Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 401 - 450, σε σύνολο 511
| E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Προσβασιμότητα
Ορισμός 1: Το χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος, που επιτρέπει σε όλα τα άτομα - χωρίς διακρίσεις φύλου, ηλικίας και λοιπών χαρακτηριστικών, όπως σωματική διάπλαση, δύναμη, αντίληψη, εθνικότητα - να έχουν πρόσβαση σε αυτό, δηλαδή να μπορούν αυτόνομα, με ασφάλεια και με άνεση να προσεγγίσουν και να χρησιμοποιήσουν τις υποδομές, αλλά και τις υπηρεσίες (συμβατικές και ηλεκτρονικές) και τα αγαθά που διατίθενται στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η προσβασιμότητα στο δομημένο περιβάλλον εξασφαλίζεται μέσω του προσβάσιμου σχεδιασμού, δηλαδή μια διαδικασία σχεδιασμού κατά την οποία οι ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες εξετάζονται ειδικά, με στόχο τα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις υποδομές ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κατά το δυνατόν, αυτόνομα από άτομα με διάφορες αναπηρίες.

Πρόσθετη πινακίδα
Ορισμός 1: Κάθε πινακίδα που χρησιμοποιείται μαζί με μια από τις πινακίδες που αναφέρονται στη §ζ (Πινακίδα) και η οποία παρέχει συμπληρωματικές ενδείξεις.

Προσωρινό εργοτάξιο
Ορισμός 1: Βλέπε εργοτάξιο

Πρότυπα δοκιμών
Ορισμός 1: Τα πρότυπα δοκιμών για τον εξοπλισμό πλοίων που ορίζονται από: — τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ), — τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO), — τη Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC), — την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), — την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (Cenelec), — τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU), — το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών (ETSI), — την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 και το άρθρο 27 παράγραφος 6 της παρούσας απόφασης, — τις ρυθμιστικές αρχές που αναγνωρίζονται στις συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης, στις οποίες η Ένωση είναι μέρος.

Πρότυπο
Ορισμός 1: Η τεχνική προδιαγραφή που έχει εγκριθεί από αναγνωρισμένο φορέα τυποποίησης, για επανειλημμένη ή διαρκή εφαρμογή, των οποίων η τήρηση δεν είναι υποχρεωτική και οι οποίες υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες: διεθνές πρότυπο, ευρωπαϊκό πρότυπο, εναρμονισμένο πρότυπο, εθνικό πρότυπο.

Προφορική ανακοίνωση
Ορισμός 1: Κάθε προκαθορισμένο προφορικό μήνυμα, με χρήση ανθρώπινης ή συνθετικής φωνής.

Προωθητής
Πυκνότητα πυροθερμικού φορτίου
Ορισμός 1: Είναι το πυροθερμικό φορτίο ανά μονάδα επιφάνειας και μετριέται σε kJ ανά τετραγωνικό μέτρο (kJ/m2).

Πυραντίσταση (αντίσταση στη φωτιά)
Ορισμός 1: Η ικανότητα μιας κατασκευής ή ενός δομικού στοιχείου ν’ αντιστέκεται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, που ονομάζεται δείκτης πυραντίστασης, στα θερμικά αποτελέσματα μιας φωτιάς, χωρίς απώλεια της ευστάθειας, της ακεραιότητας και της αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας.

Πυράντοχο κούφωμα
Ορισμός 1: Αυτοκλειόμενο κούφωμα, που δοκιμαζόμενο μαζί με τις διατάξεις στήριξής του και τα απαραίτητα εξαρτήματα λειτουργίας του, σε δοκιμασία ακεραιότητας και αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας παρουσιάζει έναν δείκτη πυραντίστασης. Δύναται να διαθέτει μηχανισμό συγκράτησης θυρών, υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς τα θυρόφυλλα αποδεσμεύονται αυτομάτως με εντολή των αυτόματων συστημάτων πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης.

