Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 51 - 100, σε σύνολο 707
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Ανάδοχος
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου. Ο ορισμός του αναδόχου εξειδικεύεται για τις ανάγκες του συγκεκριμένου διατάγματος μεταξύ ενός ή περισσοτέρων παραγόντων του έργου κατά περίπτωση ως εξής: α. εργολάβος β. υπεργολάβος γ. μελετητής

Ανάδοχος εργολήπτης
Ορισμός 1: Είναι η εργοληπτική επιχείρηση στην οποία ανατίθεται με σύμβαση η εκτέλεση του έργου.

Ανάδοχος παραχώρησης
Ορισμός 1: Είναι η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις ή ο όμιλος επιχειρήσεων, στους οποίους ανατίθεται με σύμβαση παραχώρησης η εκτέλεση του έργου.

Αναερόβια μετατροπή (αναγωγική)
Ορισμός 1: Αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα απουσία μοριακού οξυγόνου.

Ανάκληση
Ορισμός 1: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή του εξοπλισμού πλοίων που έχει ήδη τοποθετηθεί σε πλοία της ΕΕ ή έχει αγοραστεί για να τοποθετηθεί σε πλοία της ΕΕ.

Ορισμός 2: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή προϊόντος που έχει ήδη καταστεί διαθέσιμο στον τελικό χρήστη.

Αναμεικτήρες σκυροδέματος ή κονιάματος
Ορισμός 1: Το μηχάνημα παρασκευής σκυροδέματος ή κονιάματος, ανεξάρτητα από τη διαδικασία φόρτωσης, ανάμειξης ή κένωσης. Μπορεί να λειτουργεί συνεχώς ή με διακοπές. 

Ανάμιγμα
Ορισμός 1: Είναι η ποσότητα σκυροδέματος που προκύπτει από μια φόρτωση, ανάμιξη και αποφόρτωση του αναμικτήρα. Η ποσότητα αυτή πρέπει να είναι μικρότερη ή το πολύ ίση με εκείνη που επιτρέπουν οι Προδιαγραφές λειτουργίας του αναμικτήρα.

Αναμικτήρας
Ορισμός 1: Μηχάνημα μέσα στο οποίο αναμιγνύονται τα υλικά του σκυροδέματος, ώστε να παραχθεί ομοιόμορφο μίγμα.

Αναμικτήρας βίαιης ανάμιξης
Ορισμός 1: Ακίνητος κάδος με κατακόρυφο ή οριζόντιο άξονα οπλισμένο με πτερύγια, που περιστρέφεται περί τον εαυτό του ή και πλανητικά, ή οριζόντιος σωληνωτός κάδος με ελικοφόρο περιστρεφόμενο άξονα, που αναμιγνύοντας βίαια το μίγμα το ωθεί στην έξοδο (αναμικτήρας συνεχούς ροής).

Αναμικτήρας ελεύθερης πτώσης
Ορισμός 1: Περιστρεφόμενος οριζόντιος η κεκλιμένος κάδος με εσωτερικά πτερύγια τα οποία ανασηκώνουν το μίγμα και το αφήνουν να πέσει δια βαρύτητας.

Αναπνευστική συσκευή
Ορισμός 1: Εξάρτημα το οποίο εξασφαλίζει σ’ αυτόν που τη φέρει, συνεχή παροχή αμόλυντου αέρα μέσω μιας μάσκας προσώπου, κράνους ή αναπνευστήρα στόματος.

Αναπτυξιακή τοξικολογία
Ορισμός 1: Η μελέτη των δυσμενών επιδράσεων στον αναπτυσσόμενο οργανισμό, που μπορεί να προκύψουν από την έκθεση πριν από τη σύλληψη, κατά τη διάρκεια της προγεννητικής ανάπτυξης ή μεταγεννητικώς μέχρι την εποχή της σεξουαλικής ωρίμανσης. Στις σημαντικότερες εκδηλώσεις της τοξικότητας στην ανάπτυξη περιλαμβάνονται 
1. ο θάνατος του οργανισμού 
2. ανατομικές ανωμαλίες 
3. μη φυσιολογική αύξηση του οργανισμού και 
4. λειτουργική ανεπάρκεια. 
Η αναπτυξιακή τοξικολογία αναφερόταν συχνά στο παρελθόν ως τερατολογία.

