Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βλέπετε τις εγγραφές : 201 - 250, σε σύνολο 511
| E | L | S | Α | Β | Γ | Δ | Έ | Ζ | Η | Θ | Κ | Λ | Μ | Ν | Ό | Π | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω
Επικίνδυνος χώρος
Ορισμός 1: Χώρος υψηλού βαθμού κινδύνου του κτιρίου ή χώρος που λόγω της υψηλής εγκατεστημένης ισχύος έχει αυξημένο κίνδυνο έναρξης φωτιάς.

Επίπεδα δράσης (AL)
Ορισμός 1: Τα λειτουργικά όρια που καθορίζονται με σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας κατάδειξης της συμμόρφωσης με τις σχετικές ELV ή, όπου απαιτείται, προκειμένου να ληφθούν τα σχετικά μέτρα προστασίας ή πρόληψης κατά το παρόν προεδρικό διάταγμα.

Επισκευή
Ορισμός 1: Η επιδιόρθωση και η αποκατάσταση της κατασκευαστικής ή της λειτουργικής ακεραιότητας μερών, καθώς και των κύριων και βοηθητικών συστημάτων του πλοίου που έχουν υποστεί βλάβη ή φθορά, εφόσον δεν συνεπάγονται ριζικές μεταβολές στην αρχική σχεδίαση και τη λειτουργία του.

Επισκευή – Συντήρηση
Ορισμός 1: Σύνολο συστηματικών ενεργειών που αποσκοπούν στην επιδιόρθωση εξοπλισμού ή στη δημιουργία κατάλληλων τεχνικών συνθηκών, προκειμένου να επιβραδυνθεί ο ρυθμός φθοράς του και να διασφαλιστεί η προβλεπόμενη λειτουργία του.

Επιτήρηση λειτουργίας
Ορισμός 1: Ο έλεγχος προκειμένου η εγκατάσταση να διατηρείται σε ετοιμότητα και να διασφαλίζεται η καλή λειτουργία της, καθώς και ο εντοπισμός αναγκών για τεχνική επέμβαση.

Επιφάνεια Εξαερισμού
Ορισμός 1: Ο εξαερισμός του χώρου πάνω από το φορτίο.

Επιφανειακή εξάπλωση της φλόγας
Ορισμός 1: Η διάδοση του μετώπου της φλόγας από την πηγή ανάφλεξης κατά μήκος της επιφάνειας του δομικού στοιχείου.

Επιχειρήσεις Αφαίρεσης − Κατεδάφισης Αμιάντου (Ε.Α.Κ.)
Ορισμός 1: Οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν την εκτέλεση εργασιών διαχείρισης αμιάντου και συγκεκριμένα:
α) Ε.Α.Κ. τύπου Α: νοούνται εκείνες οι Ε.Α.Κ. που ασχολούνται με κάθε είδους εργασίες σε όλα τα είδη αμιαντούχων υλικών (εύθρυπτα και μη εύθρυπτα).
β) Ε.Α.Κ. τύπου Β: νοούνται εκείνες που ασχολούνται με εργασίες μόνο σε μη εύθρυπτα αμιαντούχα υλικά.

Επιχείρηση
Ορισμός 1: Κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, εγκατάσταση και εργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσεται.

Εποπτεία
Ορισμός 1: Οι ενέργειες που πραγματοποιούνται από δημόσια αρχή προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι οικονομικοί φορείς, οι εγκαταστάσεις και τα προϊόντα συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία και δεν θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή άλλες πτυχές προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.
Στην  εποπτεία  συμπεριλαμβάνονται  ο  σχεδιασμός,  προγραμματισμός και η διενέργεια ελέγχων, η παροχή κατευθυντήριων οδηγιών και πληροφόρησης, τα μέτρα που λαμβάνονται για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης και την άμεση προστασία του δημοσίου συμφέροντος, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται στην περίπτωση παραβίασης της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας.
Την εποπτεία για τη διαπίστωση της ενιαίας και ορθής εφαρμογής της παρούσας, έχει το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη μέσω του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος.

