Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 1 - 48, σε σύνολο 48
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Δείγμα σκυροδέματος
Ορισμός 1: Μια μικρή ποσότητα σκυροδέματος που έχει ληφθεί σύμφωνα με το ΕΛΟΤ ΕΝ 12350.01 και είναι αντιπροσωπευτική του υπό έλεγχο φορτίου σκυροδέματος. Από κάθε δείγμα σκυροδέματος παρασκευάζονται ένα ή δύο ή τρία συμβατικά δοκίμια, όπως ορίζεται στα επιμέρους κεφάλαια αυτού του Κανονισμού, τα οποία ελέγχονται ως προς την αντοχή τους σε θλίψη. Η συμβατική αντοχή σε θλίψη του δείγματος fi προκύπτει από τον μέσο όρο των συμβατικών αντοχών σε θλίψη των δοκιμίων αυτών. Στην περίπτωση λήψης ενός δοκιμίου από το δείγμα σκυροδέματος, η συμβατική αντοχή σε θλίψη του δείγματος συμπίπτει με τη συμβατική αντοχή σε θλίψη του δοκιμίου.

Δεξαμενές έρματος
Ορισμός 1: Οι δεξαμενές που περιέχουν θαλάσσερμα.

Δεξαμενή καυσίμων
Ορισμός 1: Η δεξαμενή, που περιέχει καύσιμα υγρά προοριζόμενα για τη λειτουργία των κυρίων και βοηθητικών μηχανών του πλοίου.

Δεξαμενή υπέργειος
Ορισμός 1: Δεξαμενή της οποίας κανένα μέρος δεν βρίσκεται κάτω από το επίπεδο του εδάφους, και η οποία δεν καλύπτεται από χώμα, άμμο ή άλλο παρόμοιο υλικό.

Δερματική διάβρωση
Ορισμός 1: Η πρόκληση μη αναστρέψιμης βλάβης του δέρματος, συγκεκριμένα εμφανούς νεκρώσεως που διαπερνά την επιδερμίδα φθάνοντας στο χόριο, μετά την εφαρμογή της ελεγχόμενης ουσίας για χρονικό διάστημα έως 4 ωρών. Τυπικές διαβρωτικές αντιδράσεις είναι τα έλκη, η αιμορραγία, οι εσχάρες αίματος και, στο τέλος της παρατήρησης μετά παρέλευση 14 ημερών, ο αποχρωματισμός λόγω λευκοδερμίας, επιφάνειες με τελεία αλωπεκία και ουλές. Για την αξιολόγηση αμφιβόλων βλαβών, θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο ιστοπαθολογικής εξέτασης.

Δερματικός ερεθισμός
Ορισμός 1: Η πρόκληση αναστρέψιμων βλαβών του δέρματος μετά την εφαρμογή της ελεγχόμενης ουσίας για χρονικό διάστημα έως 4 ωρών.

Δέσμη κυλίνδρων (πλαίσιο) (Bundle of cylinders (frame))
Ορισμός 1: Ένα μεταφερόμενο συγκρότημα κυλίνδρων που είναι αλληλοσυνδεδεμένα με διανομές και συγκρατούνται σταθερά μεταξύ τους.

Δευτερεύουσα δραστηριότητα βάσει των ακαθάριστων εσόδων έτους 2018
Ορισμός 1: Ο δευτερογενής ΚΑΔ επιχείρησης - εργοδότη όπου τα ακαθάριστα έσοδα ενεργού, κατά την 20/3/2020, όπως αυτά προκύπτουν από την αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2018, είναι μεγαλύτερα από τα ακαθάριστα έσοδα που αντιστοιχούν στον κύριο ΚΑΔ στις 20/3/2020.

Δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ
Ορισμός 1: Η δήλωση που έχει εκδώσει ο κατασκευαστής σύμφωνα με το άρθρο 16.