Αναρτημένα ικριώματα
Ορισμός 1: Κινητά δάπεδα, κλωβοί, κάλαθοι και άλλα παρόμοια μέσα εξ ανθεκτικών υλικών, αναρτώμενα καταλλήλως εις σταθερά σημεία.

Αναρτημένα ικριώματα
Ορισμός 1: Κινητά δάπεδα, κλωβοί, κάλαθοι και άλλα παρόμοια μέσα εξ ανθεκτικών υλικών, αναρτώμενα καταλλήλως εις σταθερά σημεία.

Ανατρεπόμενο όχημα
Ορισμός 1: Το αυτοπροωθούμενο τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο μηχάνημα με ανοικτό αμάξωμα, το οποίο είτε μεταφέρει και απορρίπτει ή διασκορπίζει υλικό. Τα ανατρεπόμενα οχήματα ενδέχεται να είναι εξοπλισμένα με ενσωματωμένη διάταξη αυτοφόρτωσης.

Ανελκυστήρας
Ανελκυστήρας πυροσβεστών
Ορισμός 1: Ειδικά σχεδιασμένος και κατασκευασμένος ανελκυστήρας που χρησιμοποιείται από τους πυροσβέστες σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Ανήλικος
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών το οποίο απασχολείται με οποιαδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας ή με σύμβαση έργου ή με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή αυτοαπασχολείται, πλην των απασχολουμένων με σχέση ναυτικής εργασίας στον ναυτιλιακό και τον αλιευτικό τομέα. (βλέπε νέος).

Ανθεκτικότητα
Ορισμός 1: Η ικανότητα ενός συστήματος ή μιας κοινωνίας, εν δυνάμει εκτεθειμένης σε πιθανούς κινδύνους, να αντιστέκεται ή να προσαρμόζεται, με στόχο να διατηρήσει ένα αποδεκτό επίπεδο λειτουργίας και συνοχής.

Ανθιστάμενο σε πυρκαγιά
Ορισμός 1: Το υλικό που εκ της κατασκευής του ανθίσταται στο πέρασμα της φλόγας από μια άκρη στην άλλη εντός χρονικής περιόδου τουλάχιστον είκοσι λεπτών.

Ανθρωπογενείς εκπομπές
Ορισμός 1: Οι ατμοσφαιρικές εκπομπές ρύπων που συνδέονται με ανθρώπινες δραστηριότητες.

Ανοικτό δοχείο
Ορισμός 1: Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία η εφαρμογή μιας μικρής φλόγας προκαλεί στο πετρελαιοειδές ανάφλεξη όταν θερμαίνεται υπό καθορισμένες συνθήκες σε ένα ανοικτό δοχείο. Σχετικές π.χ. οι μέθοδοι ΙΡ 35 και 36).

Ανοικτό εμπορευματοκιβώτιο(Open container)
Ορισμός 1: Είναι ένα εμπορευματοκιβώτιο ανοιχτής οροφής ή εμπορευματοκιβώτιο με βάση εξέδρα.

Ανοικτό όχημα (open vehicle)
Ορισμός 1: Όχημα του οποίου η εξέδρα δεν έχει υπερκατασκευή ή έχει απλώς πλευρικά και οπίσθια σανιδώματα.