Εποπτεία της αγοράς
Ορισμός 1: Οι δραστηριότητες που διενεργούν και τα μέτρα που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσουν ότι ο ΗΗΕ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος και δεν θέτει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή άλλες προστατευόμενες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος.

Εργαζόμενος
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθητευόμενων, εκτός από το οικιακό υπηρετικό προσωπικό.

Ορισμός 2: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθητευόμενων, ο οποίος χρησιμοποιεί τακτικά και κατά ένα μη αμελητέο τμήμα της κανονικής του εργασίας, οθόνη οπτικής απεικόνισης.

Ορισμός 3: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων.

Ορισμός 4: Κάθε πρόσωπο το οποίο προστατεύεται με την ιδιότητα του εργαζομένου, δυνάμει της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας και πρακτικής.

Εργαζόμενος µε ακτινοβολίες
Ορισμός 1: Κάθε πρόσωπο εργαζόμενο σε ελεγχομένη περιοχή.

Εργαζόμενος μερικής απασχόλησης
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.

Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου
Ορισμός 1: Κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση ή σχέση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου και η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Εργαζόμενος σε βάρδιες
Ορισμός 1: Κάθε εργαζόμενος με ωράριο που εντάσσεται σε πρόγραμμα εργασίας κατά βάρδιες.

Εργαζόμενος τη νύχτα
Ορισμός 1: α. κάθε εργαζόμενος κατά τη νυχτερινή περίοδο επί τρεις τουλάχιστον ώρες του ημερήσιου κανονικού χρόνου εργασίας του ή β. κάθε εργαζόμενος, ο οποίος ενδέχεται να πραγματοποιεί κατά τη νυχτερινή περίοδο τουλάχιστον 726 ώρες του ετήσιου χρόνου εργασίας του εφόσον δεν προβλέπεται μικρότερος αριθμός ωρών από συλλογικές συμβάσεις ή άλλες διατάξεις. Για τον υπολογισμό του παραπάνω χρόνου θα λαμβάνεται υπόψη ο ημερήσιος συνολικός χρόνος εργασίας του εργαζόμενου εφόσον σ' αυτόν περιλαμβάνονται 3 τουλάχιστον ώρες του χρονικού διαστήματος 24.00 - 05.00, ανεξαρτήτως ώρας έναρξης και λήξης βάρδιας και η εργασία του εργαζόμενου είναι σε 7 τουλάχιστον συνεχείς ώρες εργασίας.

Εργασία «εν θερμώ»
Ορισμός 1:   Συμπεριλαμβάνει ηλεκτροσυγκόλληση, χρήση φλόγας, ηλεκτρικού τόξου ή τη χρήση οποιουδήποτε άλλου εξοπλισμού που μπορεί να προκαλέσει θερμότητα, φλόγα ή σπινθήρα. Επίσης, συμπεριλαμβάνει το τρόχημα, την αμμοβολή, τη στεγανοποίηση, το πελέκημα, το τρύπημα, το κάρφωμα (καθήλωση) και οποιαδήποτε άλλη εργασία παραγωγής θερμότητας, εκτός εάν εκτελείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρείται η θερμοκρασία των εργαλείων και της εργασίας κάτω των 100°C.  

Εργασία «εν ψυχρώ»
Ορισμός 1:   Συμπεριλαμβάνει τη χρήση εργαλείων για συναρμολόγηση, αποσυναρμολόγηση, βαφή, καθαρισμό, δομικές εργασίες που όμως δεν έχουν τη δυνατότητα να παράγουν σπινθήρα και εργασίες, όπως τρύπημα, κατασκευή σπειρώματος και κοπή μετάλλων, που εκτελούνται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμποδίζουν την παραγωγή θερμότητας και να διατηρούν τη θερμοκρασία των εργαλείων και της επεξεργασίας κάτω των 100°C.  

Εργασία κατά βάρδιες
Ορισμός 1: Κάθε μέθοδος οργάνωσης της ομαδικής εργασίας, κατά την οποία οι εργαζόμενοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον στις ίδιες θέσεις εργασίας με ορισμένο ρυθμό, περιλαμβανομένου του ρυθμού περιτροπής και η οποία μπορεί να είναι συνεχής ή ασυνεχής πράγμα το οποίο υποχρεώνει τους εργαζόμενους να επιτελούν μια εργασία σε διαφορετικές ώρες, σε μια δεδομένη περίοδο ημερών ή εβδομάδων.

