Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 101 - 150, σε σύνολο 707
| A | D | E | G | I | J | L | N | P | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Ί | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Απόμιξη
Ορισμός 1: Είναι ο διαχωρισμός των χονδρόκοκκων από τα λεπτόκκοκα συστατικά του νωπού σκυροδέματος.

Απόσταση ασφαλείας
Ορισμός 1: Η ελάχιστη απόσταση που απαιτείται, μεταξύ των επικίνδυνων στοιχείων του Σταθμού, για την αποφυγή ατυχημάτων.

Απόσυρση
Ορισμός 1: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά του εξοπλισμού πλοίων που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Ορισμός 2: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά ενός προϊόντος της αλυσίδας εφοδιασμού.

Ορισμός 3: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην αποτροπή της διαθεσιμότητας στην αγορά ενός εκρηκτικού που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Ορισμός 4: Η διάθεση για πρώτη φορά, μέσα στην Κοινότητα, επ' ανταλλάγματι ή δωρεάν, μηχανήματος ή ημιτελούς μηχανήματος για διανομή ή χρήση.

Ορισμός 5: Κάθε μέτρο που αποσκοπεί να αποτρέψει την κυκλοφορία στην αγορά προϊόντος από την αλυσίδα εφοδιασμού.

Αποτύπωμα
Ορισμός 1: Η αποτύπωση με οποιοδήποτε τεχνικό τρόπο στοιχείων χαραγμένων επί του πλαισίου ή του κινητήρα (στάμπο, φωτογραφία κ.λπ).

Απροστάτευτη όδευση διαφυγής
Ορισμός 1: Το πρώτο τμήμα μιας όδευσης διαφυγής, που περιβάλλεται από δομικά στοιχεία χωρίς ειδικές απαιτήσεις πυραντίστασης και καταλήγει σε έξοδο κινδύνου.

Αριθμός εργαζομένων που θίγονται
Ορισμός 1: Ο αριθμός των εργαζομένων που αφορά η διαπιστωθείσα παράβαση στον ελεγχόμενο τόπο εργασίας (έδρα, υποκατάστημα, παράρτημα κτλ).  

Αριθμός εργαζομένων
Ορισμός 1: Το σύνολο των εργαζομένων σε όλα τα παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις της κύριας επιχείρησης.

Ορισμός 2: Νοείται αποκλειστικά ο αριθμός  όσων  απασχολούνται  με  σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μόνο στον ελεγχόμενο τόπο εργασίας (έδρα, υποκατάστημα, παράρτημα, κτλ), στοιχείο που καθορίζει το μέγεθος της επιχείρησης.

Αρμόδια αρχή
Ορισμός 1: Το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ [Γενική Δ/νση Περιβάλλοντος (Δ/νση Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης και Θορύβου (ΕΑΡΘ)] και Γενική Γραμματεία Δημ. Έργων (Υπηρεσία Μηχανημάτων Έργων)] και το Υπουργείο Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας - 3η Κλαδική Δ/νση Βιομηχανικής Πολιτικής και Γενική Γραμματεία Καταναλωτή).

Αρμόδια επιθεώρηση εργασίας
Ορισμός 1: Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) κατά το άρθρο 69 §1 του παρόντος (δηλ. ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων του κώδικα αυτού και των πράξεων που εκδίδονται σε εκτέλεση του ανατίθενται στα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης) και για τον κλάδο των μεταλλείων - λατομείων - ορυχείων οι αρμόδιες για τον κλάδο αυτό υπηρεσίες ελέγχου.

Αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας
Ορισμός 1: Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σε θέματα τεχνικής και υγειονομικής επιθεώρησης εργασίας μέχρι 30-6-1999 και στη συνέχεια οι αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 8 §8 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205/Α`/2.9.1998)  jsp  «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις».