Ανοργανοποίηση
Ορισμός 1: Η πλήρης αποικοδόμηση μιας οργανικής ενώσεως σε CO2, H2O υπό αερόβιες συνθήκες και CH4, CO2 και H2O υπό αναερόβιες συνθήκες. Στην παρούσα μέθοδο δοκιμής, όταν χρησιμοποιείται επισημασμένη με 14C ένωση, ανοργανοποίηση σημαίνει εκτεταμένη αποικοδόμηση κατά την οποία επισημασμένο άτομο άνθρακα οξειδώνεται με απελευθέρωση αντίστοιχης ποσότητας 14C.

Ανταλλακτικό
Ορισμός 1: Χωριστό μέρος ενός ΗΗΕ, το οποίο μπορεί να αντικαταστήσει ένα μέρος ενός ΗΗΕ. Ο ΗΗΕ δεν μπορεί να λειτουργήσει σύμφωνα με τον προορισμό του χωρίς αυτό το μέρος του ΗΗΕ. Η λειτουργικότητα του ΗΗΕ αποκαθίσταται ή βελτιώνεται όταν το μέρος αντικαθίσταται με ένα ανταλλακτικό.

Αντίδραση στη φωτιά (πυραντίδραση)
Ορισμός 1: Συμπεριφορά δοκιμίου όταν εκτίθεται σε φωτιά σε καθορισμένες συνθήκες σε μια δοκιμή φωτιάς.

Αντιμετώπιση
Ορισμός 1: Περιλαμβάνει τις δράσεις, κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την καταστροφή, για την προστασία της ζωής και της υγείας των ανθρώπων, για την αντιμετώπιση άμεσων αναγκών διαβίωσής τους και για τη διασφάλιση παροχής αρωγής και υποστήριξης για τον μετριασμό των επιπτώσεων της καταστροφής.

Αντιπροσωπευτικό Δείγμα Δοκιμής
Ορισμός 1: Ένα δείγμα επαρκούς ποσότητας με σκοπό τη δοκιμή των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων του φορτίου ώστε να ανταποκρίνεται στις καθορισμένες απαιτήσεις.

Αντίσταση στη δίοδο της θερμότητας (πυρομόνωση)
Ορισμός 1: Η ικανότητά ενός δομικού στοιχείου, όταν εκτίθεται σε φωτιά στη μία πλευρά, να περιορίζει την άνοδο της θερμοκρασίας στη μη εκτεθειμένη πλευρά για καθορισμένο χρονικό διάστημα, σε τυπική δοκιμή αντίδρασης σε φωτιά.

Αντλησιμότητα
Ορισμός 1: Είναι η ικανότητα του νωπού σκυροδέματος να μεταφέρεται μέσα από σωλήνες, ωθούμενο με κατάλληλη πίεση, χωρίς να χάνει την ομοιογένεια και την εργασιμότητα του.

Ανυψωτικά μέσα
Ανυψωτικά μηχανήματα και μηχανήματα διακινήσεως φορτίων
Ορισμός 1: Όλα τα ανυψωτικά μηχανήματα ή μηχανήματα διακινήσεως φορτίων, τα οποία κινούνται με ηλεκτρική, υδραυλική ή με κάθε άλλου είδους μηχανική κίνηση, όπως ανελκυστήρες, ανελκυστήρες και αναβατόρια υλικών εργοταξίου, ανελκυστήρες φορτίων, γερανοί, μεταφορικές ταινίες και αυτοκίνητα βιομηχανικά οχήματα.

Ανυψωτικό όχημα, με κινητήρα εσωτερική καύσης, αντισταθμιζόμενο
Ορισμός 1: Τροχοφόρο ανυψωτικό όχημα με κινητήρα εσωτερικής καύσης, με αντίβαρο και εξοπλισμό ανύψωσης (ιστός, τηλεσκοπικός βραχίονας ή αρθρωτός βραχίονας). Πρόκειται για:
-  οχήματα ανωμάλου εδάφους (τροχοφόρα αντισταθμιζόμενα οχήματα που προορίζονται πρωτευόντως για λειτουργία σε μη βελτιωμένο φυσικό έδαφος και αναμοχλευμένο έδαφος, π.χ. εργοταξίων),
- λοιπά τροχοφόρα αντισταθμιζόμενα οχήματα. Εξαιρούνται τροχοφόρα αντισταθμιζόμενα οχήματα ειδικά κατασκευασμένα για τη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων.