Εργασία που εκτελείται υπό τάση
Ορισμός 1: Είναι η εργασία που εκτελείται στις παρακάτω περιπτώσεις α. σε απόσταση μεγαλύτερη των 2 m από τα μέρη που βρίσκονται υπό τάση (ή 1,5 m για το ειδικά εξουσιοδοτημένο προσωπικό των ΠΕΗΕ). β. σε απόσταση μικρότερη των 2m από τα τμήματα που βρίσκονται υπό τάση με τη χρήση προσωρινών ή μόνιμων περιφράξεων χωρίς σε καμία περίπτωση να παραβιάζεται η απόσταση μόνωσης. γ. στις εγκαταστάσεις όπου διακόπηκε η παροχή τάσης αλλά δεν συνδέθηκαν με τη διάταξη γείωσης ή με τη σιδηροτροχιά κι έτσι θεωρούνται σαν να βρίσκονταν ακόμη υπό τάση δ. απευθείας στα τμήματα που βρίσκονται υπό τάση (εργασία υπό τάση με χρήση ειδικών μέτρων που εξασφαλίζουν την προστασία του προσωπικού έναντι ηλεκτροπληξίας).

Εργασία υπό ασφάλεια
Ορισμός 1: Η εργασία με χρήση ειδικών προστατευτικών μέσων που προστατεύουν τους εργαζόμενους σε επικίνδυνες εργασίες από πυρκαγιές και εκρήξεις.

Εργασίες διαχείρισης αμιάντου
Ορισμός 1: Η εκτέλεση κατεδαφιστικών έργων και εργασιών αφαίρεσης αμιάντου ή/και υλικών που περιέχουν αμίαντο από κτίρια, κατασκευές, συσκευές, εγκαταστάσεις και πλοία, καθώς επίσης και οι εργασίες συντήρησης, επικάλυψης και εγκλεισμού αμιάντου ή/και υλικών που περιέχουν αμίαντο, κατά τη διάρκεια των οποίων ενδέχεται να διαταραχθούν τα αμιαντούχα υλικά με συνέπεια την αποδέσμευση ινών αμιάντου στον αέρα του χώρου εργασίας και του περιβάλλοντος χώρου.

Εργασιμότητα
Ορισμός 1: Είναι η ιδιότητα του νωπού σκυροδέματος που χαρακτηρίζει την ευκολία, με την οποία αυτό μεταφέρεται, διαστρώνεται και συμπυκνώνεται και η οποία εκτιμάται έμμεσα μέσω τυποποιημένων δοκιμών, όπως είναι η δοκιμή της κάθισης.

Έργο
Ορισμός 1: Το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού που προορίζεται να πληροί αυτό καθ' αυτό μία οικονομική ή τεχνική λειτουργία.

Εργοδηγός
Ορισμός 1: Συνεπικουρεί τον επιβλέποντα.

Εργοδότης
Ορισμός 1: Kάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση.

Ορισμός 2: Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για λογαριασμό των οποίων παρέχουν την εργασία τους οι μισθωτοί εργαζόμενοι.

Ορισμός 3: Eίναι ο ίδιος ο εκμεταλλευτής, εφόσον αυτοδύναμα εκτελεί το έργο ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τον εκμεταλλευτή, με σχέση εργολαβικής ανάθεσης του συνόλου ή μέρους του έργου και περιοριστικά μόνο για τις εργασίες που αναφέρονται στη σχετική σύμβαση.

Ορισμός 4: Kάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και εν προκειμένω οι παράγοντες του έργου που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) της προηγούμενης παραγράφου (δηλ. εργολάβος, υπεργολάβος), μη αποκλειομένου και του κυρίου του έργου όταν αυτός συνδέεται απευθείας με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο.