Δημόσια υπαίθρια συνάθροιση
Ορισμός 1: Είναι η σταθερή ή κινούμενη συνάθροιση προσώπων, προσωρινής διάρκειας, που πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση σε ανοικτό, μη περιτοιχισμένο χώρο, για τον ίδιο σκοπό, ιδίως για από κοινού διαμαρτυρία, προβολή απόψεων, διατύπωση αιτημάτων οποιουδήποτε χαρακτήρα ή λήψη σχετικών αποφάσεων.  

Διάβρωση των οφθαλμών
Ορισμός 1: Η βλάβη ιστών του οφθαλμού ή σοβαρή μείωση της όρασης, η οποία εμφανίζεται μετά την εφαρμογή της ελεγχόμενης ουσίας στην εμπρόσθια επιφάνεια του και είναι πλήρως αναστρέψιμη εντός 21 ημερών από την εφαρμογή της ουσίας.

Διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης
Ορισμός 1: Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα παραρτήματα V έως VIII και οι οποίες βασίζονται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ.

Διάθεση
Ορισμός 1: Οι εργασίες διάθεσης D8, D9, D10, D12 (μόνον για ασφαλή, βαθειά, υπόγεια εναποθήκευση σε σχηματισμούς από στεγνό βράχο και μόνον για συσκευές που περιέχουν PCB και χρησιμοποιημένα PCB αλλά δεν μπορούν να απολυμανθούν) και D15 οι οποίες προβλέπονται στο παράρτημα III του άρθρ. 20 της Υ.Α. 19396/1546/1997 (ΦΕΚ 604/Β`/18.7.1997) «Μέτρα και όροι για τη διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων».

Διάθεση στην αγορά
Ορισμός 1: Η πρώτη φορά κατά την οποία εξοπλισμός πλοίων διατίθεται στην αγορά της Ένωσης.

Ορισμός 2: Η πρώτη φορά κατά την οποία εκρηκτική ύλη καθίσταται διαθέσιμη στην ενωσιακή αγορά.

Ορισμός 3: Η διάθεση για πρώτη φορά, μέσα στην Κοινότητα, επ' ανταλλάγματι ή δωρεάν, μηχανήματος ή ημιτελούς μηχανήματος για διανομή ή χρήση.

Ορισμός 4: Η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ε.Ε. (ενωσιακή αγορά).

Ορισμός 5: Η πρώτη φορά κατά την οποία ΗΗΕ κυκλοφορεί στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διάθεση στην αγορά
Ορισμός 1: H κυκλοφορία για πρώτη φορά ενός τύπου εξοπλισμού στην εσωτερική αγορά ή στην αγορά άλλου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με απώτερο στόχο τη διανομή και χρήση του σε όλη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η διάθεση μπορεί να γίνεται είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν.

Διαθεσιμότητα στην αγορά
Ορισμός 1: Κάθε προσφορά εξοπλισμού πλοίων στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν.

Ορισμός 2: Προσφορά εκρηκτικής ύλης για διανομή ή χρήση στην ενωσιακή αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν.

Ορισμός 3: Κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην κοινοτική αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν.

Ορισμός 4: Κάθε προσφορά ΗΗΕ για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν.

Διαθεσιμότητα υποκατάστατου
Ορισμός 1: Η ικανότητα ενός υποκατάστατου να παραχθεί και να παραδοθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα συγκριτικά με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την παραγωγή και παράδοση των ουσιών του παραρτήματος ΙΙ.

Διακινδύνευση
Ορισμός 1: Οι πιθανές ανθρώπινες, υλικές ή περιβαλλοντικές απώλειες σε καθορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίες είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού κινδύνων, συνθηκών τρωτότητας και ανεπάρκειας ικανότητας ή κατάλληλων μέτρων για τη μείωση των δυνητικών αρνητικών συνεπειών.

Διάκριση
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος προσώπου για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Διάκριση λόγω νομιζόμενων χαρακτηριστικών
Ορισμός 1: Η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση ενός προσώπου  που  εικάζεται  ότι  διαθέτει  συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.  

Διάκριση λόγω σχέσης
Ορισμός 1: Η  λιγότερη  ευνοϊκή μεταχείριση ενός προσώπου λόγω της στενής του σχέσης με πρόσωπο ή πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.