Ανώτατη οριακή τιμή έκθεσης σε καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο παράγοντα
Ορισμός 1: Η τιμή την οποία δεν επιτρέπεται να ξεπερνά η μέση χρονικά σταθμισμένη έκθεση του εργαζόμενου στον καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο παράγοντα, μετρημένη στον αέρα της ζώνης αναπνοής του, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε δεκαπεντάλεπτης περιόδου μέσα στο χρόνο εργασίας του, έστω και αν τηρείται η οριακή τιμή έκθεσης.

Ανώτατο όριο ανάφλεξης
Ορισμός 1: Σχετική παράγραφος 1.2.3. (γ) (δηλ. όπου η αναλογία των αερίων στο μίγμα είναι κάτω του 1% του όγκου το μίγμα δεν αναφλέγεται και καλείται πολύ φτωχό προς ανάφλεξη ή κάτω του κατωτέρου ορίου ανάφλεξης. Όταν η αναλογία των αερίων στο μίγμα είναι πάνω από 8% του όγκου, το μίγμα πάλι δεν αναφλέγεται αλλά καλείται πολύ πλούσιο προς ανάφλεξη ή πάνω από το ανώτερο όριο ανάφλεξης).

Αξιολόγηση από ομότιμους
Ορισμός 1: Διαδικασία αξιολόγησης ενός εθνικού οργανισμού διαπίστευσης από άλλους οργανισμούς διαπίστευσης με βάση τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 765/2008 και, όπου είναι εφαρμοστέο, με βάση πρόσθετες τομεακές τεχνικές προδιαγραφές.

Αξιολόγηση της συμμόρφωσης
Ορισμός 1: Η διαδικασία που διεξάγεται από τους κοινοποιημένους οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 15, με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον ο εξοπλισμός πλοίων πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση.

Ορισμός 2: Η διεργασία αξιολόγησης με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον πληρούνται οι ουσιώδεις απαιτήσεις ασφάλειας της παρούσας οδηγίας που αφορούν ένα εκρηκτικό.

Ορισμός 3: Η διαδικασία με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον πληρούνται οι ειδικές απαιτήσεις που αφορούν προϊόν, διαδικασία, υπηρεσία, σύστημα, πρόσωπο ή φορέα.

Ορισμός 4: Η διαδικασία με την οποία καταδεικνύεται κατά πόσον πληρούνται οι σχετικές με τον ΗΗΕ απαιτήσεις του παρόντος.

Αξιοπιστία υποκατάστατου
Ορισμός 1: Η πιθανότητα ότι ένας ΗΗΕ που χρησιμοποιεί ένα υποκατάστατο θα επιτελέσει μια απαιτούμενη λειτουργία χωρίς αστοχία υπό δεδομένες συνθήκες και για δεδομένη χρονική περίοδο.

Απαγορευτικό σήμα
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που απαγορεύει κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά που μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο.

Απαεριωμένο
Ορισμός 1: Δεξαμενή, δοχείο ή περιοχή θεωρείται ότι είναι απαεριωμένη όταν η συγκέντρωση εύφλεκτου και τοξικού αερίου, που τυχόν περιέχει, είναι εντός των καθορισμένων ορίων ασφαλείας για την είσοδο ατόμων.

Απαερίωση
Ορισμός 1: Η εργασία απομάκρυνσης εύφλεκτων ή τοξικών αερίων από μια δεξαμενή, δοχείο ή περιοχή.