Πυργογερανός
Πυροδιαμέρισμα
Ορισμός 1: Είναι το τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο το κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθορισμένο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης.

Πυροδιαμέρισμα
Ορισμός 1: Τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθοριζόμενο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης. Το εμβαδόν και ο όγκος του πυροδιαμερίσματος υπολογίζονται από τις εσωτερικές διαστάσεις του.

Πυροθερμικό φορτίο
Ορισμός 1: Το ποσό της θερμότητας που εκλύεται από την καύση όλων των υλικών που περιέχονται σε κάποιο χώρο. Η έννοια του φορτίου στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε ενέργεια και μετριέται σε kJ.

Πυρομαχικά
Ορισμός 1: Βλήματα με ή χωρίς ωστικό φορτίο και άσφαιρα πυρομαχικά που χρησιμοποιούνται σε φορητά όπλα, άλλα όπλα και πυροβόλα.

Πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής
Ορισμός 1: Είναι το τμήμα της όδευσης (όπως κλιμακοστάσιο, διάδρομος, προθάλαμος) που περικλείεται από πυράντοχα δομικά στοιχεία με προκαθορισμένο δείκτη πυραντίστασης.

Πυροφραγμός
Ορισμός 1: Διαχωριστικό στοιχείο από άκαυστα ή χαμηλού βαθμού αναφλεξιμότητας υλικά, που αποκόπτει οικοδομικό διάκενο ή σωλήνα ή γεμίζει αρμούς και χάσματα δομικών στοιχείων, ώστε να εμποδίζεται η διέλευση καπνού και φλογών μέσα απ’ αυτά.

Σεξουαλική παρενόχληση
Ορισμός 1: Οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Διατάξεις που προβλέπουν κυρώσεις για την επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς εφαρμόζονται ως ισχύουν.

Σήμα δια χειρονομιών
Ορισμός 1: Κίνηση ή/και θέση των βραχιόνων ή/και των χεριών σύμφωνα με κωδική μορφή για την καθοδήγηση ατόμων που εκτελούν χειρισμούς οι οποίοι ενέχουν υπαρκτό ή πιθανό κίνδυνο για τους εργαζομένους.

Σήμα διάσωσης ή βοήθειας
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που παρέχει ενδείξεις σχετικές με τις εξόδους κινδύνου ή τα μέσα βοήθειας ή διάσωσης.

Σήμα Ισότητας
Ορισμός 1: Τίτλος που χορηγείται από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων στις επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ως επιβράβευση για την εφαρμογή πολιτικών ίσης μεταχείρισης και ίσων ευκαιριών των εργαζόμενων γυναικών και ανδρών.

Σήμα υποχρέωσης
Ορισμός 1: Κάθε σήμα που ορίζει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Σήμανση
Ορισμός 1: Η επίθεση επί του εξοπλισμού ορατής, ευανάγνωστης και ανεξίτηλης σήμανσης CΕ όπως ορίζεται στην απόφαση 93/465/ΕΟΚ, συνοδευόμενης από την αναγραφή της εγγυημένης στάθμης ακουστικής ισχύος.

Σήμανση CE
Ορισμός 1: Σήμανση διά της οποίας ο κατασκευαστής δηλώνει ότι το εκρηκτικό συμμορφώνεται προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης.

Σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας
Ορισμός 1: Κάθε σήμανση η οποία, αναφερόμενη σε ένα ορισμένο αντικείμενο, δραστηριότητα ή κατάσταση, παρέχει μια ένδειξη ή οδηγίες σχετικά με την ασφάλεια ή/και την υγεία κατά την εργασία, ανάλογα με την περίπτωση, μέσω πινακίδας, χρώματος, φωτεινού ή ηχητικού σήματος, προφορικής ανακοίνωσης ή σήματος δια χειρονομιών.

Σηματωρός
Ορισμός 1: Το άτομο που δίνει τα σήματα με χειρονομίες.

