βρίσκεται  εν  γένει  εγκατεστημένος  ο  αναγκαίος  του υποχρεωτικός εξοπλισμός, οι προδιαγραφές του οποίου περιγράφονται στα άρθρα 4, 5 και 6 της παρούσας.

Πρατήριο καυσίμων λιμένα
Ορισμός 1: Η εγκατάσταση η οποία εφοδιάζει με υγρά καύσιμα ή υγραέριο ή φυσικό αέριο ή οποιονδήποτε συνδυασμό των ανωτέρω καυσίμων, αποκλειστικά και μόνο θαλάσσια σκάφη. Ο ανεφοδιασμός των σκαφών πραγματοποιείται είτε εντός της λιμενικής ζώνης (λιμένες και αλιευτικά καταφύγια), είτε εντός τουριστικών λιμένων (μαρίνες), είτε εντός καταφυγίων τουριστικών σκαφών.
Στα «πρατήρια καυσίμων λιμένα» δεν ισχύει ο περιορισμός περί ελαφρών σκαφών της παρ. 1 α) αα) του άρθρου 2, του Π.Δ. 118/2006    (Α ́119), όπως ισχύει.

Πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Η συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 3879/2010   .

Πρόδρομες ουσίες του όζοντος
Ορισμός 1: Οξείδια του αζώτου, πτητικές οργανικές ενώσεις εκτός του μεθανίου, μεθάνιο και μονοξείδιο του άνθρακα.

Προειδοποιητικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που προειδοποιεί για έναν υπαρκτό ή πιθανό κίνδυνο.

Προϊόν
Ορισμός 1: Στοιχείο εξοπλισμού πλοίου.

Πρόληψη
Ορισμός 1: Το σύνολο των διατάξεων ή μέτρων που λαμβάνονται ή προβλέπονται καθ’ όλα τα στάδια της δραστηριότητας της επιχείρησης, με στόχο την αποφυγή ή τη μείωση των επαγγελματικών κινδύνων.

Ορισμός 2: Τα μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση της παραγόμενης ποσότητας των αποβλήτων που προέρχονται από εκσκαφές, κατεδαφίσεις, οικοδομικές εργασίες και τεχνικά έργα, καθώς και των υλικών και των ουσιών που περιέχουν και στον περιορισμό των κινδύνων που συνεπάγονται για το περιβάλλον.

Ορισμός 3: Το σύνολο των δράσεων και μέτρων που στοχεύουν στην απόλυτη αποφυγή των δυνητικών επιπτώσεων των κινδύνων και στην ελαχιστοποίηση των φυσικών, τεχνολογικών καταστροφών και λοιπών απειλών.

Προορισμός
Προσβάσιμη αλυσίδα
Ορισμός 1: Κάθε σειρά αλληλεξαρτώμενων και αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων, που διασφαλίζουν την αυτονομία, άνεση και ασφάλεια κίνησης των ατόμων με αναπηρία και γενικότερα των εμποδιζόμενων ατόμων, χωρίς ασυνέχειες. Βασικός στόχος κάθε σχεδιασμού πρέπει να είναι η δημιουργία «προσβάσιμης αλυσίδας».

Προσβασιμότητα
Ορισμός 1: Το χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος, που επιτρέπει σε όλα τα άτομα - χωρίς διακρίσεις φύλου, ηλικίας και λοιπών χαρακτηριστικών, όπως σωματική διάπλαση, δύναμη, αντίληψη, εθνικότητα - να έχουν πρόσβαση σε αυτό, δηλαδή να μπορούν αυτόνομα, με ασφάλεια και με άνεση να προσεγγίσουν και να χρησιμοποιήσουν τις υποδομές, αλλά και τις υπηρεσίες (συμβατικές και ηλεκτρονικές) και τα αγαθά που διατίθενται στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η προσβασιμότητα στο δομημένο περιβάλλον εξασφαλίζεται μέσω του προσβάσιμου σχεδιασμού, δηλαδή μια διαδικασία σχεδιασμού κατά την οποία οι ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες εξετάζονται ειδικά, με στόχο τα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις υποδομές ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κατά το δυνατόν, αυτόνομα από άτομα με διάφορες αναπηρίες.