Απαιτούμενη αντοχή σχεδιασμού παραγωγής σκυροδέματος σε θλίψη, fασ
Ορισμός 1: Είναι η τιμή της μέσης αντοχής, για την οποία το σκυρόδεμα του έργου έχει μια ορισμένη πιθανότητα αποδοχής, όταν εξετάζεται με τα Κριτήρια συμμόρφωσης του Κανονισμού αυτού. Οι αναλογίες υλικών της μελέτης σύνθεσης πρέπει να εξασφαλίζουν μέση αντοχή τουλάχιστον ίση με την απαιτούμενη αντοχή σχεδιασμού παραγωγής fασ.

Απασχόληση
Ορισμός 1: Η άσκηση δραστηριοτήτων που καλύπτουν οποιαδήποτε μορφή εργασίας ρυθμιζόμενη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή σύμφωνα με καθιερωμένες πρακτικές για λογαριασμό ή υπό τη διεύθυνση ή/και την εποπτεία εργοδότη.

Απόβλητα
Ορισμός 1: Τα στερεά χύδην φορτία που περιέχουν ή είναι μολυσμένα με ένα ή περισσότερα συστατικά που υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και ισχύουν για τα φορτία των τάξεων 4.1, 4.2, 4.3, 5.1, 6.1, 8 ή 9 για τα οποία δεν προβλέπεται άμεση χρήση αλλά μεταφέρονται για εκφόρτωση, αποτέφρωση ή άλλες μεθόδους διάθεσης.

Απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ή «ΑΗΗΕ»
Ορισμός 1: Ο ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός που θεωρείται απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχεία (α) της Υ.Α. Η.Π. 50910/2727/2003 (ΦΕΚ 1909/Β`/22.12.2003) σε συνδυασμό με την §4 του άρθρου 2 του Ν. 2939/2001 (ΦΕΚ 179/Α`/6.8.2001)  συμπεριλαμβανομένων όλων των κατασκευαστικών στοιχείων, των συναρμολογημένων μερών και των αναλωσίμων, που συνιστούν τμήμα του προϊόντος κατά τον χρόνο απόρριψής του.

Αποδοχές πολίτη τρίτης χώρας που διαμένει παράνομα
Ορισμός 1: Το ημερομίσθιο ή ο μισθός ή οποιοδήποτε άλλο αντάλλαγμα, σε μετρητά ή σε είδος, που λαμβάνει ο εργαζόμενος άμεσα ή έμμεσα, σε σχέση με την απασχόλησή του, από τον εργοδότη του, που ισοδυναμεί με τις απολαβές εργαζομένων παρόμοιου επιπέδου οι οποίοι εργάζονται με σχέση νόμιμης απασχόλησης.

Αποκλειστική χρήση (Exclusive use)
Ορισμός 1: Η μοναδική χρήση από έναν αποστολέα ενός μεταφορικού μέσου ή μεγάλου εμπορευματοκιβωτίου με το οποίο η αρχική, ενδιάμεση και τελική φόρτωση και εκφόρτωση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες του αποστολέα ή παραλήπτη.

Απολύμανση
Ορισμός 1: Όλες οι εργασίες οι οποίες επιτρέπουν σε συσκευές, αντικείμενα, υλικά ή υγρά που έχουν μολυνθεί από PCB να χρησιμοποιηθούν εκ νέου, να ανακυκλωθούν ή να διατεθούν υπό συνθήκες ασφαλείας, και οι οποίες ενδέχεται να περιλαμβάνουν την αντικατάσταση, ήτοι τις εργασίες δια των οποίων τα PCB αντικαθίστανται από κατάλληλα υγρά που δεν περιέχουν PCB.

Απολύμανση
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία επιτυγχάνεται η αδρανοποίηση ή καταστροφή των παθογόνων μικροοργανισμών αλλά όχι των ανθεκτικών τους μορφών (π.χ. σπόροι) με χημικές ουσίες (π.χ. αλκοόλη) ή φυσικές μεθόδους (π.χ. θερμοκρασία) σε αντικείμενα, εργαλεία και επιφάνειες.