Αρμόδιο πρόσωπο (ή άτομο)
Ορισμός 1: Το πρόσωπο που είναι κατάλληλο για μια ειδική εργασία, για ειδικό τύπο εργοταξίου ή εξοπλισμού που έχει πείρα ανάλογο με το αντικείμενο της εργασίας, που το καθιστά ικανό για την εκτελούμενη εργασία, και το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί κατάλληλα για να αναλάβει την εργασία αυτή.

Αρμόδιο πρόσωπο επίβλεψης των εργασιών διαχείρισης αμιάντου
Ορισμός 1: Όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 4 (Προσωπικό των Ε.Α.Κ.), παρ. 5 (Ο τεχνικός υπεύθυνος της Ε.Α.Κ., ο τεχνικός ασφάλειας και ο ιατρός εργασίας σε κάθε έργο, τα αρμόδια πρόσωπα επίβλεψης των εργασιών σε κάθε χώρο εργασίας και οι εργαζόμενοι που εκτελούν τις εργασίες διαχείρισης αμιάντου πρέπει, πριν την ανάληψη των καθηκόντων τους, να έχουν εκπαιδευτεί καταλλήλως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης.) της παρούσας απόφασης.

Αρμοκόφτης
Ορισμός 1: Κινητό μηχάνημα που προορίζεται για τη δημιουργία αρμών σε σκυρόδεμα, άσφαλτο και παρόμοιες επιφάνειες οδοστρωμάτων. Το κοπτικό εργαλείο είναι δίσκος περιστρεφόμενος με υψηλή ταχύτητα. Η προς τα εμπρός κίνηση του κοπτικού αρμών είναι:
- χειροκίνητη, ή 
- χειροκίνητη με μηχανική βοήθεια, ή 
- μηχανοκίνητη.
(βλέπε επίσης κοπτικό αρμών).

Άρνηση εύλογων προσαρμογών
Ορισμός 1: Για τα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση νοείται ως διάκριση.

Αρχή εποπτείας αγοράς
Ορισμός 1: Η αρχή ή οι αρχές κάθε κράτους μέλους που είναι αρμόδιες για την πραγματοποίηση της εποπτείας αγοράς στην επικράτεια του.

Αρχικές δοκιμές (αρχικοί έλεγχοι)
Ορισμός 1: Είναι οι δοκιμές που γίνονται πριν την έναρξη της παραγωγής οποιουδήποτε τύπου σκυροδέματος. Περιλαμβάνουν την παρασκευή δοκιμαστικών αναμιγμάτων, σκοπός των οποίων είναι να διαπιστωθεί ότι το παραγόμενο σκυρόδεμα συμμορφώνεται προς όλες τις απαιτήσεις της προδιαγραφής του σκυροδέματος. Ο αριθμός αναμιγμάτων, η διαδικασία και τα κριτήρια ελέγχου αναφέρονται στα Κεφάλαια Β5.4 και Β6.4 για το εργοστασιακό και εργοταξιακό σκυρόδεμα αντίστοιχα.

Ασφαλισμένοι
Ορισμός 1: Τα πρόσωπα που υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής ή από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος ή αυτοαπασχόληση ή την άσκηση αγροτικού επαγγέλματος.

Άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ)
Ορισμός 1: Τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ιδίως θεσμικά, περιβαλλοντικά ή εμπόδια κοινωνικής συμπεριφοράς, δύναται να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους.

Ατύχημα σε κάθε έργο
Ορισμός 1: Κάθε τραυματισμός ανθρώπου που προέρχεται, από όποια αιτία στη διάρκεια της εργασίας ή λόγω της λειτουργίας του έργου ή γενικότερα λόγω της μεταλλευτικής ή λατομικής δραστηριότητας, ακόμα και μετά τη διακοπή της λειτουργίας του έργου και μέχρι τη λήψη των μέτρων του άρθρου 86 (Γενικά μέτρα για την ασφάλεια της επιφάνειας) παρ. 7 εδ. α ́(Η ευθύνη του εκμεταλλευτή για την ασφάλεια της επιφάνειας, συνεχίζεται και μετά το τέλος του έργου, μέχρι τη συμμόρφωση με τα μέτρα που θα καθορίσει η αρμόδια Επιθεώρηση Μεταλλείων.).