Ορισμός 5: Kάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασία άλλων φυσικών προσώπων δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ορισμός 6: Eίναι η αναθέτουσα αρχή που είναι άμεσος αποδέκτης μελέτης ή παροχής υπηρεσιών, ως αντισυμβαλλόμενη του αναδόχου, είτε για λογαριασμό της είτε για λογαριασμό του κυρίου του έργου.

Ορισμός 7: Tο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνάπτει συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας με τους εργαζόμενους, δυνάμει της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας και πρακτικής.

Εργολάβος
Ορισμός 1: Πρόσωπο που συμβάλλεται µε μίσθωση έργου µε τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα µε την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.

Ορισμός 2: Πρόσωπο φυσικό ή νομικό το οποίο συμβάλλεται µε μίσθωση έργου µε τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ναυπηγοεπισκευαστικού έργου ή τρήματός του.

Ορισμός 3: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που είναι εφοδιασμένα από την Λιμενική Αρχή με άδεια λειτουργίας καταδυτικού συνεργείου, προκειμένου να αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα τη διεξαγωγή καταδυτικών εργασιών, κατόπιν συμφωνίας, μη υποκείμενης σε ορισμένο τύπο, με τον εργοδότη.

Ορισμός 4: Πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματος του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό και προκειμένου για δημόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23/Α`/29.2.1984) «Δημόσια έργα και ρύθμιση συναφών θεμάτων». (δηλ. είναι η εργοληπτική επιχείρηση στην οποία ανατίθεται με σύμβαση η εκτέλεση του έργου).

Εργολήπτης
Ορισμός 1: Είναι οι εργοληπτικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο άρθ. 2§1 του παρόντος διατάγματος («δικαιούχοι εργολήπτες»).

Εργοληπτικές επιχειρήσεις
Ορισμός 1: Οι εργοληπτικές επιχειρήσεις των δημόσιων έργων, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, στην κατηγορία Πλωτών Έργων και Εγκαταστάσεων Ναυπηγείου.

Εργοληπτικές Επιχειρήσεις Πλωτών Έργων και Εγκαταστάσεων Ναυπηγείου
Ορισμός 1: Οι εργοληπτικές επιχειρήσεις των δημόσιων έργων, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, στην κατηγορία Πλωτών Έργων και Εγκαταστάσεων Ναυπηγείου.

Εργοστασιακό σκυρόδεμα (έτοιμο σκυρόδεμα)
Ορισμός 1: Λέγεται το σκυρόδεμα που παράγεται σε σταθερές εγκαταστάσεις και παραδίδεται νωπό από κάποιο άτομο ή φορέα που δεν είναι ο κατασκευαστής (χρήστης). Στο εργοστασιακό σκυρόδεμα ο Κύριος του Έργου δια των αρμοδίων οργάνων του (Υπηρεσία, επιβλέπων μηχανικός, άλλο θεσμικό όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί η επίβλεψη του έργου) ή ο κατασκευαστής δεν έχει δικές του πληροφορίες για τα υλικά, τις αναλογίες σύνθεσης και τη διαδικασία παραγωγής, ελέγχει δε το έτοιμο προϊόν στη θέση παράδοσής του.

Εργοστάσιο (εγκατάσταση παραγωγής, εργαστήριο)
Ορισμός 1: Είναι σχετικά αυτόνομη περιοχή, κατασκευή ή κτίριο, που στεγάζει μία ή περισσότερες μονάδες, με συναφή ή βοηθητική υποδομή, όπως: α. Μικρό διοικητικό τμήμα β. Ζώνες αποθήκευσης ή κατεργασίας βασικών υλών και προϊόντων γ. Σταθμό επεξεργασίας εκροών και αποβλήτων δ. Εργαστήριο ελέγχου ή αναλύσεων ε. Υπηρεσία πρώτων βοηθειών ή συναφές ιατρικό τμήμα στ. Αρχεία ή κάθε σχετική καταχώρηση που αφορά τη διακίνηση των χημικών προϊόντων που έχουν δηλωθεί και των βασικών τους υλών ή των χημικών προϊόντων που παράγονται από αυτά.