Πρόσθετη πινακίδα
Ορισμός 1: Κάθε πινακίδα που χρησιμοποιείται μαζί με μια από τις πινακίδες που αναφέρονται στη §ζ (Πινακίδα) και η οποία παρέχει συμπληρωματικές ενδείξεις.

Προσωρινό εργοτάξιο
Ορισμός 1: Βλέπε εργοτάξιο

Πρότυπα δοκιμών
Ορισμός 1: Τα πρότυπα δοκιμών για τον εξοπλισμό πλοίων που ορίζονται από: — τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ), — τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO), — τη Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC), — την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), — την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (Cenelec), — τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU), — το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών (ETSI), — την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 και το άρθρο 27 παράγραφος 6 της παρούσας απόφασης, — τις ρυθμιστικές αρχές που αναγνωρίζονται στις συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης, στις οποίες η Ένωση είναι μέρος.

Πρότυπο
Ορισμός 1: Η τεχνική προδιαγραφή που έχει εγκριθεί από αναγνωρισμένο φορέα τυποποίησης, για επανειλημμένη ή διαρκή εφαρμογή, των οποίων η τήρηση δεν είναι υποχρεωτική και οι οποίες υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες: διεθνές πρότυπο, ευρωπαϊκό πρότυπο, εναρμονισμένο πρότυπο, εθνικό πρότυπο.

Προφορική ανακοίνωση
Ορισμός 1: Κάθε προκαθορισμένο προφορικό μήνυμα, με χρήση ανθρώπινης ή συνθετικής φωνής.

Προωθητής
Πυκνότητα πυροθερμικού φορτίου
Ορισμός 1: Είναι το πυροθερμικό φορτίο ανά μονάδα επιφάνειας και μετριέται σε kJ ανά τετραγωνικό μέτρο (kJ/m2).

Πυραντίσταση (αντίσταση στη φωτιά)
Ορισμός 1: Η ικανότητα μιας κατασκευής ή ενός δομικού στοιχείου ν’ αντιστέκεται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, που ονομάζεται δείκτης πυραντίστασης, στα θερμικά αποτελέσματα μιας φωτιάς, χωρίς απώλεια της ευστάθειας, της ακεραιότητας και της αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας.

Πυράντοχο κούφωμα
Ορισμός 1: Αυτοκλειόμενο κούφωμα, που δοκιμαζόμενο μαζί με τις διατάξεις στήριξής του και τα απαραίτητα εξαρτήματα λειτουργίας του, σε δοκιμασία ακεραιότητας και αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας παρουσιάζει έναν δείκτη πυραντίστασης. Δύναται να διαθέτει μηχανισμό συγκράτησης θυρών, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς τα θυρόφυλλα αποδεσμεύονται αυτομάτως με εντολή των αυτόματων συστημάτων πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης.

Πυργογερανός
Πυροδιαμέρισμα
Ορισμός 1: Είναι το τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο το κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθορισμένο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης.

Πυροδιαμέρισμα
Ορισμός 1: Τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθοριζόμενο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης. Το εμβαδόν και ο όγκος του πυροδιαμερίσματος υπολογίζονται από τις εσωτερικές διαστάσεις του.

Πυροθερμικό φορτίο
Ορισμός 1: Το ποσό της θερμότητας που εκλύεται από την καύση όλων των υλικών που περιέχονται σε κάποιο χώρο. Η έννοια του φορτίου στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε ενέργεια και μετριέται σε kJ.

Πυρομαχικά
Ορισμός 1: Βλήματα με ή χωρίς ωστικό φορτίο και άσφαιρα πυρομαχικά που χρησιμοποιούνται σε φορητά όπλα, άλλα όπλα και πυροβόλα.