Ορισμός 2: Κάθε βλάβη ή καταστροφή μέρους του έργου ή γειτονικού έργου που ανήκει σε άλλον εκμεταλλευτή, που οφείλεται στις αιτίες που αναφέρονται στο παραπάνω εδάφιο και επιφέρει προσωρινή διακοπή λειτουργίας ή εκμετάλλευσης ή χρήσης τους.

Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση
Ορισμός 1: Η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, που πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση, με αφορμή την επέλευση συγκεκριμένου αιφνίδιου γεγονότος, κοινωνικής σημασίας.

Αυτοαπασχολούμενος
Ορισμός 1: Κάθε άτομο, εκτός εργοδοτών και εργαζομένων όπως αυτοί ορίζονται στο άρθ.2 (§4 & 5) (βλέπε εκπρόσωπος των εργαζομένων και τόπος εργασίας) του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11/Α`/18.1.1996), το οποίο με την επαγγελματική του δραστηριότητα συμβάλλει στην εκτέλεση του έργου.

Αυτοαπασχολούμενος οδηγός
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο, η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του οποίου συνίσταται στην εκτέλεση, επ' αμοιβή, οδικών μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων, κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, βάσει κοινοτικής αδείας ή άλλης επαγγελματικής αδείας για την πραγματοποίηση των μεταφορών αυτών, το οποίο έχει την ελευθερία να εργάζεται αυτόνομα και δεν συνδέεται με εργοδότη με σύμβαση εργασίας ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή ιεραρχικής εργασιακής σχέσης, το οποίο είναι ελεύθερο να οργανώνει τις σχετικές δραστηριότητες, του οποίου το εισόδημα εξαρτάται άμεσα από τα πραγματοποιούμενα κέρδη και το οποίο έχει την ελευθερία, ατομικά ή μέσω συνεργασίας με άλλους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς, να έχει εμπορικές σχέσεις με διάφορους πελάτες.

Αυτοκίνητο αναδευτήρας
Ορισμός 1: Αυτοκίνητο το οποίο φέρει κεκλιμένο αναδευτήρα ελεύθερης πτώσης, ο οποίος μπορεί να εκτελεί 26 στροφές/λεπτό ή και περισσότερες, και διατηρεί την ομοιομορφία του σκυροδέματος κατά την διάρκεια μεταφοράς.

Αυτοκίνητο μεταφοράς χωρίς ανάδευση
Ορισμός 1: Φορτηγό αυτοκίνητο το κιβώτιό του οποίου πρέπει να είναι επενδεδυμένο με μη απορροφητικό υλικό, π.χ. λαμαρίνα, να μην επιτρέπει τη διαφυγή νερού ή κονίας, να διαθέτει θυρίδα ελεγχόμενης εκφόρτωσης και να μπορεί να καλυφθεί για την προστασία του σκυροδέματος από ξένα υλικά.

Αυτοκινούμενος αναμεικτήρας
Ορισμός 1: Όχημα εξοπλισμένο με τύμπανο για τη μεταφορά ετοίμου σκυροδέματος από το εργοστάσιο ανάμειξης σκυροδέματος στο εργοτάξιο. Το τύμπανο μπορεί να περιστρέφεται όταν το όχημα κινείται ή όταν ευρίσκεται σε στάση. Το τύμπανο εκκενώνεται στο εργοτάξιο με περιστροφή του. Το τύμπανο κινείται είτε από τον κινητήρα του οχήματος ή από ιδιαίτερο κινητήρα.

Αυτοκλειόμενο κούφωμα
Ορισμός 1: Κούφωμα το οποίο είναι εξοπλισμένο με κατάλληλο μηχανισμό επαναφοράς του στην κλειστή θέση.

Αυτοπιστοποίηση ΕΟΚ
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα πιστοποιεί υπεύθυνα ότι κάποιο υλικό πληροί τις εναρμονισμένες προδιαγραφές της παρούσας απόφασης και των σχετικών ειδικών αποφάσεων.