Εργοταξιακό σκυρόδεμα
Ορισμός 1: Λέγεται το σκυρόδεμα που παράγεται σε σταθερές εγκαταστάσεις στον τόπο εκτέλεσης του έργου και χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες του συγκεκριμένου έργου, δημόσιου ή ιδιωτικού. Το εργοταξιακό σκυρόδεμα παράγεται από τον κατασκευαστή (χρήστη) του έργου ή από υπεργολάβο του. Στο εργοταξιακό σκυρόδεμα ο Κύριος του Έργου δια των αρμοδίων οργάνων του (Υπηρεσία, επιβλέπων μηχανικός, άλλο θεσμικό όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί η επίβλεψη του έργου) θα ασκεί πλήρη έλεγχο σε όλα τα στάδια κατασκευής του έργου (συγκέντρωση των υλικών, έλεγχος των δελτίων ποιότητας των υλικών, εργαστηριακός έλεγχος των υλικών, επίβλεψη στο συγκρότημα παραγωγής, στη λήψη δοκιμίων, στη μεταφορά, τη διάστρωση και τη συντήρηση του σκυροδέματος, στον πιθανό επανέλεγχο της κατασκευής κ.λπ.). Η παρακολούθηση αυτή δεν απαλλάσσει τον κατασκευαστή (χρήστη) από την ευθύνη της ποιότητας των υλικών και του σκυροδέματος.

Εργοτάξιο ή προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο
Ορισμός 1: Κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο. Στο παράρτημα Ι του άρθρου 12 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος τέτοιων εργασιών. (δηλ. εκσκαφές, χωματουργικές εργασίες, κατασκευές, συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση προκατασκευασμένων στοιχείων, διαμόρφωση ή εξοπλισμός, μετατροπές, ανακαινίσεις, επισκευές, διαλύσεις, κατεδαφίσεις, έκτακτη συντήρηση, τακτική συντήρηση- εργασίες βαφής και καθαρισμού, εξυγίανση).

Ορισμός 2: Το σύνολο των αναγκαίων εγκαταστάσεων για την υλοποίηση δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων (οικοδομικών, οδοποιίας, λιμενικών, υδραυλικών, εγγείων βελτιώσεων, περιβαλλοντικών κ.ά.). Η νόμιμη λειτουργία του εργοταξίου αποδεικνύεται με την ύπαρξη της ισχύουσας άδειας δόμησης/οικοδομικής άδειας για τη συγκεκριμένη χρήση ή της σχετικής σύμβασης κατασκευής του έργου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Εσωτερικά τελειώματα
Ορισμός 1: Επιφανειακά κατασκευαστικά στοιχεία με τα οποία γίνεται η τελική διαμόρφωση των εσωτερικών επιφανειών των κτιρίων, όπως επιχρίσματα, επενδύσεις, επιστρώσεις, χρωματισμοί, αρμολογήματα, μονώσεις κ.λπ..

Εσωτερικός έλεγχος παραγωγής (αυτοέλεγχος)
Ορισμός 1: Είναι ο έλεγχος που διενεργείται από τον παραγωγό σκυροδέματος προκειμένου αυτός να αξιολογήσει τη συμμόρφωση του σκυροδέματος που παράγει με βάση αυτόν τον Κανονισμό. Γίνεται σύμφωνα με τα Κεφάλαια Β5.7 και Β6.7.

Εσωτερικός εξώστης (πατάρι)
Ορισμός 1: Είναι ο προσβάσιμος χώρος που βρίσκεται εντός άλλου χώρου, όπου η υποκείμενη επιφάνεια πληροί τις προϋποθέσεις χώρου κύριας χρήσης, έχει προσπέλαση από τον χώρο αυτόν, αποτελεί λειτουργικό παράρτημα της χρήσης αυτής, έχει συνολικό εμβαδά μικρότερο του 70% της επιφάνειας του υποκείμενου χώρου, δεν θεωρείται όροφος και δεν μπορεί να αποτελεί ανεξάρτητη ιδιοκτησία.

Ετοιμότητα
Ορισμός 1: Το σύνολο δράσεων και μέτρων που λαμβάνονται εκ των προτέρων για να διασφαλίσουν αποτελεσματική αντίδραση σε περιπτώσεις καταστροφών.