Διάλυση
Ορισμός 1: Η διακοπή της διεξαγωγής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης και η εκούσια ή μη απομάκρυνση των συναθροισθέντων, κατόπιν προφορικής ή γραπτής διαταγής της παριστάμενης αστυνομικής αρχής προς τους συμμετέχοντες στη συνάθροιση να απομακρυνθούν.

Διανομέας
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, πλην του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα, το οποίο καθιστά διαθέσιμο εξοπλισμό πλοίων στην αγορά.

Ορισμός 2: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, άλλο από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά διαθέσιμο ένα προϊόν στην αγορά.

Ορισμός 3: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, άλλο από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά ένα εκρηκτικό διαθέσιμο στην αγορά.

Διαπίστευση
Ορισμός 1: Η διαπίστευση, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 2: Διαπίστευση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Ορισμός 3: (κατά την έννοια που αποδίδεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008) Βεβαίωση από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ότι ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις που έχουν τεθεί με εναρμονισμένα πρότυπα και, όπου είναι εφαρμοστέο, τις τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που καθορίζονται στα αντίστοιχα τομεακά συστήματα, για να εκτελεί μια συγκεκριμένη δραστηριότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

Διάρκεια ζωής
Ορισμός 1: Είναι η χρονική περίοδος, κατά την οποία η επιτελεστικότητα του σκυροδέματος στην κατασκευή θα τηρηθεί σε ένα επίπεδο συμβατό με την εκπλήρωση των απαιτήσεων επιτελεστικότητας του δομήματος, με την προϋπόθεση ότι αυτό συντηρείται κατάλληλα. Σχετίζεται με τη διάρκεια ζωής σχεδιασμού κατά ΕΛΟΤ ΕΝ 1990.

Διαστρωτήρας οδοποιίας
Ορισμός 1: Tο κινητό μηχάνημα οδοποιίας που χρησιμοποιείται για την επιφανειακή διάστρωση υλικών, όπως ασφαλτικού μείγματος, σκυροδέματος και αδρανών. Οι διαστρωτήρες οδοποιίας μπορεί να είναι εφοδιασμένοι με πήχη υψηλής εξομάλυνσης.

Διασυνοριακή διακίνηση αποβλήτων
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε μεταφορά αποβλήτων από μια περιοχή που υπάγεται στην εθνική δικαιοδοσία μιας χώρας προς ή μέσω μιας περιοχής υπό την εθνική δικαιοδοσία άλλης χώρας ή προς ή μέσω μιας περιοχής που δεν υπάγεται στην εθνική δικαιοδοσία οποιασδήποτε χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον δύο χώρες εμπλέκονται στη διακίνηση.

Διατάξεις ασφαλείας
Ορισμός 1: Διατάξεις οι οποίες διασφαλίζουν ότι η πίεση εξόδου, η οποία ορίζεται στις υπουργικές αποφάσεις Δ3/Α ́/οικ.6598/20-03-2012 (ΦΕΚ 976/Β́/2012) και Δ3/Ά/17013/22-08-2006 (ΦΕΚ 1552/Β́/2006) υπουργική απόφαση, δεν θα υπερβεί τις καθορισμένες τιμές.

Διατάραξη
Ορισμός 1: Η εξαιτίας της συνάθροισης σοβαρή παρεμπόδιση της κίνησης των πολιτών και γενικά η διασάλευση της ομαλής κοινωνικής και οικονομικής ζωής μιας περιοχής.

Διεθνείς νομικές πράξεις
Ορισμός 1: Οι διεθνείς συμβάσεις, αποφάσεις και εγκύκλιοι του ΔΝΟ για την εφαρμογή των εν λόγω συμβάσεων, σύμφωνα με την επικαιροποιημένη τους έκδοση, και τα πρότυπα δοκιμών.