Αυτοσυμπυκνούμενο σκυρόδεμα
Ορισμός 1: Είναι σκυρόδεμα πολύ μεγάλης ρευστότητας που αυτοσυμπυκνώνεται και αυτοεπιπεδώνεται χωρίς μηχανικά μέσα, με τη βοήθεια του ίδιου βάρους του.

Αυτοτελώς απασχολούμενοι
Ορισμός 1: Τα   πρόσωπα   που   ασκούν ανεξάρτητο επάγγελμα για το οποίο υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΑ.

Βαθμίδα επαγγελματικών προσόντων
Ορισμός 1: Διαβάθμιση επαγγελματικών προσόντων εντός μιας κατηγορίας ή ειδικότητας.

Βαθμίδα επαγγελματικών προσόντων
Ορισμός 1: Διαβάθμιση επαγγελματικών προσόντων εντός μιας κατηγορίας ή ειδικότητας.

Βαρέλι πίεσης (Pressure drum)
Ορισμός 1: Ένα συγκολλημένο, μεταφερόμενο δοχείο πιέσεων με χωρητικότητα άνω των 150 λίτρων και όχι παραπάνω από 1000 λίτρα (π.χ κυλινδρικά δοχεία εφοδιασμένα με τσέρκια (στεφάνες) σπειροειδείς, δοχεία σε πέλματα και δοχεία σε πλαίσια).

Βαρέλια (Drums)
Ορισμός 1: Επίπεδων άκρων ή κυρτών άκρων κυλινδρικές συσκευασίες κατασκευασμένες από μέταλλο, ίνα, πλαστικό, κόντρα πλακέ ή άλλα κατάλληλα υλικά. Αυτός ο ορισμός επίσης περιλαμβάνει συσκευασίες άλλων σχημάτων, π.χ. κυλινδρικές συσκευασίες με κωνικό λαιμό, ή συσκευασίες σε μορφή κάδου. Ξύλινα βαρέλια και μπιτόνια δεν καλύπτονται από αυτόν τον ορισμό.

Βαρούλκο δομικών κατασκευών
Ορισμός 1: Η προσωρινώς εγκαθιστώμενη ανυψωτική διάταξη με κινητήρα που είναι εξοπλισμένη με διατάξεις ανύψωσης και καταβίβασης ανηρτημένου φορτίου.

Βαρύ πετρέλαιο (Μαζούτ, Fuel oil)
Ορισμός 1: Πετρελαιοειδές κατηγορίας ΙΙΙ, βαρέα αποστάγματα κατάλοιπα απόστασης ή μιγμάτων αυτών, χρησιμοποιούμενα σαν καύσιμο για την παραγωγή θερμότητας ή ισχύος.

Βασικές απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας
Ορισμός 1: Υποχρεωτικές διατάξεις που σχετίζονται με τον σχεδιασμό και την κατασκευή των προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν, προκειμένου να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων και, όπου ενδείκνυται, των κατοικίδιων ζώων και η προστασία των αγαθών και, κατά περίπτωση, του περιβάλλοντος.

Βασικοί όροι εργασίας και απασχόλησης
Ορισμός 1: Οι όροι εργασίας και απασχόλησης που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση και αφορούν ιδίως:
i) στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και στις αργίες,
ii) στις αποδοχές.

Βεβαίωση επαγγελματικής κατάρτισης
Ορισμός 1: Η  βεβαίωση του άρθρου 25 παρ. 5 του Ν. 4186/2013   , όπως αντικαταστάθηκε από την περ.8 της παρ.1 του άρθρου 11 του Ν. 4229/2014    (Α ́ 8), που λαμβάνουν οι απόφοιτοι προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης.