Σημείο ροής υγρασίας
Ορισμός 1: Η εκατοστιαία περιεκτικότητα σε υγρασία (βάση υγρής μάζας) στην οποία αναπτύσσεται κατάσταση ροής κάτω από την προβλεπόμενη μέθοδο δοκιμής σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του υλικού (βλέπε παράγραφο 1 του προσαρτήματος 2).

Σκάφος
Ορισμός 1: Το πλοίο ή το βοηθητικό ναυπήγημα κατά την έννοια των άρθρων 3 και 4 αντίστοιχα του Ν.Δ. 187/1973    (Α ́ 261) «Περί Κωδικός Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» όπως ισχύει, το οποίο δύναται να εξυπηρετηθεί ασφαλώς από το πλησίον του πρατηρίου, διαθέσιμο κρηπίδωμα ή προβλήτα παραβολής, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση ύπαρξης εντός της λιμενολεκάνης απαιτούμενου χώρου (κύκλος ελιγμών) για την κίνησή του, από και προς το κρηπίδωμα - προβλήτα, χωρίς να παρεμποδίζεται η λειτουργικότητα του λιμένα.

Σκόνη (κονιορτός)
Ορισμός 1: Στερεά σωματίδια αιωρούμενα στον αέρα, παραγόμενα με μηχανικές μεθόδους ή με στροβιλισμό.

Σοβαρότητα της παράβασης
Ορισμός 1: O βαθμός βαρύτητας της παράβασης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Σταθερά ικριώματα
Ορισμός 1: Είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, εξυπηρετούσαι τας, εις διάφορα ύψη εκτελουμένας εργασίας, εκ των αναφερομένων εις το άρθρο 1. (δηλ. επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών).

Στάθμη ακουστικής ισχύος LWA
Στερεό χύδην φορτίο
Ορισμός 1: Οποιοδήποτε φορτίο, εκτός υγρού ή αερίου, που αποτελείται από ένα συνδυασμό σωματιδίων, κόκκων ή οποιωνδήποτε μεγαλύτερων τεμαχίων υλικού γενικά ομοιόμορφης σύνθεσης, το οποίο φορτώνεται απευθείας στους χώρους φορτίου ενός πλοίου χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μορφή συγκράτησης.

Στοιχείο κατασκευής
Ορισμός 1: Κάθε στοιχείο ενός ανυψωτικού μηχανήματος ή μηχανήματος διακινήσεως φορτίων.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

Συγκρότημα υδραντλίας
Συγκρότημα υδραυλικής ισχύος
Σύμβαση μελέτης
Ορισμός 1: Το επίσημο έγγραφο με το οποίο καθορίζονται: - ο σκοπός της σύμβασης δηλαδή το αντικείμενο της μελέτης. - ο τρόπος και ο τόπος προσφοράς των υπηρεσιών του μελετητή. - οι όροι με τους οποίους ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών. - το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης. Με την έννοια σύμβαση καλύπτονται όλα τα συμβατικά τεύχη που μπορεί να περιλαμβάνουν π.χ. τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, τιμολόγιο, χρονοδιάγραμμα, κτλ.

Σύμβολο ή εικονοσύμβολο
Ορισμός 1: Κάθε εικόνα που περιγράφει μια κατάσταση ή συνιστά μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και η οποία χρησιμοποιείται πάνω σε μια πινακίδα ή μια φωτεινή επιφάνεια.

Συμμόρφωση
Ορισμός 1: Η άρση παραβάσεων ήσσονος σημασίας, η οποία διαπιστώνεται από επανέλεγχο ή προσκόμιση στην αρμόδια πυροσβεστική Αρχή των απαιτούμενων αποδεικτικών εγγράφων εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Συμπυκνώματα
Ορισμός 1: Τα υλικά που λαμβάνονται από φυσικό μετάλλευμα με διαδικασία εμπλουτισμού ή επεξεργασίας με φυσικό ή χημικό διαχωρισμό και απομάκρυνση των ανεπιθύμητων συστατικών.