Διεθνείς συμβάσεις
Ορισμός 1: Οι ακόλουθες συμβάσεις, καθώς και τα οικεία πρωτόκολλα και κώδικες υποχρεωτικής εφαρμογής, που εκδίδονται υπό την αιγίδα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ), οι οποίες έχουν τεθεί σε ισχύ και καθορίζουν ειδικές απαιτήσεις για την έγκριση από το κράτος της σημαίας του εξοπλισμού που πρόκειται να τοποθετηθεί σε πλοία: — η σύμβαση του 1972 για τους διεθνείς κανονισμούς για την πρόληψη των συγκρούσεων στη θάλασσα (Colreg), — η Διεθνής σύμβαση του 1973 για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία (Marpol), — η Διεθνής σύμβαση του 1974 για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (Solas).

Διεθνές πρότυπο
Ορισμός 1: Πρότυπο το οποίο έχει εκδοθεί από διεθνή φορέα τυποποίησης.

Διεθνής Κώδικας Ασφάλειας Πλοίων και Λιμενικών Εγκαταστάσεων (ISPS)
Ορισμός 1: Ο Διεθνής Κώδικας για την Ασφάλεια των Πλοίων και των Λιμενικών Εγκαταστάσεων που αποτελείται από το Μέρος Α (οι διατάξεις του οποίου πρέπει να θεωρούνται ως υποχρεωτικές) και από το Μέρος Β (οι διατάξεις του οποίου πρέπει να θεωρούνται χαρακτήρα σύστασης), όπως υιοθετήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2002 με την απόφαση 2 της Διάσκεψης των Συμβαλλομένων Κυβερνήσεων στη Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια Ζωής στη Θάλασσα του 1974 όπως μπορεί να τροποποιηθεί από τον Οργανισμό.

Διεθνής φορέας τυποποίησης
Ορισμός 1: Ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO), η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC) και η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU).

Διείσδυση υγρασίας
Ορισμός 1: Η μετακίνηση υγρασίας που περιέχεται σε ένα φορτίο μέσω της καθίζησης και της σταθεροποίησης του φορτίου λόγω των κραδασμών και της κίνησης του πλοίου. Το νερό μετατοπίζεται προοδευτικά, γεγονός που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ορισμένα τμήματα ή όλο το φορτίο να αναπτύσσουν κατάσταση ροής.

Δίκτυο δομών
Ορισμός 1: Για την εφαρμογή των διατάξεων του Πρώτου Μέρους (άρθρα 1 έως 30) τα Συμβουλευτικά Κέντρα Γυναικών, οι Ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών και η 24ωρη πανελλαδική τηλεφωνική γραμμή SOS 15900, αποτελούν «Δίκτυο Δομών.».

Δισκοπρίονο εργοταξίου
Ορισμός 1: Τροφοδοτούμενο με τα χέρια μηχάνημα, βάρους μικρότερου των 200 kg, εξοπλισμένο με μία μόνο δισκοειδή πριονολεπίδα (όχι λεπίδα δημιουργίας αυλακών) ελαχίστης διαμέτρου 350 mm και μεγίστης διαμέτρου 500 mm, η οποία δεν μετακινείται κατά την συνήθη λειτουργία πριονίσματος, και οριζόντιο τραπέζι σταθερό, όλο ή εν μέρει, κατά τη διάρκεια του πριονίσματος. Η πριονολεπίδα είναι τοποθετημένη σε οριζόντιο μη ανακλινόμενο άξονα, η θέση του οποίου παραμένει σταθερή κατά τη λειτουργία. Το μηχάνημα ενδέχεται να διαθέτει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
-  δυνατότητα κατακόρυφης μετατόπισης της πριονολεπίδας δια μέσου του τραπεζιού,
-  το πλαίσιο της μηχανής κάτω από το τραπέζι μπορεί να είναι ανοικτό ή κλειστό,
- το πριόνι ενδέχεται να είναι εξοπλισμένο με πρόσθετο, χειροκίνητο, τραπέζι (όχι κοντά στην πριονολεπίδα).

Διυλισμένο πετρελαιοειδές (ή προϊόντα)
Ορισμός 1: Πετρελαιοειδή που παράγονται, σε εμπορική κλίμακα, από το αργό πετρέλαιο, σε ένα διυλιστήριο.