Εύθρυπτα αμιαντούχα υλικά
Ορισμός 1: Τα υλικά που περιέχουν ίνες αμιάντου χαλαρά συνδεδεμένες έτσι ώστε σε ενδεχόμενη διατάραξή τους μπορούν εύκολα να απελευθερώσουν ίνες αμιάντου στον αέρα (χύμα υλικό, ψεκασμένος αμίαντος, αμιαντούχες μονώσεις σωληνώσεων - λεβήτων - δεξαμενών και εναλλακτών θερμότητας, μονωτικές αμιαντόπλακες, αμιαντόχαρτο, αμιαντούχο χαρτόνι, αμιαντούχες φλάντζες και τσιμούχες, αμιαντούχα σχοινιά και κορδόνια, αμιαντούχα υφάσματα).

Εύθρυπτα υλικά µε αμίαντο
Ορισμός 1: Τα υλικά εκείνα που περιέχουν µη σταθερά εγκλωβισμένο αμίαντο έτσι ώστε σε ενδεχόμενη μηχανική καταπόνησή τους, να μπορούν εύκολα να απελευθερώνουν ίνες ή σκόνη αμιάντου στο περιβάλλον.

Εύλογες προσαρμογές
Ορισμός 1: Οι απαραίτητες και κατάλληλες τροποποιήσεις, ρυθμίσεις και ενδεδειγμένα μέτρα, που απαιτούνται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να διασφαλιστεί για τα άτομα με αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις η αρχή της ίσης μεταχείρισης, οι οποίες δεν επιβάλλουν δυσανάλογο ή αδικαιολόγητο βάρος στον εργοδότη.

Εύλογη Προσαρμογή
Ορισμός 1: Κάθε απαραίτητη ή/και κατάλληλη τροποποίηση και ρύθμιση της μορφής και της αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης του κτιρίου και του περιβάλλοντα χώρου του, η οποία, μπορεί να υλοποιηθεί όπου απαιτείται και ανά συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προκύπτει δυσανάλογο ή αδικαιολόγητο βάρος, με στόχο την διασφάλιση της προσβασιμότητας του κτιρίου, όσον αφορά, σε άτομα με αναπηρίες και εμποδιζόμενα άτομα. Η υλοποίηση «εύλογων προσαρμογών» στοχεύει επιπροσθέτως στην απόλαυση ή άσκηση, σε ίση βάση με τους άλλους, όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Εύλογες προσαρμογές μπορούν να υλοποιούνται και σε εξειδικευμένες παρεμβάσεις για την ικανοποίηση ατομικών αναγκών κάποιου ατόμου, το οποίο, αν και σε προσβάσιμο περιβάλλον, έχει ανάγκη επιπλέον εξειδικευμένης προσαρμογής.

Ευπάθεια
Ορισμός 1: Οι παράγοντες που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εξέλιξη ενός κινδύνου σε καταστροφή.

Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση, ΕΣΔ
Ορισμός 1: Είναι ο οργανισμός των Ευρωπαϊκών Εθνικών Οργανισμών Διαπίστευσης που αναγνωρίζεται από το άρθρο 14 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 765/2008. Έχει κεντρική θέση στην εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 765/2008 με σημαντικότερα καθήκοντα την οργάνωση του συστήματος αξιολόγησης των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης από ομότιμους καθώς και την ανάπτυξη ή την αναγνώριση τομεακών συστημάτων.

Ευρωπαϊκό πρότυπο
Ορισμός 1: Πρότυπο το οποίο έχει εκδοθεί από έναν ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης.

Ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης
Ορισμός 1: Αυτοί που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

Ευστάθεια (ή φέρουσα ικανότητα)
Ορισμός 1: Είναι η ικανότητα ενός φέροντος δομικού στοιχείου να φέρει προδιαγεγραμμένο φορτίο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια τυπικής δοκιμής αντίστασης σε φωτιά.

Έφηβος
Ορισμός 1: Κάθε νέος ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών αλλά κάτω των 18 ετών και ο οποίος έχει παύσει να υπόκειται σε υποχρεωτική σχολική φοίτηση κατά τις κείμενες περί αυτής διατάξεις.