Συνεκτικό υλικό
Ορισμός 1: Το υλικό εκτός των μη συνεκτικών υλικών.

Συνεργείο οχημάτων υψηλής τάσης
Ορισμός 1: Η εγκατάσταση, εντός της οποίας πραγματοποιούνται εργασίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων υψηλής τάσης, με τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού.

Συνεχής Εξαερισμός
Ορισμός 1: Ο εξαερισμός που λειτουργεί ανά πάσα στιγμή.

Συντελεστής στοιβασίας
Ορισμός 1: Ο αριθμός που εκφράζει τον αριθμό κυβικών μέτρων που θα καταλαμβάνει ένας τόνος φορτίου.

Συντήρηση
Ορισμός 1: Οι εργασίες διατήρησης της κατασκευαστικής ή της λειτουργικής ικανότητας μερών, καθώς και των κύριων και βοηθητικών συστημάτων του πλοίου.

Συντονισμός
Ορισμός 1: Η οργάνωση, προτεραιοποίηση και παρακολούθηση των απαιτούμενων δράσεων, καθώς και η εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας, της εφαρμογής των κανόνων επιχειρησιακής δράσης και της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων για την επίτευξη κοινού σκοπού.

Συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου αναθέτει την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στη §2 του άρθρου 5. (δηλ. α. συντονίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 «γενικές αρχές πρόληψης σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου», β. καταρτίζουν ή αναθέτουν την κατάρτιση του σχεδίου ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στο άρθρο 3, γ. καταρτίζουν το φάκελο ασφάλειας και υγείας που προβλέπεται στο άρθρο 3)

Συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου, αναθέτει τα καθήκοντα που προβλέπονται στη §3 του άρθρου 6. (δηλ. α. συντονίζουν την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας στις τεχνικές ή/και οργανωτικές επιλογές, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες ή φάσεις εργασίας που διεξάγονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά και στην πρόβλεψη της διάρκειας εκτέλεσης των διαφόρων αυτών εργασιών ή φάσεων εργασίας, β. συντονίζουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων μεριμνώντας ώστε οι εργολάβοι και υπεργολάβοι και, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία των εργαζομένων, οι αυτοαπασχολούμενοι: i. να εφαρμόζουν με συνέπεια τις αρχές του άρθρου 8 «γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών» και ii. όποτε απαιτείται, να εφαρμόζουν το σχέδιο ασφάλειας και υγείας του άρθρου 3, γ. αναπροσαρμόζουν ή μεριμνούν ώστε να αναπροσαρμοστεί το σχέδιο και ο φάκελος ασφάλειας και υγείας σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 3, δ. οργανώνουν μαζί με τον τεχνικό ασφάλειας και το γιατρό εργασίας τη συνεργασία, μεταξύ των εργολάβων και υπεργολάβων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που διαδέχονται ο ένας τον άλλο στο εργοτάξιο, και το συντονισμό των δραστηριοτήτων για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, καθώς και την αμοιβαία ενημέρωσή τους σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 7 §9 του Π.Δ. 17/1996, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο χώρο εργασίας, μεριμνώντας για τη συμμετοχή εφόσον υπάρχει ανάγκη των αυτοαπασχολούμενων, ε. συντονίζουν την εποπτεία για την ορθή εφαρμογή των εργασιακών διαδικασιών, στ. λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να επιτρέπεται η είσοδος στο εργοτάξιο μόνο στα πρόσωπα που έχουν τη σχετική άδεια, ζ. συνεργάζονται με το τεχνικό ασφάλειας και το γιατρό εργασίας καθόλη τη διάρκεια απασχόλησης στο εργοτάξιο και ζητούν τη γνώμη τους κάθε φορά που το κρίνουν απαραίτητο)