Δοκίμιο του έργου
Ορισμός 1: Είναι το δοκίμιο που έχει τις διαστάσεις του συμβατικού δοκιμίου, αλλά το οποίο παρέμεινε δίπλα στο έργο και συντηρήθηκε όπως αυτό, για τον έλεγχο της συντήρησης και της εν γένει προόδου της σκλήρυνσης.

Δομικό Στοιχείο
Ορισμός 1: Κάθε στοιχείο που είναι σταθερά ενσωματωμένο στο κτίριο (ή στο δομικό έργο ή κατασκευή) κατά τρόπο μόνιμο. Το σύνολο των δομικών στοιχείων απαρτίζουν το δομικό έργο ή κτίριο ή κατασκευή. Τα δομικά στοιχεία διαχωρίζονται σε φέροντα και μη φέροντα, ανάλογα με το αν προορίζονται ή όχι να παραλαμβάνουν τις ασκούμενες πάνω στο κτίριο δράσεις, όπως αυτές καθορίζονται από τη στατική μελέτη του κτιρίου.

Δονητικές πλάκες και δονητικοί κριοί
Ορισμός 1: Βλέπε μηχανήματα συμπύκνωσης.

Δόση
Ορισμός 1: Η χορηγούμενη ποσότητα ελεγχόμενης ουσίας, εκφράζεται σε βάρος ουσίας (g, mg) ή σε βάρος ουσίας του πειραματόζωου (π.χ. mg/kg) ή σε σταθερές συγκεντρώσεις στο σιτηρέσιο (ppm).

Δοσολογία
Ορισμός 1: Γενικός όρος που περικλείει τη δόση, τη συχνότητα χορήγησης και τη διάρκεια της δόσης.

Δοχείο αερολύματος (Aerosol dispenser)
Ορισμός 1: Κάθε μη επαναγεμιζόμενο δοχείο από μέταλλο, γυαλί ή πλαστικό, το οποίο περιέχει υπό πίεση ένα αέριο ή ένα μείγμα αερίων, με ή χωρίς ένα στερεό, πολτό ή σκόνη και με ενσωματωμένη συσκευή απελευθέρωσης που επιτρέπει την εκτίναξη των περιεχομένων του ως στερεά ή υγρά σωματίδια σε εναιώρηση σε αέριο, ως αφρός, πολτός ή σκόνη ή σε υγρή ή αέρια κατάσταση.

Δυσμενής επίδραση
Ορισμός 1: Κάθε απόκλιση από τη βασική γραμμή, που συνδέεται με την αγωγή και μειώνει την ικανότητα ενός οργανισμού να επιζεί, να αναπαράγεται ή να προσαρμόζεται στο περιβάλλον του.

Δυσμενής επίδραση
Ορισμός 1: Κάθε αλλαγή σε σχέση με το φυσιολογικό επίπεδο, η οποία επέρχεται ως αποτέλεσμα της έκθεσης και η οποία μειώνει την ικανότητα επιβίωσης, αναπαραγωγής ή προσαρμογής στο περιβάλλον ενός οργανισμού. Σε σχέση με την αναπτυξιακή τοξικολογία, λαμβανομένη στην ευρεία της έννοια, ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει κάθε επίδραση η οποία παρεμβαίνει στη φυσιολογική ανάπτυξη του κυήματος, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννηση.

Δυσπλασία ή μείζων ανωμαλία
Ορισμός 1: Ανατομική διαφορά που θεωρείται ως επιζήμια για το ζώο (μπορεί να είναι και θανατηφόρα) και είναι, συνήθως, σπάνια.

Δυστύχημα
Ορισμός 1: Συμβάν που επιφέρει σοβαρό τραυματισμό ή ακρωτηριασμό ή θάνατο ατόμου. (σύμφωνα με την παρ.1 εδ. α ́ του άρθρου 96).  

Ορισμός 2: Σοβαρή βλάβη ή καταστροφή, που επιφέρει μακροχρόνια διακοπή της λειτουργίας ή εκμετάλλευσης ή χρήσης των έργων. (σύμφωνα με την παρ.1 εδ. β ́ του άρθρου 96).