Βεβαίωση καταλληλότητας
Ορισμός 1: Η διαδικασία με την οποία η αρμόδια Αρχή πιστοποιεί ότι ένας τύπος μηχανήματος έργων που δεν υπάγεται σε διαδικασία έγκρισης τύπου, τηρεί τις σχετικές διοικητικές διατάξεις και τεχνικές απαιτήσεις προκειμένου να εκδοθεί δελτίο ταξινόμησης και να χορηγηθεί άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας για τον σκοπό ταυτοποίησης του μηχανήματος. Η βεβαίωση καταλληλότητας δεν είναι προσωποπαγής.

Βενζίνη
Ορισμός 1: Διυλισμένο πετρελαιοειδές Κατηγορίας Ι, κατάλληλο για τη χρήση σαν καύσιμο μηχανών ανάφλεξης με σπινθήρα.

Βία στην εργασία
Ορισμός 1: Επιθετική συμπεριφορά, σωματική, ψυχολογική ή λεκτική βία λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, εντός εργασιακού χώρου, κατά τη διάρκεια και εξ αφορμής της εργασίας.

Βιολογική /Τεχνική ονομασία (Biological/ technical name)
Ορισμός 1: Κάθε ονομασία που χρησιμοποιείται επί του παρόντος σε επιστημονικά και τεχνικά εγχειρίδια, περιοδικά και κείμενα. Εμπορικές ονομασίες δεν θα χρησιμοποιούνται γι αυτό το σκοπό.

Βιολογικοί παράγοντες
Ορισμός 1: Οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλλιέργειες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν οποιαδήποτε μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα.

Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 1
Ορισμός 1: Ο βιολογικός παράγοντας που είναι απίθανο να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο.

Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 2
Ορισμός 1: Ο παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο και θα μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τους εργαζόμενους, ενώ δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εξαπλωθεί στο κοινωνικό σύνολο. Γενικώς υπάρχει αποτελεσματική προληπτική ή θεραπευτική αγωγή.

Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 3
Ορισμός 1: Ο παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο και συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζόμενους. Ενδέχεται να υπάρχει κίνδυνος να διαδοθεί στο κοινωνικό σύνολο, αλλά, γενικώς υπάρχει αποτελεσματική προληπτική ή θεραπευτική αγωγή.

Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 4
Ορισμός 1: Ο παράγοντας που προκαλεί σοβαρή ασθένεια στον άνθρωπο και συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζόμενους, ενδέχεται να παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο διάδοσης στο κοινωνικό σύνολο και για τον οποίο συνήθως δεν υπάρχει αποτελεσματική προληπτική ή θεραπευτική αγωγή.

Βιομηχανικά όργανα παρακολούθησης και ελέγχου
Ορισμός 1: Τα  όργανα  παρακολούθησης  και ελέγχου  που  έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για βιομηχανική ή επαγγελματική χρήση.

Βοηθητικές εργασίες με αμίαντο
Ορισμός 1: Οι εργασίες οι οποίες αφενός συνδέονται με τις εργασίες διαχείρισης αμιάντου και αφετέρου εκτιμάται ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσής τους οι εργαζόμενοι δύναται να εκτεθούν  σε  σκόνη  αμιάντου  ή  αμιαντούχων  υλικών  [συναρμολόγηση  και  αποσυναρμολόγηση  σταθερών ικριωμάτων, συντήρηση αντλιών τύπου NPU (Negative Pressure Unit) στο χώρο εκτέλεσης εργασιών διαχείρισης αμιάντου, καθαρισμός του χώρου εργασίας και του εξοπλισμού εργασίας, εργασίες αποκλεισμού της περιοχής που θα εκτελεστούν οι εργασίες διαχείρισης αμιάντου, συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση μονάδας απορρύπανσης και σύνδεση/αποσύνδεση αυτής με την αποκλεισμένη περιοχή διαχείρισης αμιάντου.

Βραχεία αποκατάσταση
Ορισμός 1: Περιλαμβάνει δράσεις μετά από μία καταστροφή με στόχο την αποκατάσταση ή τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης κατά τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά την εκδήλωσή της.